ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ NEWS

Άγιος Οσιομάρτυς Ακάκιος – Άγιος Ευθύμιος ο Πελοποννήσιος – Άγιος Οσιομάρτυς Ιγνάτιος ο νέος

Άγιος Οσιομάρτυς Ακάκιος - Άγιος Ευθύμιος ο Πελοποννήσιος - Άγιος Οσιομάρτυς Ιγνάτιος ο νέος
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του Οσιομάρτυρος Ευθυμίου την 1 Μαΐου, μαζί με τους συναθλητές του Ιγνάτιο και Ακάκιο.

Ορθόδοξος συναξαριστής Κυριακή 1 Μαΐου 2022 – Σήμερα γιορτάζουν οι: Άγιος Οσιομάρτυς Ακάκιος – Άγιος Ευθύμιος ο Πελοποννήσιος – Άγιος Οσιομάρτυς Ιγνάτιος ο νέος.

 Άγιος Οσιομάρτυς Ακάκιος

Ο Άγιος Οσιομάρτυρας Ακάκιος, κατά κόσμον Αθανάσιος, καταγόταν από το Νεοχώρι, σημερινό Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης και γεννήθηκε το 1792 μ.Χ. Οι γονείς του είχαν αναγκασθεί για βιοποριστικούς λόγους να μετακομίσουν το 1805 μ.Χ. στις Σέρρες, όπου παρέδωσαν τον εννιάχρονο Αθανάσιο σε κάποιον υποδηματοποιό, για να του διδάξει την τέχνη του. Όμως η σκληρή συμπεριφορά του και η κακομεταχείριση, εξώθησαν τον Αθανάσιο σε άρνηση της πίστης του, για να απαλλαγεί από τα βάσανα.

Στην πράξη του αυτή τον προέτρεψαν και δύο Οθωμανές, οι οποίες παρακολουθούσαν την απάνθρωπη συμπεριφορά του αφεντικού του και υποσχόμενες μια καλύτερη ζωή στον μικρό Αθανάσιο, τον έπεισαν την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής να αλλαξοπιστήσει. Μωαμεθανός, πλέον, ο Αθανάσιος δέχθηκε την πονηρή επίθεση της μητριάς του, η οποία, καθώς έβλεπε τον Αθανάσιο να μεγαλώνει και να ανδρώνεται, τον ερωτεύθηκε, όπως στην Παλαιά Διαθήκη ερωτεύθηκε τον Ιωσήφ η γυναίκα του Πετεφρή. Επειδή όμως αυτός δεν υποχώρησε και δεν υπέκυψε στο πάθος της μητριάς του, συκοφαντήθηκε από αυτήν στον θετό πατέρα του, με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί από αυτόν. Εκμεταλλευόμενος αυτήν την ευκαιρία κατέφυγε στην Θεσσαλονίκη κοντά στους γονείς του, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τις Σέρρες, μόλις πληροφορήθηκαν την αρνησιθρησκεία του.

Στην συνέχεια, ακολουθώντας τις συμβουλές των γονέων του, μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου, αφού περιπλανήθηκε σε αρκετές μονές, κατέληξε τελικά στην Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στην συνοδεία του Γέροντα Νικηφόρου, ο οποίος τον παρέδωσε ως υποτακτικό στον Γέροντα Ακάκιο, για να τον προετοιμάσει για το μαρτύριο, όπως είχε κάνει και προηγουμένως με τους Οσιομάρτυρες Ευθύμιο και Ιγνάτιο.

Μετά από ένα διάστημα συνεχούς ασκήσεως και αδιάλειπτης προσευχής, ο Αθανάσιος, ο οποίος εκάρη μοναχός και μετονομάσθηκε Ακάκιος, έχοντας τις ευλογίες των λοιπών γερόντων ξεκίνησε, συνοδευόμενος από τον μοναχό Γρηγόριο, ο οποίος είχε συνοδεύσει νωρίτερα και τους δύο παραπάνω Οσιομάρτυρες, για την Κωνσταντινούπολη στις 10 Απριλίου. Ο Άγιος βάδιζε με χαρά προς το μαρτύριο.

Λίγο πριν την αναχώρησή του, πλήρης Πνεύματος Αγίου, έγραψε την ακόλουθη επιστολή προς τον γέροντα και τους αδελφούς μοναχούς:

«Πανοσιώτατε μοι καὶ πνευματικέ μου πάτερ δουλικῶς σοῦ προσκυνῶ καὶ τὴν ἁγίαν δεξιάν σου ἀσπάζομαι.

Τὸ παρόν μου ταπεινὸ γράμμα δὲν εἰν’ εἰς ἄλλο τί εἰ μὴ εἰς τὸ νὰ ζητήσω τὴν εὐχήν σας καὶ διὰ νὰ μάθετε καὶ τὸ καλό μας κατεβώδιο μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἐδικές σας ἁγίες εὐχές. Κατευωδωθήκαμεν εἰς τὴν βασιλεύουσαν τὴ 24η τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς [καὶ ἐμπήκαμεν μαζὶ μὲ τὸν γέροντά μου εἰς τὰ ἐργαστήρια τὰ χαβιαρτζίδικα, ὅπου καὶ ἄλλην φορὰ ἐμπῆκεν ὁ γέροντάς μου], καὶ ἐλπίζω μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ τῆς Κυρίας μου Βασίλισσας καὶ μὲ τὶς ἐδικές σου θερμὲς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον καὶ τῶν συναδέλφων μου νὰ λάβη τέλος κι ἡ ὑπόθεσίς μας.

Τοὺς συναδέλφους μου πολὺ τοὺς παρακαλῶ καὶ τοὺς χαιρετῶ, νὰ μὴν μὲ λησμονήσουν καὶ ἀκούγοντας τὸ μακάριόν μου τέλος νὰ εὐχαριστήσετε τὸν Κύριον ἠμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν Κυρίαν μου Βασίλισσα καὶ νὰ δοξολογήσετε καὶ νὰ καταλύσετε ὅλη τὴν ἑβδομάδα ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει ψυχῆς. Διὰ τοὺς κόπους ποὺ ἐδοκιμάσατε δι’ ἐμὲ μέχρι σήμερα ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, μόνον ὁ ἐπουράνιος βασιλεύς μου νὰ σᾶς ἀντιβραβεύση ἐν τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ μᾶς ἀξιώση ὁ Κύριος νὰ συγκατοικήσουμε ὁμού. Καὶ ὅσοι ἀκόμη συνέδραμαν καὶ βοήθησαν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργο ἂς λάβουν τὸν μισθό τους ἀπὸ τὸν ἐπουράνιον βασιλέα μου.

Ἀκόμη ὅλους τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς ἱερᾶς σκήτεώς μας εὐλαβῶς τοὺς προσκυνῶ, τὸν διδάσκαλό μου, τὸν γέροντα Ὀνούφριον τὸν ἀσπάζομαι, καὶ τοὺς συναδέλφους μου γέροντες, Ἀκάκιον, Ἰάκωβον καὶ Καλλίνικον. Χαιρετίσματα καὶ εἰς τὸν διδάσκαλον Γαβριήλ. Προσκυνήματα καὶ εἰς τὸν παπὰ Ἀγαθάγγελον, ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν του. Τὸν παπὰ Δοσίθεον μετὰ τοῦ γέροντός του καὶ τῆς συνοδίας του προσκυνῶ, ὡς καὶ τὸν γείτονά μας τὸν Νεόφυτον μὲ τὴν συνοδία του. Ἀσπάζομαι ὁμοίως καὶ τὸν γέροντα Μιχαὴλ καὶ τὴν συνοδίαν του. Ταῦτα γράφω ἐν συντομίᾳ γέροντά μου καὶ πνευματικέ μου. Αὔριο λοιπὸν Παρασκευὴ 28 Ἀπριλίου μέλλω νὰ κινήσω εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀθλήσεως καὶ εἴθε οἱ ἅγιες εὐχές σας νὰ μὲ βοηθήσουν. Ἀμήν».

