Ορθοδοξία

Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος: Oι άνθρωποι ούτε γεννιούνται ούτε είναι ελεύθεροι

Oι άνθρωποι ούτε γεννιούνται ούτε είναι ελεύθεροι
Όπου αποδεικνύεται ότι οι άνθρωποι ούτε γεννιούνται ούτε είναι ελεύθεροι (*) στον κόσμο

Όπου αποδεικνύεται ότι οι άνθρωποι ούτε γεννιούνται ούτε είναι ελεύθεροι (*) στον κόσμο

(*) Ο όρος «Ελευθερία» έχει εδώ περισσότερο την σημασία όχι τόσο των πολιτικών ελευθεριών, όσο της αυτονομίας, της ανεξαρτησίας από οποιοδήποτε κέντρο αναφοράς, όπως φαίνεται από το κείμενο. Με αυτή την έννοια, οι θέσεις του αγ. Αθανασίου είναι απόλυτα ορθές, αφού ο άνθρωπος, από οποιαδήποτε οπτική γωνία και αν ειδωθεί, είναι ετεροκαθοριζόμενο ον: Η ίδια η ύπαρξή του στο σύμπαν, έστω και ως βιολογικού είδους μόνον, δεν οφείλεται στον ίδιο.

Τα πραγματικά αίτια που γκρέμισαν τους Γάλλους στην ασέβεια είναι άλλα. Επειδή όμως έδειξαν και δείχνουν τέτοια λυσσαλέα εμμονή για την εγκαθίδρυση της κοσμικής ελευθερίας και ισότητας, δίνεται η εντύπωση ότι γι’ αυτήν και μόνο, με κοινή απόφαση και επιλογή, απέβαλαν σχεδόν εξ ολοκλήρου τον Χριστό και τον Χριστιανισμό και τα ιερά του βιβλία.

Θεωρώ λοιπόν εύλογο να εξετάσουμε πρώτα αυτή την πολυθρύλητη ελευθερία. Να δούμε δηλαδή κατ’ αρχήν, αν συναντούμε τέτοιας λογής ελευθερία στον κόσμο και κατόπιν να μιλήσουμε για την θρησκεία, να αναφερθούμε δηλαδή στα απαραίτητα και αρμόζοντα περί την πίστη.

Η ελευθερία, λοιπόν, απαντάται σε δύο μορφές. Η μία είναι η ελευθερία της ψυχής και η άλλη του σώματος. Εξετάζοντας τον ορισμό της ελευθερίας και στις δυο αυτές μορφές της, διαπιστώνουμε ότι ορίζεται ως η πλήρης αυτονομία, δηλαδή το να μην αναγνωρίζει κανείς κανενός είδους εξάρτηση επάνω του, ούτε να διατάζεται από άλλον, αλλά αυτός να είναι μόνος κύριος και εξουσιαστής του εαυτού του και κανένας άλλος στον κόσμο. Αν λοιπόν αυτό ορίζεται σαν ουσιαστικό γνώρισμα της ελευθερίας, το να μην υπόκειται δηλαδή ο άνθρωπος σε καμμία αρχή, εγώ απορρίπτω ολοσχερώς το γενικό αυτό αξίωμα των αφρονεστάτων αθέων. Δεν αποδέχομαι δηλαδή ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι (ανεξάρτητοι) στον κόσμο. Απεναντίας, υποστηρίζω και αποδεικνύω ότι δεν υπάρχει στον κόσμο καμμιά ελευθερία τέτοιας μορφής: οι άνθρωποι γεννιούνται και ζουν στον κόσμο «δούλοι» (εξαρτημένοι) κατά πολλούς τρόπους.

