Ορθοδοξία

Τι είναι τα αναθέματα

Τι είναι και τι εννοούν τα αναθέματα της Εκκλησίας κατά Ελλήνων και κατά φιλοσόφων

Μοιραστείτε το άρθρο

Πολλοί έχουν μπει στον κόπο να παραπληροφορήσουν τους μη ενημερωμένους στα θέματα της πίστεως για το τι είναι και τι εννοούν τα αναθέματα της Εκκλησίας κατά Ελλήνων και κατά φιλοσόφων, δημιουργώντας έτσι έριδες.

Σκοπός τους είναι η δημιουργία Ορθοδόξων που μόνο Ορθόδοξοι δεν είναι, αλλά παπαγάλοι που παπαγαλίζουν την  αρχαιολατρική και Νεοπαγανιστική προπαγάνδα, χωρίς καν να έχουν πει στον κόπο να μάθουν την θέση της Εκκλησίας για το συγκεκριμένο θέμα.

Ας δούμε λοιπόν τι είναι και τι εννοούν τα αναθέματα της Εκκλησίας κατά Ελλήνων και κατά φιλοσόφων:

Οἱ πλάνες τῶν φιλοσόφων

Ἴσως σὲ μερικοὺς νὰ φαίνεται ὑπερβολικὸς ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν ἀρχαίων σοφῶν ὡς μωρῶν. Τί θὰ λέγαμε ὅμως ἂν πληροφορούμασταν ὅτι πρὶν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς ἐξέφερε περὶ τῶν σοφῶν του προχριστιανικοῦ κόσμου αὐστηρότατη κρίση κάποιος, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ συγκαταλεχθεῖ μαζὶ μὲ αὐτοὺς καὶ ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ρήτορες τῆς εἰδωλολατρικῆς δύσεως;

Πρόκειται γιὰ τὸν Κικέρωνα, ὁ ὁποῖος δὲν δίστασε νὰ διακηρύξει ὅτι «δὲν ὑπάρχει παραλογισμός, ὁσονδήποτε χονδροειδής, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐγένετο παραδεκτὸς καὶ νὰ μὴ ἐδιδάχθη ὑπὸ τινὸς φολοσόφου» De divin. II 58, «Sed nescio quo tam absurde dici potest quod non dicatur ab aliquo philosophorum»

Ἀστοχίες τοῦ Πλάτωνος

Καὶ γιὰ νὰ μιλήσουμε συγκεκριμένα ἀρχίζουμε ἀπὸ φιλόσοφο ποὺ συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν ὑγιέστερων ἀπὸ ὅλους τοὺς φιλοσοφοῦντες, τὸν Πλάτωνα δηλαδή. Ὅπως λοιπόν μας λέει γιὰ αὐτὸν ὁ Hittinger (Apologie…, τόμ. Β´, σελ. 71) κατὰ πᾶσα πιθανότητα δὲν εἶχε κἂν ἰδέα περὶ δημιουργίας, ἢ τουλάχιστον δὲν μιλοῦσε γιὰ αὐτὴν κατὰ τρόπο σαφῆ καὶ συγκεκριμένο. Σὲ ἐπιβεβαίωση δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ ὁ Brandis (Ἱστορία τῆς Ἑλληνορωμαϊκῆς Φιλοσοφίας τόμ. ΙΙ, σελ. 36) ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἀλήθεια περὶ ἀπολύτου δημιουργίας (δηλαδὴ ἡ ἐκ τοῦ μηδενὸς καὶ χωρὶς προϋπάρχουσας ὕλης δημιουργία τοῦ κόσμου) παρέμεινε ἄγνωστη σὲ ὅλη τὴν ἑλληνικὴ καὶ λατινικὴ ἀρχαιότητα.

Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ὁ Πλάτωνας παρουσιάζεται παραλογιζόμενος καὶ ἀνάξια πρὸς τὸν ἑαυτό του φερόμενος εἶναι ἐκεῖ ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι τὰ καχεκτικὰ καὶ ἀσθενῆ βρέφη θὰ πρέπει νὰ ἀπορρίπτονται ἔκθετα, ἐκεῖ ποὺ συνιστᾷ οἱ γυναῖκες νὰ εἶναι κοινές, ὅπως καὶ ἐκεῖ ποὺ ἐπιδοκιμάζει νὰ ἀποκαλεῖται βάρβαρος κάθε ξένος καὶ μὴ Ἕλληνας, προχωρώντας μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὁρίζει ἰδιαίτερη τάξη πολιτῶν στὴν ὁποία ἀνήκει ἡ πλειοψηφία τους καὶ τοὺς ὁποίους καταδικάζει σὲ ἰσόβια καὶ ἀπεριόριστη δουλεία. Καὶ μὲ λίγα λόγια ἡ ἠθικὴ καὶ τὸ σύστημα τοῦ Πλάτωνος εἶναι κατ᾿ οὐσία ἀριστοκρατικὰ (δὲν μιλᾶμε κὰν γιὰ δημοκρατία), ἀπευθύνονται ἀποκλειστικὰ στοὺς διανοούμενους καὶ τοὺς ταλαντούχους τοῦ πνεύματος καὶ συνεπῶς δὲν ἀποτελοῦν κτῆμα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας ἀλλὰ μερίδας της μόνον.

Γενικοὶ χαρακτηρισμοὶ γιὰ τοὺς φιλοσόφους

Ἂς συνεχίσουμε ἀκολουθώντας τοῦ Κικέρωνα τοῦ ὁποίου τὴν δυσμενῆ κρίση προαναφέραμε καὶ τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα, ὄχι τόσο ἐξ αἰτίας τῆς ἰδιότητάς του ὡς μεγάλου ρήτορος, ἀλλὰ λόγω τοῦ γεγονότος πὼς ἐπιδόθηκε ὅσο λίγοι σὲ φιλοσοφικὲς μελέτες, ἔτσι ὥστε νὰ παρουσιάζεται ἐνημερωμένος γιὰ τὶς φιλοσοφικὲς κινήσεις τῆς ἀρχαιότητας, ὅσο λίγοι. Τὰ συγγράμματα τοῦ παρέχουν πλήρη περίληψη ὅλων τῶν συστημάτων τῶν διαφόρων σχολῶν καὶ ἐμφανίζονται πλούσια σὲ πολυμάθεια. Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, ὕστερα ἀπὸ μακρὰ ἔκθεση τῶν διαφόρων φιλοσοφικῶν θεωριῶν περὶ τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, παρατηρεῖ γεμάτος ἀπογοήτευση: «Ἕνας Θεὸς μόνο, μπορεῖ νὰ διακρίνει ποιὰ ἀπ᾿ ὅλες αὐτὲς τὶς θεωρίες εἶναι ἡ ἀληθινή, εἶναι δὲ δύσκολο νὰ δείξει κανεὶς ἔστω καὶ τὴν πιθανότερη μόνο, ἀπὸ αὐτές» «Harum sententiarum quae vera est, Deus aliquis viderit, quae verisimilis, manga quaestio est» (Qu. Tuscul. I, 11, 23)

Ἀλλοῦ πάλι ὅταν ἐκθέτει τὶς περὶ θεῶν διάφορες φιλοσοφικὲς θεωρίες παρατηρεῖ τὰ ἑξῆς: « Ἰδοὺ τί ἔχω νὰ σᾶς πῶ γιὰ τὸ θέμα τῶν θεῶν, ὄχι ὅτι θέλω νὰ ἀρνηθῶ τὴν ὕπαρξή τους ἀλλὰ γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ κρίνετε ποιὸ σκοτάδι καὶ ποιὲς δυσκολίες καλύπτουν τὸ θέμα αὐτό» «Haec fere dicere habui de natura deorum, non ut eam tollerem, sed ut intelligeretis quam esse obscrura et quam difficilis explicates haberet» (De natura Deor. III 39. Πρβλ. αὐτόθ. I 13 καὶ III 40 καὶ I 6)

Θὰ μποροῦσε λοιπὸν νὰ πεῖ κανεὶς βάσει τῶν κρίσεων τοῦ Κικέρωνος ὅτι ὅλες οἱ ὑποθέσεις τῶν φιλοσόφων κατάληξαν σὲ τόσο πενιχρὸ καὶ ἀντιφατικὸ ἀποτέλεσμα, καὶ τόσο καταπληκτικὰ παράλογο, ὥστε κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἴδιου του Κικέρωνα ἀποτελοῦν «ὄνειρα παραληρούντων μᾶλλον παρὰ γνῶμες φιλοσόφων» «Exposui fer non philisiphorum jidicia, sed delirantium somnia» De natura Deor. I 16.

