Ορθοδοξία

Πως είναι ο διάβολος περιγράφει ο Άγιος Αντώνιος

Ποια είναι η ευχή κατά του διαβόλου
Πως είναι ο διάβολος και ποια είναι η ευχή κατά του διαβόλου

Πως είναι ο διάβολος μας περιγράφει ο Άγιος Αντώνιος – Ποια είναι η ευχή κατά του διαβόλου

Έλεγε ο Άγιος Αντώνιος

Ἔλεγε, πὼς πολλὲς φορὲς φαίνονται ὅπως φανέρωσε ὁ Κύριος τὸν διάβολο εἰς τὸν Ἰώβ, λέγοντάς του:

«Λάμπουν τὰ μάτια του ὡς εἶδος ἑωσφόρου — σὰν ἥλιος χαραυγῆς.

Ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πηδοῦν λαμπάδες ἀναμμένες κι’ ἐκσφενδονίζονται φωτιᾶς κομμάτια, ἀπ’ τὰ ρουθούνια τοῦ βγαίνει καπνός, ὅπως ἀπὸ καμίνι ποὺ σιγοκαίγεται μὲ -πυρακτωμένα κάρβουνα.

Εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ θράκα ἀναμμένη καὶ φλόγα βγαίνει ἀπ’ τὸ στόμα τοῦ» ΙΩΒ ΜΑ, 9-12.

Ἔτσι ἐμφανιζόμενος ὁ ἄρχοντας τῶν δαιμόνων φοβερίζει, ὅπως προεῖπα, γιατί καυχιέται γιὰ μεγάλα πράγματα ὁ πανοῦργος, ὅπως τὸν ἀπέδειξε ὁ Κύριος καὶ πάλι στὸν Ἰώβ, λέγοντας:

«Θωρεῖ τὸ σίδερο γιὰ ἄχυρο καὶ τὸ χαλκὸ σὰν σάπιο ξύλο καὶ θεωρεῖ τὴ θάλασσα σὰν φιαλίδιό του μὲ ἀρωματάκι, πὼς ἔχει στὴν ἰδιοκτησία του σὰν λάφυρα τὰ Τάρταρα τῆς Ἀβύσσου καὶ τὴν ἴδια τὴν Ἄβυσσο τὴ λογαριάζει γιὰ περίπατό του». ΙΩΒ ΜΑ, 18-24

Ἀλλὰ καὶ μέσω τοῦ Προφήτου μᾶς ἀπεκάλυψε ὁ Κύριος τὶς πανουργίες τοῦ διαβόλου, λέγοντας πώς: «Εἶπεν ὁ ἐχθρός: Ἀδιάκοπα θὰ τὸ ἐπιδιώξω καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ κυριέψω τὸν ἄνθρωπο» . ΕΞΟΔΟΣ ΙΕ, 9

Καὶ μὲ ἄλλον Προφήτη μᾶς ἀποκαλύπτει πὼς μεγαλοκαυχιέται ὁ διάβολος, λέγοντας:

«θὰ καταλάβω μὲ τὸ χέρι μου τὴν οἰκουμένη ὅλη, σὰν μιὰ φωλιὰ πουλιοῦ καὶ θὰ τὴ σηκώσω ὅπως παίρνω τὰ ἐγκαταλειμμένα αὐγὰ» ΗΣ. 1,14.

Καὶ γενικά, μὲ τέτοια ἐπιχειρήματα κομπάζουν καὶ τέτοια ὑπόσχονται, γιὰ νὰ ἀπατήσουν τοὺς θεοσεβεῖς. Ἀλλὰ ἐμεῖς καὶ πάλιν οἱ πιστοὶ οὔτε μ’ αὐτὰ πρέπει νὰ φοβόμαστε τὶς φαντασίες τοῦ διαβόλου καὶ νὰ προσέχουμε τὶς φωνές του, γιατί ψεύδεται καὶ δὲν λέει ὁλωσδιόλου τίποτε τὸ ἀληθινό.

«Μὴ σὲ μέλει πού, τέτοια λέγοντας, ἀποθρασύνεται τόσο, γιατί σύρεται σὰν τὸ θαλάσσιο κῆτος (τὸν καρχαρία) μὲ τὸ ἀγκίστρι ἀπὸ τὸν Σωτήρα καὶ τοῦ ἔχει βάλει γύρω στὴ μύτη χαλινάρια (γκέμια, καπίστρια), ὅπως στὸ κτῆνος, εἶναι δεμένος ἀπ’ τὸ ρουθούνι μὲ κρίκους σὰν τοὺς δραπέτες κι’ ἔχει στὰ χείλη περάσει δακτυλίδι (ὅπως στοὺς ταύρους)».