Και για να μη χάνουμε άσκοπα χρόνο, ποιος εξ όσων έχουν σώας τας φρένας δεν αναγνωρίζει ότι η ανθρώπινη φύση εξ ολοκλήρου, ως δημιούργημα και ποίημα του Θεού, είναι κι αυτή, όπως και όλα τα άλλα κτίσματα, «δούλη» του Θεού, του Δημιουργού και Δεσπότου των όλων; «Τα σύμπαντα δούλα σα», λέει προς τον Θεό ο αληθινός δούλος του, ο προφήτης Δαυΐδ. Και πάλι: «εθεμελίωσας την γην και διαμένει, τη διατάξει σου διαμένει η ημέρα». Αυτό είναι γνώρισμα του δούλου, να πείθεται και να εκτελεί το πρόσταγμα. Όταν λοιπόν, κατά το ιερό στόμα του Δαυΐδ, όλα τα κτίσματα, η γη, η θάλασσα, τα στοιχεία, οι πλανήτες, οι ουρανοί και όσα βρίσκονται σ’ αυτούς είναι δούλα του Θεού, εξαρτώνται από τον Θεό, πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι να αρνηθούν την προς Αυτόν δουλεία τους;

Να αρνηθούν ότι εξαρτώνται απ’ Αυτόν; «Δούλοι» του Θεού λοιπόν είναι και οι άνθρωποι, όπως και όλα τα άλλα κτίσματα. Και είναι τόσο αληθινό το γεγονός ότι είναι δούλος ο άνθρωπος, ώστε όταν είναι αγνώμων προς τον Δημιουργό του και δεν εκτελεί τις εντολές Του, δέχεται τιμωρία και μάλιστα αιώνια. Αυτή μάλιστα η τιμωρία δεν επιφέρεται σε κανένα άλλο αισθητό κτίσμα, γιατί μόνον ο άνθρωπος διακρίνεται από όλα τα υπόλοιπα, επειδή, διαθέτοντας το λογικό και έχοντας στολιστεί με το χάρισμα του αυτεξουσίου, γίνεται με την θέλησή του κακός και αχρείος δούλος και απειθής στα προστάγματα του Δεσπότου.

Είναι λοιπόν ασύνετοι και άφρονες εκείνοι που διακηρύσσουν με τα λόγια και αποφασίζουν δίκην νομοθετήματος ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι. Αυτοί που σκέπτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, συγκαταλέγονται στην αγέλη των οπαδών του Επικούρου. Είναι άθεοι και πιστεύουν ότι η ψυχή είναι θνητή. Είναι αποστάτες των Θείων αποκαλύψεων, αντάρτες εναντίον της Ίδιας της Μεγαλωσύνης του Θεού, αξιομίσητοι και αξιοκαταφρόνητοι από όλα τα κτίσματα, σαν εχθροί του Θεού, του Δημιουργού και Κυρίου του παντός.

Έχουμε λοιπόν εδώ έναν τρόπο «δουλείας» (εξάρτησης) αναγκαίο και αναπόφευκτο, εφ’ όσον είναι αδύνατον να αρνηθεί το δημιούργημα τον Δημιουργό του, το πλάσμα τον Πλάστη του, το αιτιατό την Αιτία του. Ποιος εξ άλλου είναι τόσο αμαθής, ώστε να μη γνωρίζει ότι τα συστατικά μέρη του ανθρώπου είναι δύο, δηλαδή το σώμα και η ψυχή; Και ότι η λογική ψυχή είναι εκείνη που κυβερνά το σώμα, δηλαδή το άλογο μέρος, και το κινεί και το περιφέρει όπου εκείνη θέλει; Υπάρχει λοιπόν κανείς που να μη γνωρίζει και να μην αποδέχεται αυτή την αλήθεια, που είναι γνωστή ακόμα και στους εθνικούς; Μία μικρή παρατήρηση αρκεί, για να την εντοπίσει ο καθένας στην συνείδησή του.