Στὴν συνέχεια παραθέτουμε ὁμολογίες σειρᾶς ὁλόκληρης παλαιῶν φιλοσόφων ποὺ παραπονοῦνται ἄλλοι μὲν γιὰ τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ νὰ γνωρίσει τὴν ἀλήθεια, ἄλλοι δὲ ρητὰ ἀποφαίνονται ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι κάτι τὸ ἀσύλληπτο καὶ ἀκατάληπτο. Ἔτσι ὁ Ξενοφάνης παραπονεῖται γιὰ τὴν ἀβεβαιότητα τῶν ἀνθρωπίνων γνώσεων διατινόμενος ὅτι κανεὶς ποτὲ δὲν γνώρισε τὴν ἀλήθεια, οὔτε πρόκειται νὰ γνωρίσει αὐτὴ εἴτε περὶ τοῦ Θεοῦ εἴτε περὶ τοῦ παντός. Καὶ ἐὰν ποτὲ κάποιος κατέληγε στὴν ἀλήθεια, δὲν θὰ τὴν εἶχε καὶ πραγματικὰ γνωρίσει, γιατὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖο θὰ γνώριζε δὲν θὰ ἦταν παρὰ προσωπικὴ γνώμη καὶ πιθανότητα, ὄχι ὅμως καὶ βέβαιη γνώση τῆς ἀλήθειας. Ὁ Παρμενίδης πάλι ἐκδηλώνεται μὲ μεγαλύτερη ἀκόμη ἀπογοήτευση ἀφοῦ χαρακτηρίζει τὴν γέννηση τῶν ἀνθρώπων ὡς πρᾶγμα θλιβερὸ καὶ θεωρεῖ ὅτι προτιμότερο θὰ ἦταν νὰ μὴν ἔρχονται αὐτοὶ στὴν ὕπαρξη, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑπὸ τὸν ζυγὸ σκληροῦ πεπρωμένου νὰ παραμένει μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Μάλιστα λέει ὅτι οἱ θνητοὶ ὁμοιάζουν μὲ τοὺς κουφοὺς καὶ τοὺς τυφλούς. Εἶναι γένος ἀμαθῶν καὶ ἀφρόνων. Ὁ Ἠράκλειτος ἐβεβαίωνε ὅτι ὁ ἄνθρωπος στερεῖται διανοίας καὶ μόνο ὁ Θεὸς ἔχει νοῦ. Ἀπέναντι δὲ αὐτοῦ καὶ ὁ πιὸ σοφὸς ἄνθρωπος εἶναι σὰν ἕνας τυχαῖος πίθηκος. Τέλος ὁ Ἀναξαγόρας διακήρυττε ὅτι λόγω τῆς ἀδυναμίας τῶν αἰσθήσεών μας ἀδυνατοῦμε νὰ γνωρίσουμε τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ἀνακαλύψουμε τὴν αἰτία τῶν ὄντων.

Πλῆθος φιλοσοφημάτων ἀλληλοαναιρούμενων

Ἐνῷ λοιπὸν ἀνεμπόδιστα μεταδιδόταν μεταξὺ τῶν φιλόσοφων τὸ φρόνημα ὅτι ἡ κατάκτηση τῆς ἀλήθειας μέσῳ τῆς φιλοσοφίας εἶναι κάτι τὸ ἀκατόρθωτο, φαίνεται νὰ ἰσχύει ὡς κυρίαρχος νόμος σὲ ὅλη τὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Hegel ὅτι: «ἡ μονομανία τῆς ἐλεύθερης σκέψεως εἶναι νὰ δημιουργεῖ πάντοτε ὁ ἕνας κάτι ἀνοητότερο ἀπὸ τὸν ἄλλο». Ὑλισμὸς περισσότερο ἢ λιγότερο παχυλὸς ἐπικρατεῖ πρὸς στιγμή, γιὰ νὰ ἀνατραπεῖ ὕστερα ἀπὸ λίγο ἀπὸ κάποια μορφὴ φυσιοκρατικοῦ ἢ πνευματοκρατικοῦ Πανθεϊσμοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν σειρά του θὰ δώσει τὴν θέση του στὸν Ἀγνωστικισμὸ ἢ σὲ διάφορες μορφὲς ἄκρατης Πνευματοκρατίας ἢ τοῦ λεγόμενου Ὑπαρξισμοῦ ἢ τῆς Ἐξελιξιαρχίας καὶ τοῦ Μονισμοῦ καὶ γενικὰ τῆς ποικιλόμορφης Ἀρνήσεως ποὺ σύγχυση μᾶλλον καὶ σκοτισμὸ παρὰ φῶς φέρνουν στὴν ἔρευνα γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀλήθειας.