Ἔχει δεθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο σὰν (ἀσήμαντο) σπουργίτι, γιὰ νὰ τὸν περιπαίζουμε ἐξευτελιστικὰ ἐμεῖς. Ἀκόμη, εἶναι ριγμένος κατὰ γῆς, κι’ αὐτὸς καὶ ὅλα τα δαιμόνια της παρέας του, ὅπως τὰ φίδια κι’ οἱ σκορπιοί, γιὰ νὰ καταπατιοῦνται ἀπὸ μᾶς τοὺς χριστιανούς. ΛΟΥΚ, 1,19

Γνώρισμα τῆς ἀδυναμίας τοῦ αὐτῆς εἶναι ὅτι ἐμεῖς τώρα, πολιτευόμαστε ἐναντίον του. Γιατί ἂν καὶ δηλώνει πὼς ἀφανίζει τὴ θάλασσα καὶ κατέχει τὴν οἰκουμένη, νὰ τώρα, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὴν ἀσκητικὴ ζωή σας, οὔτε κι’ ἔμενα, ποὺ σᾶς μιλάω ἐναντίον του.

Ἃς μὴ προσέχομε λοιπὸν σ’ ὅτι λέει, γιατί ψεύδεται, μήτε καὶ νὰ δειλιάζουμε μὲ τὰ φαντάσματά του, μιᾶς κι εἶναι ψεύτικα κι’ αὐτά.

Γιατί δὲν εἶναι φῶς ἀληθινό, αὐτὸ ποὺ φαίνεται μὲ τὰ τεχνάσματα αὐτά, ἀλλὰ εἶναι μᾶλλον τὰ προοίμια καὶ οἱ εἰκόνες τοῦ πυρὸς ἐκείνου, ποὺ Ἔχει προετοιμασθεῖ γι’ αὐτοὺς ( στὴ Δευτέρα Παρουσία). Ἀκόμη γιατί προσπαθοῦν νὰ ἐκφοβίζουν τοὺς ἀνθρώπους μ’ αὐτά, γιὰ τὰ ὁποῖα μέλλουν νὰ κατακριθοῦν.

Ἔτσι φαίνονται καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐξαφανίζονται χωρὶς νὰ βλάψουνε κανέναν ἀπὸ τοὺς πιστούς, παίρνοντας μάλιστα τὴ μορφὴ τοῦ πυρὸς ποὺ μέλλει νὰ τοὺς δεχτῆ. Οὔτε γι’ αὐτὰ λοιπόν, εἶναι σωστὸ νὰ τοὺς φοβούμεθα, διότι ὅλα τους τὰ τεχνάσματα γιὰ τίποτα δὲν λογαριάζονται, ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ.

Άγιος Παΐσιος: Ποια είναι η ευχή κατά του διαβόλου

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, Περί Προσευχής:

– Γέροντα, αισθάνομαι αδύναμη να αντιμετωπίσω οποιονδήποτε πειρασμό και δυσκολία.
– Δεν λες την ευχή; Όπως τα καράβια που κινδυνεύουν εκπέμπουν S.Ο.S., έτσι κι εσύ να λες συνεχώς: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», και θα λαμβάνεις βοήθεια.


Εμένα, μια φορά, ο πειρασμός θα με έριχνε στον γκρεμό, αν δεν έλεγα την ευχή· η ευχή με έσωσε. Όταν ήμουν στην Ιερά Μονή Στομίου, ένα βράδυ είχα πάει σε μια σπηλιά που βρισκόταν σε ένα επικίνδυνο και απότομο μέρος. Ήταν πολύ μικρή· μόλις που χωρούσα καθιστός. Είχα βάλει μερικές πέτρες έξω από το άνοιγμά της, γιατί κάτω ήταν γκρεμός. Όλη τη νύχτα έλεγα την ευχή. Τα χαράματα, μέσα στην ησυχία, ακούστηκε ξαφνικά ένα τρομακτικό «κικιρίκου» και ένα δυνατό χτύπημα φτερών ακριβώς δίπλα μου. Ξαφνιάστηκα. «Κύριε Ιησού Χριστέ», φώναξα και πετάχτηκα έξω. Λίγο έλειψε να πέσω στον γκρεμό. Αμέσως όμως κατάλαβα ότι ήταν ο πειρασμός και συνέχισα την ευχή, ενώ τα αυτιά μου βούιζαν από τον θόρυβο.


