Advertisements
Ορθοδοξία

Υποτίμησα τη δύναμη του Διαβόλου

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: Ξέρεις, Κληδόνιε, τα παθήματα που σε μένα επέτρεψε ο Θεός, πρέπει να ’χουν αιτία και μάλιστα σοβαρή.
Advertisements

Ο Κληδόνιος άκουγε κι αισθανότανε ότι έμπαινε βαθειά στην ψυχή του μεγάλου και θεόπνευστου Γρηγορίου. Ένιωθε τυχερός που του ξεσκέπαζε τόσο την ψυχή του. Δεν μπορούσε ακόμα ο Κληδόνιος, μολονότι χρόνια είχε ζήσει τόσο κοντά το Γρηγόριο, δεν μπορούσε να κατανοήσει τη μεγάλη ευκολία, με την οποία ο μεγάλος ιερός άνδρας άνοιγε την καρδιά του.

Είχε τόσο προχωρήσει πνευματικά που εξομολογιότανε δημόσια. Και τώρα ήθελε πάλι να καθαρίσει την καρδιά του από ένα βάρος, μια σοβαρή αμαρτία του:

-Ξέρεις, Κληδόνιε, τα παθήματα που σε μένα επέτρεψε ο Θεός, πρέπει να ’χουν αιτία και μάλιστα σοβαρή. Γιατί, βέβαια, δεν είμαι κανένας πρωταθλητής της υπομονής, ώστε να μού τα φορτώνει ο Θεός, για να ’χω μεγαλύτερο μισθό. Άλλο είναι. Κι έψαξα μέσα μου πολύ. Έψαξα να βρω, ποιο είναι κείνο, απ’ όλα μου τα σφάλματα, απ’ όλες μου τις αμαρτίες, που στενοχωρεί περισσότερο τον Κύριό μας. Αυτό, φυσικά, είναι και η αιτία που με τιμωρεί ο Θεός.

-Τι ’ναι αυτά που λές, γέροντα –διέκοψε ο Κληδόνιος- η αγιότης σου καί…. μεγάλη αμαρτία; Ο Γρηγόριος δεν ήθελε διακοπές:

-Δεν ξέρεις το βάθος του ανθρώπου, Κληδόνιε. Εκεί που γίνεται θρόνος φωτεινός του αγίου Πνεύματος, εκεί φωλιάζει και η αμαρτία. Ο πειρασμός είναι πανούργος και μπορεί όσα δε βάζει ο νούς μας.

-Μά το ’χω δεί, γέροντα, εσύ μιλάς με το ίδιο το άγιο Πνεύμα. Σε είδα τουλάχιστον τρείς φορές καταυγασμένον από φως θείο. Το θυμάμαι σά να ’ναι τώρα κι άς πέρασαν τόσα χρόνια…. τότε που ζούσε ο άγιος πατέρας σου και πάλι μετά την κοίμησή του…

Τα λόγια του Κληδόνιου ενοχλήσανε το Γρηγόριο, που συνέχισε:

-Έλα, έλα και λογικέψου λίγο, μη λές τέτοια πράγματα… Να σου εξηγήσω, λοιπόν. Με μένα έγινε τούτο: Αποφάσισα να ελευθερωθώ απ’ όλα τα κοσμικά, για ν’ αφοσιωθώ στο Θεό, να έχω το νού μου μόνο στο Θεό. Αχ, πόση γαλήνη σου δίνει αυτό, πόση σαγήνη έχει τότε ο Θεός… Τα πέταξα όλα και χρήματα και σπίτια και χωράφια και αξιώματα…. Και νόμιζα, φίλε αγαπημένε, ότι πιά τίποτα δε θα μ’ ενοχλήσει. Θάρρεψα πως η θυσία των κοσμικών και η αφοσίωση μου στο Θεό θα με κάνουνε πανελεύθερο αετό.

Πέταγα στ’ αλήθεια, στα σύννεφα, ήμουν ανάλαφρος. Ένιωθα να έχω φτερά χρυσά, που με πηγαίνανε ψηλά, κοντά στο θρόνο του Θεού. Γευόμουνα τα θεία κι αισθανόμουνα μακάριος… μια κατάσταση πάνω από τα εγκόσμια κι απ’ όλους τους ανθρώπους, που δεν μπορούσανε να μού κόψουνε το δρόμο. Αυτό ήταν Κληδόνιε. Μού ’δωσε ο Θεός δόξα πνευματική κι έπειτα με ’ριξε στη γή, στα βάσανα, μ’ άφησε να με ταλαιπωρούν εχθροί και φίλοι….

Advertisements

Γιατί; Γιατί; Είναι απλό, άργησα όμως να το καταλάβω: Έδωσα μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Θάρρεψα πολύ, έδειξα τόλμη άμετρη εκεί στα ύψη που πετούσα. Υποτίμησα τη δύναμη του Διαβόλου κι επέτρεψε ο Θεός να πάθω αυτά που έπαθα… μέχρι να με δολοφονήσουν ήρθανε… Αλλά πάλι με λυπήθηκες Χριστέ μου, και με ’φερες τουλάχιστον εδώ, στ’ αγαπημένα χώματα, να περάσω τις τελευταίες ημέρες μου…. και πως να τις περάσω με τόσες αρρώστιες… δοξασμένο, Κύριέ μου, τ’ όνομά σου.