Βλέποντας τὴν ἀντίφαση καὶ τὴν ἀντίθεση τῶν φιλοσοφικῶν ρευμάτων μεταξύ τους, τὴν διαρκῆ ἀπόρριψη καὶ ἐμφάνιση νέων, θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ὁ καθολικὸς φιλόσοφος νοῦς τῶν ἀνθρώπων σὰν ἀόρατος Κρόνος ἄπληστος καὶ ἀχόρταγος καταβροχθίζει τὸ ἕνα μετὰ τοῦ ἀλλοῦ τὰ ἴδια τὰ παιδιά του. Καὶ ὅπως λέει ὁ Hittenger κανένα ἀπὸ τὰ φιλοσοφικὰ συστήματα ποὺ ἐμφανίστηκαν μὲ διάφορες μορφές, εἴτε μιλᾶμε γιὰ τὸν Ὑλισμὸ εἴτε γιὰ τὸν Πανθεϊσμὸ εἴτε γιὰ τὴν Ἀρνητικὴ κριτικὴ καὶ τὴν Ἀμφιβολία, δὲν κατόρθωσε νὰ λύσει τὸ αἴνιγμα τῆς ὑπάρξεως καὶ κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συμπληρώσει τὸ κενὸ ποὺ θὰ δημιουργοῦσε στὸν κόσμο ἡ ἐξαφάνιση τῆς θρησκευτικῆς πίστης.

Γιὰ νὰ μὴν παρεξηγηθῶ θέλω νὰ τονίσω ὅτι δὲν ἀρνεῖται κανεὶς ὅτι οἱ πρὸ Χριστοῦ φιλόσοφοι ἀνέβηκαν σὲ ἀλήθειες λιγότερο ἢ περισσότερο ὑψηλές. Ἀλλὰ ὅμως οἱ ἀλήθειες αὐτὲς ἐκτὸς τοῦ ὅτι βρίσκονταν ἐγκατεσπαρμένες ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἀνάμεσα στὶς συγγραφὲς καὶ τὶς φιλοσοφκὲς θεωρίες τους, ἦταν ἀρκετὰ συχνὰ ἀνακατεμένες μὲ ζοφερὲς πλάνες μὲ τέτοιον τρόπο ὥστε νὰ παρουσιάζεται τὸ πρόβλημα τοῦ ποιὸς θὰ πετύχαινε τὸ κατόρθωμα νὰ ξεδιαλύνει καὶ νὰ μαζέψει τὶς τόσο σκορπισμένες αὐτὲς ἀκτῖνες τὶς ἀλήθειας καὶ ἀφοῦ τὶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν σκουριὰ τοῦ ψεύδους νὰ τὶς ταιριάξει σὲ ἥλιο φωτεινό, ἀπαραίτητο γιὰ καρποφόρα καὶ ὑγιῆ θρησκευτικὴ ζωή.

Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν δὲν ἀντιτίθεται στοὺς ἀρχαίους φιλοσόφους καὶ συγγραφεῖς, ἁπλὰ διατυπώνει καὶ αὐτὴ τὶς ἐπιφυλάξεις τῆς ὅπως πρὶν ἀπ᾿ αὐτὴν τὶς διατύπωσαν ὁ Κικέρωνας, ὁ Ξενοφάνης, ὁ Παρμενίδης, ὁ Ἠράκλειτος, ὁ Ἀναξαγόρας καὶ τόσοι ἄλλοι. Ἄλλωστε ὅλοι οἱ ἐπιφανεῖς ἱεράρχες τὶς καὶ μεγάλοι Πατέρες, εἶχαν βαθιὰ γνώση τῆς Ἑλληνικῆς Γραμματείας. Ὁ Μέγας Βασίλειος γιὰ παράδειγμα σπούδασε στὶς σχολὲς τὶς Ἀθήνας κάθε διδασκόμενη τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἐπιστήμη. Ὁ ἴδιος δὲ συμβουλεύει τὰ πνευματικὰ τοῦ παιδιὰ νὰ μελετᾶνε τὰ συγγράμματα τῶν προγόνων τοὺς φροντίζοντας βέβαια ὅπως οἱ μέλισσες νὰ παίρνουν ὅτι χρήσιμο καὶ ἀληθὲς καὶ νὰ πετᾶνε ὅτι ἄχρηστο ψευδὲς καὶ ἐπιβλαβές.