– Γέροντα, όταν κανείς λέει την ευχή μόνο με το στόμα, χωρίς να συμμετέχει ο νους, αυτό βοηθάει;
– Βοηθάει και αυτό. Δεν διώχνει βέβαια τον εχθρό, αλλά, με τις ριπές που του ρίχνει, τον καθηλώνει εκεί που βρίσκεται.


Η ευχή έχει μεγάλη δύναμη· είναι φοβερό όπλο κατά του διαβόλου. Είναι σαν να πυροβολείς τον διάβολο με σφαίρες πνευματικές και δεν μπορεί να πλησιάσει. Μια φορά ένας δόκιμος μοναχός , που έμενε στην Σκήτη της Αγίας Άννης, έλεγε την ευχή, και ο διάβολος τον κορόιδευε και του έκανε συνέχεια «μμμ…». Ύστερα άκουσε τον διάβολο να φωνάζει: «Στη Σκήτη της Γριάς δεν μ’ αφήνουν οι καλόγεροι να πλησιάσω».

– Γέροντα, όταν έχω πονηρούς ή βλάσφημους λογισμούς και προσπαθώ να λέω την ευχή, μπορεί να επισύρω την οργή του Θεού;


– Όχι. Το ταγκαλάκι από την κακία του σπέρνει πονηρούς λογισμούς, αλλά εσύ να το αξιοποιείς για εργάτη στην αδιάλειπτη προσευχή. Να του λες: «καλά που μου έφερες αυτούς τους λογισμούς, γιατί είχα ξεχάσει τον Θεό», και να λες την ευχή. Το ταγκαλάκι, όταν δει ότι σου κάνει καλό, θα υποχωρήσει μόνο του, γιατί δεν το συμφέρει να γίνεται αυτό αφορμή, για να προσεύχεσαι εσύ. Όταν υποχωρήσει και δεν θα σε πειράζει πλέον, εσύ θα έχεις αποκτήσει την αδιάλειπτη προσευχή.

Πάντως ο διάβολος, χωρίς να το θέλει, κάνει τελικά μεγάλο καλό· γι’ αυτό και ο Θεός τον ανέχεται. Όταν ήμουν στη Σκήτη Ιβήρων , μια νύχτα τα ταγκαλάκια πήγαν να με σκοτώσουν με μια πλάκα! Το απόγευμα είχε περάσει από το Καλύβι ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος. Του έδωσα ό,τι χρήματα είχα και έφυγε. Τη νύχτα ακούω να χτυπούν την πόρτα. Σκέφθηκα ότι αυτός θα νόμισε πως έχω και άλλα χρήματα και ξαναήρθε. «Ποιος είναι;», φωνάζω. Τίποτε. Ακούω μετά χτυπήματα στην άλλη πόρτα. Ανάβω ένα κερί, για να φέξει. «Ποιος είναι;», ξαναφωνάζω. Τίποτε. Σε λίγο ακούω χτυπήματα πάνω στο ταβάνι. «Ε, τώρα συνεννοηθήκαμε!», λέω. Και αρχίζει ένας θόρυβος!

Γονάτισα και έλεγα συνέχεια την ευχή. Ξαφνικά, πετάνε μια πλάκα από επάνω «μπαμ!». Έσπασε το σανίδι από το ταβάνι και βγήκε η μισή πλάκα ακριβώς επάνω από το κεφάλι μου με τη μύτη προς τα κάτω. «Κατάλαβα, είπα, έτσι θα πάμε όλη τη νύχτα!». Κάναμε αγρυπνία μετά. Εγώ με την ευχή και τα ταγκαλάκια με τα χτυπήματα πάνω στη στέγη… Όμορφες αγρυπνίες ήταν αυτές!


Ευχή σημαίνει πόλεμος κατά του ταγκαλακιού. Θα πολεμάει επομένως και το ταγκαλάκι αμυνόμενο. Αφοπλισμένα είναι τα ταγκαλάκια, μόνον όταν τα πολεμάει κανείς με λεβεντιά που έχει μέσα ταπεινοφροσύνη, και όχι με εγωιστική παλληκαριά.

You cannot copy content of this page