Ο πλοίαρχος, άνθρωπος ευλαβής, όταν έμαθε τον σκοπό του ταξιδιού του Ακακίου, υποσχέθηκε στον Γρηγόριο να μεριμνήσει για την εξαγορά του λειψάνου του μετά το μαρτυρικό του τέλος και να το επανακομίσει ο ίδιος στο Άγιον Όρος. Ύστερα από δεκατρείς ημέρες έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου φιλοξενήθηκαν από κάποιον παντοπώλη, γνώριμο του Γρηγορίου. Το Σάββατο 29 Απριλίου, ο Άγιος Ακάκιος, αφού προετοιμάσθηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τα Άχραντα Μυστήρια, ενδύθηκε με ρούχα τουρκικά και με την καθοδήγηση του αδελφού του καπετάνιου έφθασε στο κριτήριο, όπου ομολόγησε ενώπιον όλων των παρισταμένων την επάνοδό του στην πατρώα πίστη. Εξαιτίας αυτής του της ομολογίας κλείσθηκε φυλακή.

Καθ’ όλη την διάρκεια της φυλακίσεώς του προσπάθησαν επανειλημμένα είτε με κολακείες και υποσχέσεις, είτε με βασανιστήρια και εκφοβισμούς να τον μεταπείσουν. Όλα αυτά όμως δεν κατάφεραν να τον κλονίσουν. Ιδιαίτερα μάλιστα ενισχύθηκε και προετοιμάσθηκε για να αντιμετωπίσει το μαρτύριο, όταν έλαβε τη Θεία Κοινωνία που του μετέφερε κρυφά στην φυλακή ο αδελφός του καπετάνιου με την ευλογία του μοναχού Γρηγορίου από το ναό της Παναγίας της Καταφιανής. Οι Τούρκοι προύχοντες, βλέποντας το σταθερό φρόνημα του Ακακίου, κατάλαβαν πως μάταια κοπιάζουν, γι’ αυτό και αποφάσισαν την θανάτωσή του.

Έτσι,«εἰς τόπον καλούμενον Δακτυλόπορταν», ο Άγιος Νεομάρτυρας Ακάκιος παρέδωσε το πνεύμα του διά του ξίφους το 1816 μ.Χ. Την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με την επικρατούσα συνήθεια, ο μοναχός Γρηγόριος εξαγόρασε το λείψανο του Μάρτυρος με χρήματα που συγκέντρωσε από τους παντοπώλες του Γαλατά και το μετέφερε στη νήσο Πρίγκηπο, όπου επιβιβάστηκαν στο πλοίο με το οποίο είχαν έλθει στην Κωνσταντινούπολη, με προορισμό το Άγιον Όρος. Στις 9 Μαΐου αποβιβάσθηκαν στο λιμενίσκο της μονής Ιβήρων και από εκεί μετέφεραν το τίμιο λείψανο στην Καλύβη του Αγίου Νικολάου, όπου το ενταφίασαν στο παρεκκλήσι των οσιομαρτύρων Ευθυμίου και Ιγνατίου μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, σύμφωνα με την επιθυμία του Οσιομάρτυρα.

Μαρτύριο του Αγίου συνέγραψε ο Καισαρείας Μελέτιος. Ακολουθία κοινή με τους συνασκητές του Αγίου, δηλαδή τον Ευθύμιο από τη Δημητσάνα και τον Ιγνάτιο από την παλαιά Ζαγορά, που μαρτύρησαν στην Κωνσταντινούπολη το 1814 μ.Χ., συνέγραψε ο Ιβηρίτης Ονούφριος, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1862 μ.Χ. Η μνήμη των τριών αυτών Νεομαρτύρων τελείται στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου την 1η Μαΐου.

Άγιος Ευθύμιος ο Πελοποννήσιος

Ο Αγιος Οσιομάρτυς Ευθύμιος, κατά κόσμο Ελευθέριος, καταγόταν από πλούσια οικογένεια της Δημητσάνας. Εκπαιδεύτηκε στη σχολή της πόλεως αυτής και συνέχισε τις σπουδές του, μαζί με τον αδελφό του Ιωάννη, στην Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως. Στην συνέχεια μετέβη στο Ιάσιο της Ρουμανίας, όπου βρισκόταν ο πατέρας του με τα μεγαλύτερα αδέλφια του Γεώργιο και Χρήστο.

Ο Ελευθέριος αποφάσισε να έλθει στο Αγιο Όρος, για να καρεί μοναχός. Μην μπορώντας όμως να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν, μετέβη στο Βουκουρέστι, όπου παρέμεινε κοντά στο Γάλλο πρόξενο, έπειτα δε σε Ρώσο ανώτερο αξιωματούχο. Αργότερα προσκολλήθηκε σε κάποιους Τούρκους και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του προς την Κωνσταντινούπολη αρνήθηκε τον Χριστό, εξισλαμίσθηκε και ονομάσθηκε Ρεσίτης.

Αμέσως μετά την περιτομή του, αισθανόμενος τύψεις συνειδήσεως, ζητούσε να επανέλθει στην πατρώα πίστη. Ήλθε, λοιπόν, στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί, αφού διευκολύνθηκε από τη Ρωσική πρεσβεία, έφθασε στο Αγιο Όρος, όπου συνάντησε στη Λαύρα τον Πατριάρχη Αγιο Γρηγόριο τον Ε’, προς τον οποίο εξομολογήθηκε τα αμαρτήματά του και έτυχε από αυτόν προστασίας και παρηγοριάς. Αφού περιήλθε πολλές σκήτες και μονές εξομολογούμενος την εξωμοσία του και ζώντας με προσευχή, άσκηση και νηστεία, εκάρη μοναχός με το όνομα Ευθύμιος.

Προπεμφθείς από πολλούς μοναχούς του Αγίου Όρους, έφθασε στο Γαλατά της Κωνσταντινουπόλεως στις 19 Μαρτίου του 1814 μ.Χ., συνοδευόμενος από έναν μοναχό με το όνομα Γρηγόριος . Αφού εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων κατά την Κυριακή των Βαΐων, έβγαλε το μοναχικό ένδυμα, ντύθηκε με τουρκικά ενδύματα, έβαλε μετάνοια στο συνοδίτη μοναχό Γρηγόριο και ξεκίνησε την πορεία προς το μαρτύριο. Παρουσιάσθηκε ενώπιον του βεζίρη Ρουσούτ πασά και, αφού καταπάτησε ενώπιον αυτού το τουρκικό φέσι, ομολόγησε τον Ιησού Χριστό Θεό αληθινό και δήλωσε ότι αρνείται την θρησκεία του Μωάμεθ.

Κατά διαταγή του βεζίρη ο Μάρτυς ρίχτηκε στη φυλακή, όπου βασανίστηκε σκληρά. Και όταν πάλι προσήχθη για δεύτερη φορά ενώπιον του άρχοντος, ούτε και αυτήν την φορά δεν ενέδωσε στις κολακείες και στις απειλές. Με σταθερό φρόνημα και γενναία ψυχή ο Οσιομάρτυς Ευθύμιος ομολογούσε το όνομα του Κυρίου.

Έτσι αποκεφαλίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 22 Μαρτίου 1814 μ.Χ. Οι συμπατριώτες του, για να τον τιμήσουν, έκαναν ναό στο όνομα του μαζί με αυτό του εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ στη Δημητσάνα.

Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του Οσιομάρτυρος Ευθυμίου και την 1η Μαΐου, μαζί με τους συναθλητές του Ιγνάτιο και Ακάκιο.

Άγιος Οσιομάρτυς Ιγνάτιος ο νέος

Ο Οσιομάρτυρας Ιγνάτιος, ο μέγας της Οικουμένης ο φωστήρας, ανέτειλεν ως άλλος ήλιος από την ανατολή, από την περιώνυμη πόλη Κίο, η οποία αυτή πόλη είναι παλαιά, ελληνική, των Ιώνων αποικία.

Ο Οσιομάρτυρας Ιγνάτιος γεννήθηκε στην Κίο από γονείς ευσεβείς, ενάρετους και φιλόθεους. Ο Όσιος Ιγνάτιος διδάχθηκε από τους γονείς του την αρετή αλλά και από τους δασκάλους του, την Θεόπνευστη γραφή και το ιερό Ευαγγέλιο.

Ο Όσιος ως φρόνιμος νέος στοχάσθηκε ν’ αρνηθεί τον κόσμο και να φορέσει το αγγελικό σχήμα, αλλά η σχέση και η αγάπη των γονέων του και η μεγάλη υπακοή όπου είχε προς αυτούς, τον τραβούσαν πίσω, έως ότου πέθαναν οι γονείς του. Αφού αναπαύθηκαν εν Κυρίω, τότε ο Άγιος βρίσκοντας ευκαιρία πωλεί όλα του τα υποστατικά κα όσα χρήματα έλαβε, τα έδωσε όλα ελεημοσύνη στους φτωχούς, χήρες και ορφανά και μόνο για τρεις ημέρες κράτησε ζωοτροφίαν και ευθύς πήγε εις τον Όλυμπο της Βιθυνίας.