Αὐτά, ὡς εἰσαγωγικά.

Σὲ ὅτι ἀφορᾷ τώρα τὰ ἀναθέματα καὶ τὰ τρὶς ἀναθέματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προφανὲς γιὰ ὅποιον τὰ διάβασε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀναφέρεται στοὺς Ἕλληνες (γένος) ἀλλὰ στοὺς ἐθνικοὺς πολυθεϊστὲς εἰδωλολάτρες (θρησκεία). Τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ τὸ καταλάβει κανεὶς εἶναι μία μετάφραση τῶν κείμενων, ἐφόσον δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τὸ νόημά τους ἀπὸ τὸ πρωτότυπο.

Ἡ ἀποσαφήνιση τῆς ἔννοιας τοῦ ὄρου «Ἕλληνας»

ΕΛΛΗΝΑΣ. Ὅσοι ξέρουν καὶ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἱστορία, καὶ συγκεκριμένα μὲ τὴν ἱστορία τῆς Γλώσσας, γνωρίζουν ὅτι οἱ πολλὲς λέξεις μὲ τὴν πάροδο τῶν αἰώνων ἐξελίσσονται. Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ μπορεῖ νὰ εἶναι σχετικὴ μὲ τὴν προφορὰ καὶ τὴν γραφὴ ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν χρήση καὶ τὴν σημασία τῆς λέξης καὶ εἶναι ἀποτέλεσμα διαφόρων πολιτιστικῶν ἐπιδράσεων.

Μία ἀπὸ τὶς λέξεις μὲ ἀξιοσημείωτη μακρὰ καὶ μεταβαλλόμενη πορεία εἶναι ἡ λέξη Ἕλλην. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ σ᾿ ὅλη τὴν ἱστορία καὶ τὴν ἑτοιμολογία τῆς τὴν ὁποία μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ σὲ ἕνα ἔγκυρο λεξικό. Ἁπλὰ θὰ σημειώσω ὅτι στοὺς πρώτους Χριστιανικοὺς χρόνους ἡ ἔννοια τῆς λέξης ἔχει ἀλλάξει καὶ ἀπὸ δηλωτικὴ μίας ἐθνότητας γίνεται συνώνυμη μὲ τὴν ἔννοια πολυθεϊστὴς καὶ εἰδωλολάτρης ἀρχικά, καὶ στὴν συνέχεια δηλώνει τὸν μὴ Χριστιανὸ γενικά. Πρέπει λοιπὸν νὰ εἴμαστε προσεκτικοὶ καὶ νὰ λαμβάνουμε πάντα ὑπ᾿ ὄψιν μας τὴν χρονικὴ περίοδο κατὰ τὴν ὁποία μία λέξη χρησιμοποιεῖται καὶ τὴν ἔννοια ποὺ προσδίδεται τότε σ᾿ αὐτήν. Ἡ φράση π.χ. κατὰ Ἑλλήνων, ἂν εἰπωθεῖ σήμερα στρέφεται ἐναντίον μας ὡς ἔθνους ἐνῷ ἂν λέγεται κατὰ τὰ βυζαντινὰ χρόνια στρέφεται ἐναντίων τῶν μὴ Χριστιανῶν δηλαδὴ τῶν ἐθνικῶν εἰδωλολατρῶν.

Ἡ ἀποσαφήνιση τῆς ἔννοιας τοῦ ὄρου «Ἀνάθεμα»

ΑΝΑΘΕΜΑ. Τὸ ἀνάθεμα σὰν λέξη, σήμερα χρησιμοποιεῖται ἀπὸ πολλοὺς στὸν καθημερινὸ λόγο, μὲ τὴν ἔννοια τῆς κατάρας. Μπορεῖ νὰ ἀναφέρεται σὲ κάτι ποὺ μᾶς δυσαρεστεῖ ἢ ποὺ μᾶς προκαλεῖ ἔντονο μῖσος. Χρησιμοποιεῖται βέβαια καὶ σὲ ἄλλες περιστάσεις τοῦ καθημερινοῦ λόγου μὲ λιγότερο ἢ καὶ καθόλου ὑβριστικὴ σημασία, ὅπως μπορεῖ νὰ δεῖ κανεὶς σὲ ἕνα ἔγκυρο λεξικό.

