Συναξαριστής

Σάββατο 27 Ιανουαρίου: Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Η ανακομιδή του λειψάνου του εν Αγίοις Πατρός ημών Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου

Ούτος ο μακάριος και θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, διατί δεν επαράβλεπε το δίκαιον κατά φιλοπροσωπίαν, αλλά ήλεγχε την βασίλισσαν Ευδοξίαν δια τας παρανομίας και αδικίας οπού έκαμνε, και μάλιστα διατί τυραννικώ τρόπω επήρε τον αγρόν μιας χήρας, Καλλιτρόπης καλουμένης: τούτου χάριν εξωρίσθη μεν δύω φοραίς, και πάλιν ανεκαλέσθη από την εξορίαν.

Τρίτον δε και τελευταίον, επέμφθη εις Κουκουσόν, η οποία, κατ’ άλλους μεν, είναι χωρίον κοντά εις την Τοκάτην, και λέγεται τώρα τουρκιστί Κεκζ. Κατ’ άλλους δε, είναι η λεγομένη Κόκουσις και Κόκουσα, και ευρίσκεται εις το σύνορον της Καππαδοκίας και της ελάσσονος Αρμενίας, τιμωμένη με θρόνον Επισκόπου. Από δε την Κουκουσόν εξωρίσθη εις Αραβισσόν, η οποία τώρα ονομάζεται Αραπισσός, ως λέγουσί τινες. Από δε τον Αραπισσόν, εξωρίσθη εις Πιτυούντα, η οποία και τώρα έτζι ονομάζεται, ήτις και αυτή είναι κοντά εις την Τοκάτην, και λέγεται κατά άλλους Μπίζερε. Αυτοί δε οι τρεις τόποι ήτον, όχι μόνον έρημοι και υστερημένοι από τα αναγκαία, αλλά και επολεμούντο από τους πλησιοχώρους Ισαύρους.

Εκεί λοιπόν ευρισκόμενος εξόριστος ο μέγας ούτος Πατήρ και ένσαρκος Άγγελος, εκαλέσθη εις τους Ουρανούς από τον Δεσπότην των απάντων, δια μέσου Πέτρου και Ιωάννου των ιερών Αποστόλων, και έτζι μεταβαίνει από την γην εις τας ουρανίους και αιωνίους σκηνάς. Το δε άγιον αυτού λείψανον αποθησαυρίζεται εις τα Κόμανα της Καππαδοκίας, ομού με τα άγια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων, Βασιλίσκου και Λουκιανού, καθώς παρ’ αυτών των ιδίων απεκαλύφθη εις αυτόν με οπτασίαν νυκτερινήν.
Αφ’ ου δε απέθανεν ο βασιλεύς Αρκάδιος και η γυνή του Ευδοξία, και εδιαδέχθη την βασιλείαν ο τούτων υιός Θεοδόσιος ο μικρός εν έτει υη’ [408], τότε ο Άγιος Πρόκλος, ο μαθητής και Διάκονος χρηματίσας του θείου Χρυσοστόμου, με κοινήν ψήφον έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Και λοιπόν κατά τον τέταρτον χρόνον της πατριαρχείας του, ήτοι εν έτει υλε’ [435], έπεισε τον βασιλέα, και έπεμψε δια να φέρουν εις Κωνσταντινούπολιν το λείψανον του θείου Πατρός. Επειδή δε ο Άγιος δεν έδωκε τον εαυτόν του, αλλ’ έμεινεν ακίνητος (τούτο δε το έκαμε, διατί με αυθεντίαν και υπερηφάνειαν ήθελε να πάρη το λείψανόν του ο βασιλεύς. Τον οποίον εβούλετο να διδάξη ο Άγιος ταπεινοφροσύνην και μετριότητα). Επειδή, λέγω, ο Άγιος έμεινεν ακίνητος, τούτου χάριν παρακαλεί αυτόν ο βασιλεύς δια μέσου της ακολούθου επιστολής, ήτις περιείχε ταύτα.

Επιστολή του βασιλέως Θεοδοσίου.