Σταμάτησε ο γέροντας, είχε κιόλας εξαντληθεί, αλλά έβγαλε από τα τρίσβαθα της ψυχής του την πιό λεπτή και την πιό επικίνδυνη αμαρτία. Είναι αμαρτία και πειρασμός που συμβαίνει στους μεγάλους θεόπτες, σε κείνους που σηκώνονται με τα χρυσά φτερά της άσκησης και πετάνε μέσα στις θείες ενέργειες. Όμως εκεί, στο μεγάλο ύψος, παραμονεύει και ο πειρασμός… μόνο με βαθιά ταπείνωση στέκει ο άνθρωπος σε τέτοια ύψη.

Είχε σχεδόν βραδιάσει. Το μονοπάτι το ξέρανε καλά και οι δυό. Άλλωστε, πολύ πιό κάτω, περίμενε υπομονετικά ο Ευστάθιος, μήπως χρειαζότανε ο άρρωστος Γρηγόριος περισσότερη βοήθεια. Αργά, με μικρά βήματα, επιστρέψανε στο χαμηλό σπίτι. Κάτι απλό τους βάλανε να φάνε και αποσύρθηκαν. Ο Γρηγόριος επιδόθηκε στο αγαπημένο του αγώνισμα, την προσευχή, μέχρι μετά τα μεσάνυχτα.

Την άλλη μέρα το πρωί, ο πρεσβύτερος Κληδόνιος έπρεπε να φύγει. Έβαλε μετάνοια στο γέροντα, τον ασπάστηκε, του θύμησε πάλι να γράψει στους επισκόπους για εκλογή επισκόπου στη Ναζιανζό και ανέβηκε στο μουλάρι, που θα τον πήγαινε στην πόλη αυτή.

Ο Αύγουστος κύλησε ήρεμα. Η βελτίωση της υγείας του πήγαινε σημειωτόν, αλλά πήγαινε… Βιαζότανε πολύ να την ξαναβρεί, για ν’ αρχίσει τη ζωή του αναχωρητή. Τώρα, στο χάλι που ήτανε, χρειαζότανε άνθρωπο κάθε μέρα, κάθε ώρα, να τον βοηθήσει να σηκωθεί, να τον πιάσει να περπατήσει λίγο, να του ετοιμάσει το πολύ απλό φαγητό…

Το φθινόπωρο ήρθε πιό ευεργετικό. Ανάλαβε περισσότερες δυνάμεις. Δεχότανε περισσότερες επισκέψεις κι έγραφε αρκετά γράμματα. Τα νέα, που του ’φερναν από την Κωνσταντινούπολη, και τον ευχαριστούσαν και τον κούραζαν. Οι άνθρωποι εκεί δεν τον λησμονούσαν. Του ’στελναν χαιρετίσματα και γράμματα. Εκείνος απαντούσε. Τους έδινε θάρρος για τον πνευματικό αγώνα. Στους επάρχους, τωρινούς και παλαιούς, της Κωνσταντινούπολης, στο Σωφρόνιο και τον Υπάτιο, έγραφε να τους ευχαριστήσει για τη συμπαράσταση, που του προσφέρανε τότε στην Πόλη, και για την αγάπη τους προς την Εκκλησία. Σε άλλους, που γνώριζαν τις λεπτομέρειες των αγώνων και των παθών του στην Πόλη, τους επαινούσε για την εμμονή τους στην ορθόδοξη πίστη και ζητούσε να μη λησμονάνε όσα ο ίδιος έπαθε κεί και μάλιστα τους λιθοβολισμούς του.

Όσο προχωρούσε ο καιρός, τόσο οι σωματικές του δυνάμεις επανέρχονταν και τόσο περισσότερο μπορούσε να ενδιαφέρεται και να μεσολαβεί για τα προβλήματα, πνευματικά, προσωπικά και υλικά, ανθρώπων της ευρύτερης περιοχής, συγγενών και φίλων.

Έβγαινε κάθε απόγευμα για περίπατο, που γινότανε κάθε μέρα και πιό μακρύς. Ένδειξη ότι όλα πάνε καλύτερα. Από το τέλος Σεπτέμβρη άρχισε και να λειτουργεί. Τον κρατούσανε τα πόδια, σταθερά κάπως και τα χέρια του. Νύχτα και μέρα ευχαριστούσε γι’ αυτό και δοξολογούσε το Θεό.

Ο πληγωμένος Αετός (Γρηγόριος ο Θεολόγος)
(αφηγηματική Βιογραφία), (σελ.306-309)
Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου
Έκδοση Δ΄, Αποστολική διακονία