Ἐμᾶς ὅμως δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ παραπάνω χρήσεις τοῦ ὄρου, γιατὶ πέρα ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, τὸ ἀνάθεμα εἶναι καὶ ἰδιαίτερος ἐκκλησιαστικὸς ὅρος μὲ ἐντελῶς διαφορετικὴ σημασία.
«.. 4. ΕΚΚΛΗΣ. Εἰδικὴ βαριὰ ποινὴ ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸν ἀποκλεισμὸ ἑνὸς προσώπου ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας: ρίχνω τὸ ἀνάθεμα σὲ κάποιον || παραδίδω κάποιον στὸ ἀνάθεμα || ἀπαγγέλλω τὸ ἀνάθεμα ἐναντίον κάποιου..»

ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΩ. Γενικά, συνώνυμο τοῦ καταριέμαι, ὅμως..
«.. 2. ΕΚΚΛΗΣ. Ἀποβάλlω (κάποιον) ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ΣΥΝ. ἀφορίζω, ἀποκηρύσσω, ἀποκόπτω..»

ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ. Γενικά, σημαίνει κατάρα, ἀλλά…
«.. 2. ἡ ἀποκήρυξη ἑνὸς ἀτόμου ἀπὸ τὴν κοινότητα στὴν ὁποίαν ἀνήκει καὶ εἰδικότ. ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ΣΥΝ. Ἀφορισμός, ἀποβολή, ἀποκοπή.»

(Τὰ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν εἶναι ἀπὸ τὸ «Λεξικὸ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Γλώσσας», τοῦ Κέντρου Λεξικολογίας ὑπὸ τοῦ Καθηγητοῦ Γ. Δ. Μπαμπινιώτη)

Ἡ λέξη, ἔχει τὴ θεολογικὴ ἔννοια, «αὐτοῦ ποὺ ἀφήνεται στὸν διάβολο». Εἶναι ἀντίθετη ἀπὸ τὴ λέξη: «ΑΝΑΘΗΜΑ», ποὺ σημαίνει: «Αὐτὸ ποὺ ἀφιερώνεται στὸν Θεό».

Ἀπὸ αὐτά, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «ἀνάθεμα» μὲ τὴν ἔννοια ποὺ νομίζουν οἱ κατήγοροί της, ἀλλὰ μὲ δική της, θεολογικὴ σημασία. Ὅπως εἶναι γνωστὸ κάθε ἐπιστήμη κάθε ἐπάγγελμα καὶ κάθε ὀργανισμὸς προκειμένου νὰ περιγράψει λεπτομερῶς τὸ ἀντικείμενο τοῦ ἐνδιαφέροντός του εἴτε δημιουργεῖ νέες λέξεις, εἴτε χρησιμοποιεῖ ἤδη ὑπάρχουσες ποὺ τοὺς προσδίδει ὅμως νέα ἐξειδικευμένη σημασία. Ὅταν π.χ. ὁ γιατρὸς μιλᾷ γιὰ κυκλοφορία δὲν ἐννοεῖ τὰ αὐτοκίνητα στοὺς δρόμους ἀλλὰ τὸ αἷμα στῆς φλέβες καὶ τὶς ἀρτηρίες.

Ὅταν λοιπὸν ἀναφερόμαστε σὲ ἐκκλησιαστικὰ κείμενα πρέπει νὰ λαμβάνουμε ὑπ᾿ ὄψιν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία καθὼς καὶ τὸ νόημα τῶν λέξεων ΓΙ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΤΙΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ, καὶ μάλιστα σὲ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ποὺ εἰπώθηκαν καὶ ὄχι στὴν σημερινή.

Τώρα πλέον, ἀφοῦ κάναμε μερικὲς ἀπαραίτητες διευκρινίσεις περὶ τῆς ἀξίας τῆς φιλοσοφίας μέσα ἀπὸ κείμενα μὴ Χριστιανικά, περὶ τῆς ἔννοιας τῆς λέξεως Ἕλληνας στὰ Βυζαντινὰ χρόνια καὶ περὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς χρήσης τῆς λέξης «ἀνάθεμα», μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὰ ἀποσπάσματα ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ Νεοειδωλολάτρες ἀπὸ τὸ Τριῴδιον τὰ ὁποῖα περιέχονται στὸ «Συνοδικὸ τῆς Ἁγίας Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας» καὶ τὰ ὁποῖα ἀναγιγνώσκονται καὶ σήμερα τὴν Κυριακή της Ὀρθοδοξίας.

π. Νεκτάριος Μαμαλούγκος

error: Content is protected !!