Εκεί ο Άγιος Ιγνάτιος βρήκε το μοναστήρι του Αγίου Αυξεντίου και αμέσως ο τότε ηγούμενος, τον ένδυσε το μέγα και άγιον αγγελικό σχήμα γνωρίζοντας εκ Πνεύματος Αγίου, ότι θα γινόταν σκεύος εκλογής κατά τον μέγα Παύλο και να ομολογήσει το όνομα του Χριστού ενώπιον βασιλέων και τυράννων. Ποιος είναι σε θέση να καταγράψει τις αρετές του και τα μεγάλα κατορθώματα, την άκρα ταπείνωση, τις υπεράνθρωπες νηστείες, αγρυπνίες, αδιάλειπτες προσευχές, τα από κατάνυξη εκχεόμενα (ποταμηδόν) δάκρυα και την μέχρι θανάτου υπακοήν, τους άπειρους πειρασμούς του διαβόλου, της σάρκας τα άτακτα σκιρτήματα και την ματαιότητα του κόσμου.

Ο Άγιος Ιγνάτιος «αρματώθηκε» με την «μάχαιραν του Παναγίου Πνεύματος», δηλαδή τον ζωντανολόγο για να νικήσει τις αρχές και εξουσίες, τους κοσμοκράτορες του σκότους, τα πνεύματα δηλαδή όλα της πονηρίας. Ο Άγιος επιθυμούσε να μαρτυρήσει υπέρ του ονόματος του Χριστού και πάντοτε προσευχόταν στο Θεό με θερμά δάκρυα να αξιωθεί μαρτυρικού τέλους και έλεγε «επιθυμώ αναλύσαι και συν Χριστώ είναι».

Είχε τόσο θείο έρωτα ώστε έφθασε σ’ ένα ενθουσιασμό να εξομολογηθεί στον ηγούμενο και πνευματικό του πατέρα ότι επιθυμεί το μαρτυρικό τέλος. Ο ηγούμενος τον εμπόδιζε λέγοντας, «ότι πολλές είναι οι παγίδες του διαβόλου και πρόσεχε παιδί μου καλώς, ότι το μεν πνεύμα πρόθυμο η δε σάρκα ασθενής». Ο Άγιος ακόμη περισσότερο γινόταν ζηλωτής και αποφάσισε να γίνει μιμητής του πάθους του Χριστού, ο οποίος τον αξίωσε να έχει τέλος μαρτυρικό.

Όταν άρχισε ο πόλεμος κατά τω Αγίων εικόνων και εξορίζονταν όσοι τιμούσαν τις ιερές εικόνες (επί Λέοντος Γ’ του Ισαύρου), του Αγίου σφάδαζε και καιγόταν η καρδιά του από τον θείο έρωτα και έλεγε «ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού η μέρα σωτηρίος, ιδού καιρός αρμόδιος να μαρτυρήσω υπέρ του ονόματος του Χριστού και Θεού μου, δια τας αγίας και πανσέπτους εικόνας, ας σφαγώ, ας πνιγώ, ας θυσιάσω την ζωή μου, εμπί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος».

Έτσι αφήνει τον ησυχαστικό βίο και την ασκητική ζωή, έρχεται στην πατρίδα του την Κίο και ανταμώνεται με τον αγιώτατον και σοφώτατον επίσκοπον Κίου κύριον Ευστάθιον (βλέπε 29 Μαρτίου), άνθρωπο ενάρετο, σοφότατο και διδακτικότατο, πλήρη Πνεύματος Αγίου. Ο Άγιος συναναστράφηκε με τον Άγιο Ευστάθιο και διδάχθηκε απ’ αυτόν τα μεγάλα και υπερφυή μυστήρια της θεολογίας, και άλλα απόρρητα έμαθε από τον Ευστάθιον, ώστε αποφάσισαν και οι δύο να θανατωθούν για τις άγιες εικόνες και να φυλάξουν ακίβδηλη και απαραμείωτη την πατροπαράδοτη πίστη.