Εις τον οικουμενικόν Πατριάρχην και Διδάσκαλον και πνευματικόν Πατέρα Ιωάννην τον Χρυσόστομον, την προσκύνησιν προσφέρω εγώ ο βασιλεύς Θεοδόσιος. Ημείς, Πάτερ τίμιε, νομίζοντες, πως είναι το σώμα σου νεκρόν, καθώς είναι και τα άλλα σώματα των αποθανόντων, ηθελήσαμεν να μεταφέρωμεν αυτό απλώς εις ημάς. Δια τούτο και του ποθουμένου δικαίως υστερήθημεν. Αλλά συ, Πάτερ τιμιώτατε, συγχώρησον εις ημάς, οπού μετανοούμεν. Συ γαρ εδίδαξες εις όλους την μετάνοιαν. Και δος τον εαυτόν σου, ως πατήρ φιλόπαις, εις ημάς τους φιλοπάτορας υιούς σου, και τους σε ποθούντας εύφρανον δια της παρουσίας σου.

Όταν λοιπόν επέμφθη η επιστολή αύτη, και εβάλθη επάνω εις το στήθος του Αγίου, τότε έδωκε τον εαυτόν του ο θείος Πατήρ, και το σεντούκι οπού είχε το άγιον λείψανον, ευκόλως και χωρίς κόπον εφέρετο. Εις καιρόν δε οπού έφθασε το άγιον λείψανον αντίπερα εις την Κωνσταντινούπολιν, ευγήκε μεν ο βασιλεύς και όλη η σύγκλητος δια να προϋπαντήσουν. Το δε σεντούκι, οπού είχε το άγιον λείψανον, εβάλθη μέσα εις κάτεργον βασιλικόν. Γενομένης δε φουρτούνας, τα μεν άλλα καΐκια, διεσκορπίσθησαν εις ένα και άλλο μέρος. Το δε κάτεργον, οπού είχε το άγιον λείψανον, ευγήκεν εις τον αγρόν της Καλλιτρόπης χήρας, την οποίαν η Ευδοξία αδίκησεν, ως προείπομεν.

Και αφ’ ου απεδόθη ο αγρός εις την χήραν, τότε έγινε και εις την θάλασσαν γαλήνη. Πρώτον λοιπόν εφέρθη το άγιον λείψανον εις τον Ναόν του Αποστόλου Θωμά, τον ονομαζόμενον του Αμαντίου, οπού και ο βασιλεύς ήτον παρών, και εσκέπαζε με την βασιλικήν του χλαμύδα την θείαν σορόν του λειψάνου, και ομού επαρακάλει τον Άγιον δια να στήση τον κλόνον του τάφου της μητρός του. Ο οποίος εκλονείτο και έτρεμεν ήδη εικοσιπέντε χρόνους. Και δη και επέτυχε της αιτήσεως. Εστάθη γαρ παραδόξως ο κινούμενος τάφος εκείνης.

Έπειτα εφέρθη εις τον Ναόν της Αγίας Ειρήνης. Εκεί δε έβαλον το άγιον λείψανον επάνω εις το ιερόν σύνθρονον, και εβόησαν άπαντες. «Απόλαβε τον θρόνον σου Άγιε». Μετά ταύτα απόθεσαν το σεντούκι του λειψάνου επάνω εις βασιλικήν καρότζαν, και έφερον αυτό εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων. Εκεί δε έβαλον το άγιον λείψανον επάνω εις την ιεράν καθέδραν, και ω του θαύματος! επεφώνησεν εις τον λαόν το, Ειρήνη πάσι. Και ύστερον εβάλθη υποκάτω εις την γην, οπού και τώρα ευρίσκεται. Όταν δε η ιερά Λειτουργία ετελείτο, θαύματα μεγάλα εγίνοντο από τα οποία ένα είναι και τούτο.

Ένας άνθρωπος πάσχωντας από ασθένειαν ονομαζομένην αρθρίτιδα, διατί προξενεί πόνους και οδύνας εις τα άρθρα και τας αρμονίας των μελών του σώματος, αυτός, λέγω, παράλυτος ων, και σχεδόν ακίνητος, επίασε το ιερόν στεντούκι, οπού είχε το του Αγίου λείψανον. Και ω του θαύματος! παρευθύς ελευθερώθη τελείως από το πάθος. Έτζι ηξεύρει να δοξάζη ο Θεός εκείνους, οπού τον δοξάζουν δια της πολιτείας των. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εν τω πανσέπτω Ναώ των Αγίων Αποστόλων, όπου και το ιερόν αυτού σώμα ευρίσκεται υποκάτω του θυσιαστηρίου.

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης