Κήρυγμα

Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Γιαννακόπουλος: Η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου

Το κήρυγμα της Κυριακής 8 Νοεμβρίου
Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Γιαννακόπουλος: Το κήρυγμα της Κυριακής Ζ' Λουκά

Στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα βλέπουμε τον Κύριο να πηγαίνει στο σπίτι του αρχισυναγώγου Ιαείρου, προκειμένου να θεραπεύσει την κόρη του. Στο δρόμο λοιπόν, κάποια γυναίκα ανάμεσα στο πλήθος, που υπέφερε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια και είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία στους γιατρούς, χωρίς κανένας να μπορέσει να την κάνει καλά, πήγε πίσω από τον Ιησού, άγγιξε το ρούχο Του και αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία.

Τότε ο Ιησούς είπε: «Τις ο αψάμενός μου;» (ΛΟΥΚΑ 8, 45). «Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;» (ΛΟΥΚΑ 8, 45). Ενώ όλοι αρνούνται, ο Πέτρος λέει: «Διδάσκαλε, οι όχλοι έχουν στριμωχθεί κοντά Σου και σε πιέζουν κι Εσύ λες ποιος με άγγιξε;» (ΛΟΥΚΑ 8, 45). Και ο Κύριος επιμένει, ότι κάποιος Τον άγγιξε.  Είχε καταλάβει ότι βγήκε από πάνω Του θαυματουργική δύναμη. Τότε η αιμορροούσα πήγε μπροστά στον Κύριο και ομολόγησε μπροστά σε όλους το θαύμα.

     Και ο Χριστός την ευλόγησε λέγοντας: «Να έχεις θάρρος, κόρη μου! Η πίστη σου σε έχει σώσει. Πήγαινε στο καλό ειρηνική!» (ΛΟΥΚΑ 8, 48). Ο Κύριος είχε την αίσθηση ότι μόνο ένας Τον άγγιξε. Όλοι όσοι Τον είχαν στριμώξει, αρνήθηκαν ότι Τον άγγιξαν. Μόνο μία γυναίκα είχε τη συνείδηση ότι Τον άγγιξε ουσιαστικά, με πίστη και ταπείνωση!

Από τότε εκατομμύρια άνθρωποι πλησιάζουν τον Κύριο: όταν προσεύχονται, όταν μελετούν την Αγία Γραφή, όταν προσέρχονται στο Μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, αλλά κυρίως όταν κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Πλήθη πιστών Τον πλησιάζουν, αλλά ποιος πραγματικά Τον αγγίζει όπως η αιμορροούσα γυναίκα και νιώθει θεία δύναμη να πλημμυρίζει την ύπαρξή του; Για ποιον ο Κύριος μπορεί να πει σήμερα, ότι κάποιος με άγγιξε, ήλθε σε αληθινή κοινωνία μαζί μου; Ίσως η απάντηση είναι απογοητευτική.

     Εκείνη την ώρα του θαύματος αυτού, έρχεται κάποιος από το σπίτι φέρνοντας τη θλιβερή είδηση στον Ιάειρο ότι η κόρη του έφυγε από τη ζωή, να μην κουράζει τον Διδάσκαλο. Ο Κύριος όμως είπε στον συντετριμμένο πατέρα: «Μη φοβού· μόνον πίστευε, και σωθήσεται» (ΛΟΥΚΑ 8, 50). «Εσύ μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί» (ΛΟΥΚΑ 8, 50). Είναι κάποιες στιγμές στη ζωή μας κατά τις οποίες νιώθουμε ότι δεν αντέχουμε, ότι λυγίζουμε κάτω από το βάρος των θλίψεων και των πειρασμών. Πολλοί είναι εκείνη τη στιγμή οι λογισμοί της ολιγοπιστίας ακόμη και της απιστίας. Και τότε ο Κύριος λέει και σε εμάς: «Μη φοβού· μόνον πίστευε» (ΛΟΥΚΑ 8, 50). Μη φοβάσαι, κράτα σταθερή και ασάλευτη την εμπιστοσύνη σου σε Εμένα! Σε τέτοιες δύσκολες ώρες να μην επιτρέψουμε να σβήσει μέσα μας η πίστη και η ελπίδα. Να πλησιάζουμε περισσότερο τον Κύριο.

