Δείτε τις προσφορές μας
Ορθοδοξία

Το μίσος είναι πολύτιμη δύναμη της ψυχής, αποτρεπτική και σωτήρια

Ο Ιησούς είναι ο Θεός Γιαχβέ
Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Ἡ ὑγεία τοῦ μίσους
Προσφορές σε Εκκλησιαστικά & είδη για το σπίτι

τοῦ Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη

Τό μίσος εἶναι πολύτιμη δύναμη τῆς ψυχῆς, ἀποτρεπτική καί σωτήρια. Εἶναι ἀκόμη δείκτης τῆς πνευματικῆς ὑγείας, τῆς ἐξέλιξης τῆς ψυχῆς πού θεραπεύεται ἀπό τά νοσήματά της. Δείχνει κατά κάποιο τρόπο τήν ποιότητα τῆς μετάνοιάς μας, πιστοποιεῖ τήν γνησιότητά της.

Τό μίσος, βέβαια, γιά τήν κοινή ἀντίληψη τῶν ἀνθρώπων, εἶναι φορτισμένο μέ ἀρνητικό περιεχόμενο. Συνδέεται μέ βαρύτατα ἁμαρτήματα, φθόνους, ἰδιοτέλειες καί ἐγκλήματα, πού μᾶς χωρίζουν ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στήν καρδιά πού φωλιάζει τό μίσος ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, δέν μπορεῖ νά κατοικήση ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, τό πρωτεῖο ἀνάμεσα στίς χριστιανικές ἀρετές κατέχει ἡ ἀγάπη. Κι αὐτό δέν εἶναι τῆς κοινῆς ἀντίληψης τῶν ἀνθρώπων, εἶναι διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ.

Στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία ὁ Χριστός ἐξουδετερώνει τελείως τό μίσος τῶν ἀνθρώπων, συμπληρώνοντας τόν Παλαιό Νόμο καί γκρεμίζοντας στίς καρδιές τῶν μαθητῶν του τείχη πού τούς χώριζαν ἀπό ἀλλοεθνεῖς καί ἀλλόθρησκους, δηλαδή ἀπό λαούς πού δέν εἶχαν τόν Νόμο τοῦ Μωϋσῆ ἤ πού τόν εἶχαν παρεφθαρμένο, ὅπως οἱ Σαμαρεῖτες. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἱστορία μέ τήν Σαμαρείτιδα γυναίκα (τήν κατόπιν Ἰσαπόστολο καί Μεγαλομάρτυρα Φωτεινή), ὅπως καί ἡ παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη, ἀλλά καί ὁ ἔπαινος τῆς πίστης τῆς ἀλλοεθνοῦς Χαναναίας καί τοῦ Ἑκατοντάρχου, πού δέχθηκαν ἀπό τόν Χριστό τήν θεραπεία τῶν ἀνθρώπων τους.

Ὁ Χριστός ὑπερβαίνει τόν Παλαιό Νόμο, «ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος», μέ τόν ὁποῖο ὁ Μωϋσῆς «οἰκονομοῦσε», λόγῳ τῆς σκληροκαρδίας τοῦ λαοῦ, καί νομοθετοῦσε «σκιωδῶς» τόν θυμό καί τό μίσος. Δίνει τόν Νέο Νόμο, τήν «καινή ἐντολή»: «μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ᾿ ὅστις σε ραπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην· καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον»(Ματθ. 5,38-40). Κατόπιν ἐπεκτείνει τήν ἀγάπη καί πέρα ἀπό τά ἐθνικά σύνορα τοῦ Ἰσραήλ διδάσκοντας: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς», ὥστε νά γίνετε παιδιά τοῦ Πατέρα σας πού εἶναι στούς οὐρανούς, διότι Αὐτός ἀνατέλλει τόν ἥλιο Του γιά πονηρούς καί ἀγαθούς καί βρέχει γιά δικαίους καί ἀδίκους.(ὅ.π.43-45).