Στη συνέχεια ο Άγιο Ευστάθιος έλεγξε τον τύραννο και έφερε αποδείξεις και μαρτυρίες από την θεόπνευστη γραφή, από το ιερόν Ευαγγέλιο και από τις παραδόσεις των Θεοκηρύκτων Αποστόλων ώστε τον έκανε αναπολόγητο.

Ο Άγιος Ιγνάτιος έμεινε στην πατρίδα του την Κίο, νηστεύοντας, αγρυπνών και προσευχόμενος. Κάθε μέρα μεταλάμβανε τα άχραντα μυστήρια, την αθάνατη τροφή της ψυχής για να ενδυναμωθεί πνευματικώς. Αφού δυναμώθηκε πνευματικά πήγε στο Βυζάντιο και παρουσιάσθηκε στον τύραννο Λέοντα κηρύττοντας την αγγελική αλήθεια. Ο Άγιος Ιγνάτιος αφού είπε στον τύραννο όλη την διδασκαλία για τις εικόνες βγάζει παρευθύς μια εικόνα του Σωτήρος Χριστού όπου είχε εγκόλπιο και την ασπαζόταν λέγων «ει τις την εικόνα του Χριστού, και της Θεοτόκου, και των αγίων πάντων δεν προσκυνά σχετικώς είη της αιωνίω αναθέματι».

Ο ασεβής Λέων έγινε παράφρονας από τον θυμό του, και προστάζει παρευθύς τους δημίους και τον δέρνουν τόσο σκληρά και απάνθρωπα, ώστε η γη κοκκίνησε από το αίμα του Αγίου. Ο Άγιος χαιρόταν αγαλλόμενος σαν να ήταν καμία πανήγυρις και έλεγε «Δόξα σοι Κύριε ο Θεός μου, ότι ηξίωσάς με ατιμασθήναι υπέρ του ονοματός σου και υπέρ των αγίων εικόνων σου». Έτσι όπως ήταν ο Άγιος ανεπιμέλητος τον έριξαν στην φυλακή και την νύκτα εμφανίζεται ο Δεσπότης Χριστός και του δίνει θάρρος λέγων «μετά σου ειμί, θάρσει, μη φοβού από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων τι ποιήσαι» και βρέθηκε υγιής ο Άγιος.

Έμεινε στη φυλακή άσιτος και άποτος σαράντα ημέρες, μόνος με τη θεία χάρη να τον δυναμώνει. Μετά απ’ όλα αυτά του λέγει ο τύραννος «άραγε, ω Ιγνάτιε, εσωφρονίσθης από τας τιμωρίας όπου έλαβες ή μένεις πάλιν εις την πρώτη ισχυρογνωμίαν, και άτεκτον γνώμην σου»; Ο Άγιος με Θαρραλέο φρόνημα και ανδρεία γνώμη είπε προς τον τύραννο «ω βασιλεύ, βέλη νηπίων ελογίσθησαν αι πληγαί σου, όποιον μεγαλύτερον κακόν, ή τιμωρίαν έχεις να κάμης εις εμένα κάμε την, εγώ παντελώς δεν σε φοβούμαι».

Τότε ο Λέων βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του, τον εξόρισε σε ένα ερημονήσι πετρώδες αναμεταξύ Μυτιλήνης και Τενέδου, να μην έχει καμία ανθρώπινη βοήθεια, να αποθάνει από την μεγάλη κακοπάθεια και έλλειψη των αναγκαίων αλλά ο άγιος δοξάζων και ευλογών τον Θεόν, και περιφέρων τα στίγματα του Χριστού στο σώμα του έμεινε εκεί τρεφόμενος με τα άγρια χόρτα της γης, η δε θεία δίκη, δεν πέρασε πολύς καιρός, και τιμώρησε τον Λεόντα και τον έπιασε μια συστροφή εντέρων και τόση σφοδρότατη δυσεντερία, ώστε του σάπησαν όλα του τα έντερα. Έτσι βρήκε φρικτό θάνατο. Μετά από τον Λέοντα έγινε βασιλιάς ο υιός του Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος.