Και δεν εννοώ ότι κάθε λειτουργία του σώματος είναι αποτέλεσμα ψυχικών διεργασιών, διότι υπάρχουν και οι λεγόμενες ζωτικές λειτουργίες του σώματος, όπως η κυκλοφορία του αίματος, η αναπνοή, η διαφοροποίηση των υγρών, η πέψη της τροφής και πολλές ακόμα, γνωστές στην Ιατρική Επιστήμη, που είναι κοινές σε όλα τα ζώα. Η λογική ψυχή ούτε είναι, ούτε λέγεται αιτία των λειτουργιών αυτών. Θέλω όμως να αναλογιστείτε μαζί μου πόση είναι η ισχύς και η εξουσία που έχει η κυρίαρχη ψυχή πάνω σε άλλες λειτουργίες και ορμές του σώματος, το οποίο οι λιμπερτίνοι θεωρούν ότι γεννιέται ελεύθερο.

Σκεφτείτε πώς αντιδρούν όλα τα άλογα ζώα μόλις αντικρύσουν εκείνο που ορέγονται: αμέσως ορμούν ασυγκράτητα για να το απολαύσουν: Το βόδι στα άχυρα, ο σκύλος στο ψωμί ή στο κρέας και κατά τον ίδιο τρόπο όλα τα άλλα είδη. Παρομοίως, την εποχή του ζευγαρώματος, σπεύδουν στην απόλαυση του θηλυκού με την ίδια ασυγκράτητη ορμή. Το ακριβώς αντίθετο βλέπουμε να συμβαίνει με τον άνθρωπο, το ζώο που είναι προικισμένο με την λογική ψυχή. Και πεινά και διψά το ταλαίπωρο αυτό ζώο και διεγείρεται από την φλόγα των σαρκικών επιθυμιών που του προκαλούν τ’ αντικείμενα του πόθου του.

Εν τούτοις, η κυρίαρχη ψυχή που το κατευθύνει, κάποιες φορές δεν του επιτρέπει ούτε την πείνα του να χορτάσει, ούτε την δίψα του να δροσίσει, ούτε την φωτιά της σαρκικής του επιθυμίας να σβήσει. Τον διατάζει να απέχει και απέχει. Να εγκρατεύεται και εγκρατεύεται. Απόστρεψον τους οφθαλμούς σου του μη ιδείν ματαιότητα εν τη οδώ σου και στρέφει αλλού το βλέμμα του. Φύγε, απομακρύνσου για να νικήσεις και πηδάει έξω και στήνει το τρόπαιο της σωφροσύνης. Ποια άλλη μεγαλύτερη εξουσία μπορεί να υπάρξει, από κείνην που εναντιώνεται στην ίδια την φύση και εμποδίζει και καταστέλλει τις φυσικές κινήσεις και επιθυμίες, τους αιώνιους και απαράβατους νόμους της φύσης;

Η λέξη ελευθερία, κατά την ερμηνεία των Ελλήνων, ετυμολογείται από το ελεύθειν ένθα ερά. Δηλαδή να πηγαίνει κάποιος και να κατευθύνεται όπου του αρέσει, όπου επιθυμεί. Και αν κάποιος στερηθεί αυτήν τη δυνατότητα, αν εμποδίζεται να φέρεται ένθα ερά, αυτός ονομάζεται δούλος.

Αναμφίβολα, λοιπόν, το σώμα υποτάσσεται στα νεύματα της λογικής ψυχής, εφ όσον αυτή παρεμποδίζει τις φυσικές του ορμές και δεν του επιτρέπει να άγεται και φέρεται ένθα ερά.

Και όχι μόνον το εμποδίζει από εκείνα που του αρέσουν και το αποκόπτει από τις φυσικές του ορέξεις, αλλά πολύ συχνά το σπρώχνει στα ανεπιθύμητα, σε πράγματα που είναι ολοφάνερα και κατά γενική ομολογία αντίθετα και καταστροφικά στην σύστασή του. Πώς να μη θαυμάσει κανείς την δύναμη μίας τέτοιας εξουσίας; Άλλοτε το παραδίδει χωρίς έλεος σε ξυλοδαρμούς, ξεσμούς και στρεβλώσεις· άλλοτε το στρώνει πάνω σε αναμμένες σχάρες και τηγάνια· άλλοτε το σέρνει γυμνό πάνω στ’ αγκάθια και τα τριβόλια, το ρίχνει σε ασβέστες, το πετά στον βυθό της θάλασσας.