Ἔχοντας, λοιπόν, ὅλα αὐτά τά δεδομένα, πῶς λέμε ὅτι τό μίσος εἶναι πολύτιμη δύναμη τῆς ψυχῆς, ἀποτρεπτική καί σωτήρια; Αὐτό προφανῶς δέν τό λέμε ἐμεῖς, ἀλλά μᾶς τό διδάσκει πάλι ὁ Χριστός καί μᾶς τό ἐπιβεβαιώνει ἡ ζωή τῶν Ἁγίων.

Κανένα ἀπό τά πάθη τῆς ψυχῆς δέν εἶναι ἀπόβλητο. Καθένα ἀπό αὐτά ἔχει τήν φυσική ἀδιάβλητη κίνησή του, ἀλλά καί τήν «ψεκτή», τήν διαβλητή ἐνεργοποίησή του. Γιά παράδειγμα, ἡ ὑπεροψία (πού θεωρεῖται ἀπό τήν κοινή ἀντίληψη ἀντίθετη πρός τήν χριστιανική ταπείνωση) ἔχει τήν κατά φύση καί εὐλογημένη κίνησή της, διότι στήν φυσική ἐν Χριστῷ ζωή μας εἴμαστε ὑπερόπτες ἀπέναντι στά χαμερπῆ πάθη, ἀλλά καί ἀπέναντι στόν διάβολο καί τίς μεθοδεύσεις του. Δέν δίνουμε σημασία στόν διάβολο καί τά ἔργα του, γιά νά μήν μᾶς ἐμπλέξη στίς μεθοδεύσεις του καί γιά νά μή τόν ἑλκύουμε, τρέφοντας μέ τήν προσοχή μας τήν ὑπερηφάνειά του. Ἡ προσοχή μας εἶναι γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί τό θέλημά Του, δηλαδή εἴμαστε ἀπορροφημένοι ἀπό τό ὑψηλό ἐν Χριστῷ νόημα τῆς ζωῆς μας, ὡς «ὑπερόπτες τῶν κάτω καί μύστες τῶν ἄνω».

Πρίν σημειώσουμε ὁρισμένα ἐπιπλέον πράγματα γιά τό ὑγιές μίσος χρειάζεται νά κάνουμε μιά παρέκβαση βλέποντας τήν σύγχρονη πραγματικότητα.

Στίς μέρες μας ὑπάρχει μεγάλη σύγχυση μεταξύ ποιμαντικῆς, κοινωνιολογίας καί ψυχολογίας. Ἡ ποιμαντική θεωρούμενη ἀπό ὁρισμένους σάν κάτι παλιό καί παρωχημένο ἐπιχειροῦν «ἐπικαιροποίησή» της μέσα ἀπό τήν ὑποστηρικτική χρήση τῆς κοινωνιολογίας καί τῆς ψυχολογίας.

Ὁ σύγχρονος Ὀρθόδοξος Χριστιανός πού μεγαλώνει μέσα σέ κοινωνίες οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀντικαταστήσει τόν πνευματικό μέ τόν ψυχολόγο καί τήν Ἐξομολόγηση μέ τίς συνεδρίες στόν ψυχοθεραπευτή, καταλαβαίνει καλύτερα τήν ὁρολογία (τήν γλώσσα) τῆς ψυχολογίας παρά τῆς θεολογίας καί τῆς εὐαγγελικῆς θεραπευτικῆς ἀσκητικῆς. Ἔτσι αὐτές οἱ ἐπικαιροποιήσεις βρίσκουν σέ πολλούς εὔκολα ἀνταπόκριση.