     Στο σπίτι του αρχισυναγώγου όλοι έκλαιγαν και θρηνούσαν για τη νεκρή κόρη του Ιαείρου. Μέσα στο σπίτι επικρατούσε μία απέραντη θλίψη, μέχρι τη στιγμή που εμφανίσθηκε ο Κύριος μπροστά τους. Τότε ο Ιησούς τους λέει: «Μη κλαίετε· ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει» (ΛΟΥΚΑ 8, 52). «Μην κλαίτε· δεν πέθανε, αλλά κοιμάται» (ΛΟΥΚΑ 8, 52). Εκείνοι όμως Τον περιγελούσαν, επειδή γνώριζαν και είχαν βεβαιωθεί ότι το κοριτσάκι είχε πεθάνει. Ο Κύριος χλευάσθηκε την ώρα που έδινε μία πολύτιμη συμβουλή σε ανθρώπους που πενθούν τον δικό τους άνθρωπο, όταν φανέρωνε την πιο ελπιδοφόρα αλήθεια της ζωής μας, ότι δηλαδή ο θάνατος είναι ύπνος. Είπε τα λόγια αυτά σε εκείνους, διότι σε λίγο θα έδινε και πάλι τη ζωή στην κόρη του Ιαείρου. Απευθύνει όμως τα ίδια λόγια και σε εμάς για να μας βεβαιώσει για την τελική ανάσταση. Να μας βεβαιώσει ότι η ζωή δεν σταματά στον τάφο, αλλά συνεχίζεται.

     Με τα λόγια Του αυτά ο Κύριος δεν μας αποτρέπει να πενθούμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα που φεύγουν από τη ζωή. Μας αποτρέπει όμως να τους πενθούμε απαρηγόρητοι και απελπισμένοι. Διότι δεν χάθηκαν για πάντα. Κάποια στιγμή θα τους συναντήσουμε και πάλι στην αιώνια ζωή. Στην κοινή ανάσταση θα αναστηθούν και εκείνοι όπως όλοι οι νεκροί, και έτσι όλοι μαζί αχώριστοι θα υμνούμε για πάντα την Αγία Τριάδα στην απέραντη αιωνιότητα.

Η Εκκλησία με τη διδασκαλία της δεν μένει στο συναίσθημα της θλίψης και της οδύνης απέναντι του θανάτου. Η ελπίδα στη μέλλουσα ζωή ζωογονεί και φωτίζει το λογισμό, αναπτερώνει το φρόνημα και δεν αφήνει τον άνθρωπο να καταποντισθεί στο πέλαγος της λύπης και της απελπισίας. Μπορεί να πονάμε και να θλιβόμαστε, όταν αποχωριζόμαστε προσφιλή πρόσωπα, αλλά δεν πρέπει να οδηγούμαστε στην απόγνωση και στην απελπισία.

     Αυτή τη σωστική ελπίδα μας παρέχει το θαύμα της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου. Αυτή την ελπίδα πρέπει να την καλλιεργούμε, προκειμένου να ξεφεύγουμε από αρνητικές ψυχολογικές καταστάσεις. Η ελπίδα για την ψυχή είναι ό,τι η αναπνοή στο ζωντανό πλάσμα. Έτσι ο πιστός άνθρωπος πετυχαίνει τη διανοητική και ψυχολογική ισορροπία, για να αξιοποιήσει τη ζωή του στη δημιουργία και στην προσφορά, πορευόμενος προς την αιωνιότητα. Αν χαθεί η ελπίδα από μέσα μας, χαθήκαμε κι εμείς.

Γι’ αυτό να είμαστε προσεκτικοί και να μην αφήνουμε τον εαυτό μας να οδηγείται στην απογοήτευση και στην απελπισία. Μακάρι όλοι να αξιωθούμε να αποκτήσουμε τέτοια πίστη στον Νικητή του θανάτου, τον Κύριο και Λυτρωτή μας, ώστε να ζήσουμε από τώρα την αλήθεια ότι ο θάνατος είναι κοίμηση. Είναι ύπνος. Να μην απελπιζόμαστε! 

Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Γιαννακόπουλος
Εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Αλεξίου Αιγίου

orthodoxia.online
Ευλογημένη Κυριακή

You cannot copy content of this page