Και, εν τέλει (τι τρομερή εξουσία!), ή με την αγχόνη ή με το ξίφος, το οδηγεί στον θάνατο. Και μην πει κανείς ότι αυτά τα κάνουν οι τύραννοι, όχι. Κυρίως και κατ’ εξοχήν είναι αποτέλεσμα της δύναμης της ψυχής. Οι τύραννοι προτείνουν δυο εναλλακτικές λύσεις: ή συμφωνείς και όλα καλά, ή, αν δεν συμφωνήσεις, θα υποστείς βασανιστήρια και θάνατο. Και η ψυχή επιλέγει. Ή συγκατατίθεται, ή προτιμά το δεύτερο. Αυτή αποφασίζει, αυτή διατάζει με σιωπηλή φωνή το αδύναμο, δειλό και άλογο σώμα να υπομείνει μέχρις εσχάτης αναπνοής. Αν δεν ήταν η ψυχή αιτία όλων αυτών, τότε πώς δοξάζεται και στεφανώνεται από τον αγωνοθέτη Θεό; Και πώς, αντίθετα, αν ηττηθεί, κατακρίνεται και κολάζεται;

Όταν λοιπόν συναντούμε κι άλλου είδους «δουλεία», εξάρτηση του σώματος, απόλυτα φυσική και απαραίτητη, πώς μπορούν να λένε και να γράφουν διάφοροι ματαιόφρονες ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι; Άλλωστε, ο καθένας μας δεν γεννιέται κάτω από την γονική εξουσία; Δεν έχουν οι γονείς εκ φύσεως την απόλυτη εξουσία πάνω μας να μας μεταχειριστούν όπως θέλουν, όταν δεν ζούμε σωστά ή δεν υπακούμε στις προτροπές τους; Δεν μας υποβάλλουν σε τιμωρίες; Δεν μας αποκηρύσσουν και μας αποκληρώνουν από την πατρική κληρονομιά;

Αλλά και κάθε νοικοκύρης, δεν είναι ένα είδος μονάρχη στο σπίτι του; Δεν έχει διάφορους ανθρώπους στην δούλεψή του και λέει στον έναν «έλα» και έρχεται και στον άλλον «κάνε αυτό» και το κάνει; Και τι γίνεται σε κάθε τέχνη και στους μαθητές κάθε ειδικότητας; Δεν υπόκεινται στην εξουσία των δασκάλων τους, σαν σε κυρίους; Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι και υπακούουν με σεβασμό και εκτελούν οπωσδήποτε τα διατεταγμένα και τιμωρούνται αυστηρά, όταν δεν υπακούουν με ακρίβεια στους κανονισμούς της μαθητείας;

Όταν λοιπόν βλέπουμε τους ανθρώπους εξαρτημένους με τόσους τρόπους και ίσως ακόμα περισσότερους, πού είναι η φυσική ελευθερία τους; Ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι μπορούν να αποδεσμευτούν από τις γονικές και τις διδασκαλικές εξαρτήσεις, πώς μπορούμε να παραβλέψουμε την κυριαρχία της σύμφυτης ψυχής και εκείνην της Πρώτης και Ανωτάτης Αιτίας, δηλαδή του Δημιουργού των όλων Θεού;

Στον βαθμό λοιπόν που είναι αδύνατον να μην είναι Κύριος και Δεσπότης των ανθρώπων ο Δημιουργός και Πλάστης τους, καθώς και στον βαθμό που είναι αδύνατον η ψυχή, ως λογική και άυλη φύση, να μην είναι το ηγεμονικό μέρος της ανθρώπινης σύνθεσης, στον ίδιο βαθμό είναι αδύνατον οι άνθρωποι να είναι ελεύθεροι, ανεξάρτητοι.

Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος

Πηγή: ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

 

You cannot copy content of this page