Ἡ «ἐπικαιροποιημένη» ποιμαντική στήν ὁποία ἀναφερόμαστε δέν προκαλεῖ πόνο. Δέν βοηθᾶ τούς ποιμαινομένους νά ἀντιληφθοῦν τήν τραγωδία τῆς ἁμαρτίας. Δέν τούς δίνει τήν δύναμη νά τήν μισήσουν. Τό ὑγιές μίσος (τό μίσος σέ ὅ,τι μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό καί πρός τόν ἐμπαθῆ ἑαυτό μας) τούς εἶναι ἄγνωστο. Παρηγορεῖ τούς ἀνθρώπους ἐνδοκοσμικά. Καταπραΰνει τό πόνο σέ ψυχικές πληγές τους, χωρίς νά ἀνοίγη τά μάτια τους στό βαθύ καί ἀπέραντο νόημα τῆς ζωῆς, χωρίς ἐπίγνωση ἁμαρτίας, χωρίς μετάνοια, μόνο μέ «τυφλή χαρά» χωρίς σταυρό.

Ὅμως, δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξη ποιμαντική χωρίς στερεό θεολογικό θεμέλιο. Ἡ ποιμαντική, ὅταν εἶναι ἀθεολόγητη, θεμελιωμένη μόνο σέ πορίσματα κοινωνιολογικά ἤ ψυχολογικά, δέν εἰσάγει τούς ποιμαινομένους στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, δέν τούς μυεῖ στό θεανθρώπινο μυστήριό της.

Πολύ συνοπτικά αὐτή ἡ ποιμαντική μπορεῖ νά περιγραφῆ ὡς ἀποστροφή τοῦ θεραπευτικοῦ πόνου καί τοῦ ὑγιοῦς μίσους (τοῦ μίσους ἐναντίον τῶν φθοροποιῶν παθῶν) καί ἐναγκαλισμός τῆς καταλλαγῆς, τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἑαυτοῦ καί τῶν ἄλλων «ὅπως εἶναι» καί τῆς «ἀνάπαυσης» τῆς ψυχῆς μέ τήν σίγαση τῆς συνείδησης. Ἀποδραματοποιοῦνται οἱ τύψεις καί οἱ ἐνοχές. Σβήνει ἡ συνείδηση. Δηλαδή, θάβεται ὁ νοῦς κάτω ἀπό τό «εἰδεχθές προσωπεῖο τῶν παθῶν».

Τό πρωτεῖο, λοιπόν, στίς μέρες μας δέν ἀνήκει στήν ἀγάπη, ὅπως τήν δίξαξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τό πρωτεῖο ἔχει δοθῆ στήν τυφλή ἀποδοχή τῆς διαφορετικότητας, στήν ἄνευρη ἀποδοχή τῶν πάντων: ἀλήθειας-ψεύδους, ὀρθοδοξίας-ἑτεροδοξίας, φυσικοῦ καί ἀφύσικου, καθώς καί στήν ἀποφυγή τῆς κριτικῆς τῶν ἰδιαιτεροτήτων, ἀκόμη καί αὐτῶν πού ὑβρίζουν τήν φύση, θεωρώντας ὅτι αὐτό εἶναι μιά ἐξελιγμένη ἀγάπη, ἀγνοώντας ἠθελημένα ὅτι ἀγάπη χωρίς ἐσωτερική ἐλευθερία δέν ὑπάρχει.

Ἡ ἀγάπη τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι πολύ θερμή καί γιά κάποιους καυστική. Δέν τήν ἀντέχουν. Δέν εἶναι ἰδιοτελές πάθος. Εἶναι ἀνιδιοτελής ὡς «ἔκγονος ἀπαθείας», ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, γιά τόν ὁποῖο ἡ ἀγάπη δέν εἶναι ὁριζόντια, δηλαδή μονομερῶς ἐπίγεια. Εἶναι κατακόρυφη, διότι συνδέει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό. Καί μέσῳ τοῦ Θεοῦ γεμίζει τόν ἄνθρωπο μέ καθαρή ἀγάπη γιά ὅ,τι ἀγαπᾶ ὁ Θεός.