Ο Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος πρόσταξε όσοι εξορίσθηκαν από τον πατέρα του Λέοντα να παραμείνουν στην εξορία. Έτσι ο Άγιος Ιγνάτιος έμεινε σ’ εκείνο το ερημονήσι χωρίς ανθρώπινη βοήθεια, μόνος με το Θεό. Ο Θεός φώτισε κάποιους ψαράδες όπου πήγαιναν εκεί να ψαρέψουν και γνώρισαν τον Άγιο και του έφερναν παξιμάδια και νερό, διότι ούτε νερό δεν υπήρχε εκεί. Ο Άγιος σ’ αυτό το ερημονήσι από την πολλή κακοπάθεια και από το γήρας ατόνησε και γνώρισε το τέλος της ζωής του και αφού κάλεσε τους ψαράδες τους είπε να φέρουν ένα ιερέα να τον μεταλάβει τα άχραντα μυστήρια, το τίμιο και πανάγιο σώμα του Δεσπότου Χριστού. Οι ψαράδες αμέσως έφεραν ιερέα και τον μετάλαβε τα άχραντα μυστήρια και μετά από λίγη ώρα είπε «Κύριε εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», εκοιμήθη εν Κυρίω την 8η Οκτωβρίου.

Τον Άγιο του λείψανο το ενταφίασαν ο ιερεύς και οι ψαράδες στον τόπο όπου ασκήτευε ο Άγιος. Κάθε νύχτα οι ψαράδες έβλεπαν ένα ουράνιο φως επάνω στον τάφο του Αγίου. Μετά από καιρό δύο Κιώτες συμπολίτες συγγενείς και φίλοι άκουσαν για την κοίμησή του και πήγαν να πάρουν κανένα μέρος των λειψάνων του δια αγιασμόν της πατρίδος τους. Όταν πήγαν βρήκαν και άλλους χριστιανούς να διαμερίζουν τα άγια λείψανα του Αγίου Ιγνατίου και πήραν και αυτοί τον δεξιό κάλαμο του χεριού με πολλή χαρά να το πάνε στην Κίο.

Κατά την διάρκεια του ταξιδιού έγινε φουρτούνα μεγάλη και αυτοί απελπισμένοι φώναζαν «Άγιε Ιγνάτιε βοήθησον ημίν» και φάνηκε ο Άγιος στην πρύμνη του καϊκιού βαστώντας την εικόνα του Χριστού και είπε προς αυτούς «θαρσείτε, μη φοβείσθε, εγώ ειμί μεθ’ ημών» και ευθύς έπαυσε η φουρτούνα και έγινε γαλήνη μεγάλη και έφθασαν στην Κίο χαρούμενοι.

Αυτοί οι δύο έκρυψαν αυτόν τον θησαυρό σ’ ένα παραθαλάσσιο μαγαζί όπου τώρα είναι ο πάνσεπτος ναός του. Μόλις πέθανε ο Κοπρώνυμος έκτισαν αυτό το μαγαζί πάνσεπτο ναό και έβαλαν εκεί τον πολυτίμητο θησαυρό, ο οποίος πηγάζει ιάματα σ’ αυτούς που προστρέχουν με πίστη και πόθο θερμό, ιατρεύει διάφορα πάθη ανίατα και παύει λοιμικές νόσους.

Ιερά Λείψανα: Η Κάρα του Αγίου Ακακίου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος Αγίου Όρους.

Μέρος των Λειψάνων του Αγίου Ακακίου βρίσκονται στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Αγίου Όρους.

Η Κάρα του Αγίου Ιγναντίου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος Αγίου Όρους.

Μέρος των Λειψάνων του Αγίου Ιγναντίου βρίσκονται στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Αγίου Όρους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Λυχνία τρίφωτος, κόσμω ἐδείχθητε, Ὁσιομάρτυρες, Χριστοῦ τρισάριθμοι, τὴν Ἐκκλησίαν τοὶς αὐγαὶς πυρσεύοντες τῶν ἀγώνων, ἔνδοξε Εὐθύμιε, ἀφθαρσίας τὸ στέλεχος, ἱερὲ Ἰγνάτιε, ἐγκράτειας τὸ ἔσοπτρον, καὶ ρόδον ἀκακίας Ἀκάκιε, ὅθεν ὑμᾶς ὑμνολογοῦμεν.

 

You cannot copy content of this page