Αὐτή ἡ κατακόρυφη ἀγάπη χρειάζεται ψυχή ἐλεύθερη ἀπό κάθε ἐξάρτηση, ἀπό κάθε ἐμπαθῆ προσκόλληση σέ γήϊνα πράγματα. Αὐτό τό ξεκαθαρίζει ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀπό τό πρῶτο κεφάλαιο στό ἔργο του γιά τήν ἀγάπη. Γράφει: «Ἡ ἀγάπη εἶναι μιά ἀγαθὴ διάθεση τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία τὴν κάνει νὰ μὴν προτιμᾶ κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα περισσότερο ἀπὸ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅμως ἀδύνατο νὰ φτάσει ν’ ἀποκτήσει σταθερὰ αὐτὴ τὴν ἀγάπη ὅποιος ἔχει κάποια ἐμπαθῆ προσκόλληση σὲ κάτι ἀπὸ τὰ γήϊνα». Ἡ ὁποιαδήποτε ἐμπαθής προσκόλληση καθιστᾶ τήν ἀγάπη ἀσταθῆ, εὐμετάβολη.

Γιά να καταλάβουμε τήν ποιότητα τοῦ ὑγιοῦς μίσους χρειάζεται νά φέρουμε στό νοῦ μας κάποια ἀπό τά χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πού προκαλοῦν ἀντίδραση σέ ὁρισμένους ἀνθρώπους τοῦ αἰῶνος τούτου.

Ὁ Δαβίδ ἀναφερόμενος προφητικά στόν Χριστό λέει: «ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίμησας ἀνομίαν»(Ψαλμός 44, 8). Ὁ Χριστός παρουσιάζεται νά μισῆ τήν ἀνομία. Τό ὑγιές καί σωτήριο μίσος, λοιπόν, δέν κατευθύνεται στούς ἀνθρώπους ἤ σέ ὁποιοδήποτε δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά εἶναι στραμμένο ἐναντίον τῆς ἀνομίας, τῆς ἀδικίας, τῆς ἁμαρτίας, σέ ὅ,τι μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Ὁ Μ. Βασίλειος, σχετικά, διερωτᾶται: ὅταν μπροστά μας γίνεται κάτι κακό καί δέν ἀντιδροῦμε, αὐτό εἶναι πραότητα; Καί ἀπαντᾶ: αὐτό δέν εἶναι πραότητα, εἶναι ἀδράνεια φύσεως. Ἐκ φύσεως μισοῦμε, ἀποστρεφόμαστε, τό κακό.

Ἀπό τά πολλά χωρία πού ἀναφέρονται στό ὑγιές μίσος παραθέτουμε ἕνα μόνον, ὄχι ἀπό τά πολύ γνωστά.

Ὁ Ἀδελφόθεος Ἰούδας πρός τό τέλος τῆς ἐπιστολῆς του γράφοντας στούς Χριστιανούς πῶς νά ἐλεοῦν καί νά σώζουν τούς ἀνθρώπους, συμπληρώνει ὅτι αὐτό πρέπει νά τό κάνουν «μισοῦντες καὶ τὸν ἀπὸ τῆς σαρκὸς ἐσπιλωμένον χιτῶνα»(Ἰούδα 22-23).

Ὁ «ἐσπιλωμένος χιτώνας», τόν ὁποῖο πρέπει νά μισοῦμε, σύμφωνα μέ τό ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, εἶναι ἡ ἕξη καί ἡ διάθεση τῆς ψυχῆς, πού διαμορφώνεται «διά τῆς μνήμης τῶν ἐκ τῆς σαρκός πονηρῶν κινημάτων τε καί ἐνεργημάτων».

Κριτήριο τῆς εἰλικρινοῦς μετάνοιας εἶναι τό μίσος πρός τήν ἁμαρτία πού κατερρύπωσε τόν χιτώνα τῆς ψυχῆς μας. Χωρίς αὐτό τό μίσος δέν μπορεῖ νά λαμπρυνθῆ ἡ ψυχή μας καί νά κατοικήση μέσα της ἡ μεγάλη δωρεά τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης.

Ι.Μ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου

Evagelidis

Καραμανλής – Εκκλησιαστικά