Ορθοδοξία ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ-Blog

Τα θαύματα του αγίου Τρύφωνος

Τα θαύματα του αγίου Τρύφωνος
Ο Άγιος Τρύφωνας προστάτης των γεωργών γιορτάζει την 1 Φεβρουαρίου. Πολλά και ξεχωριστά είναι τα θαύματα του αγίου Τρύφωνος που αξίζει να δει κάποιος.

Τά κλήματα.

Περνοῦσαν οἱ μέρες στή Λάμψακο, κυλοῦσαν οἱ μῆνες, οἱ ἐποχές διαδέχονταν ἡ μία τήν ἄλλη καί ὁ Τρύφων μεγάλωνε. Ἦταν 15 χρονῶν. Καί ὅσο μεγάλωνε, μεγάλωνε καί μέσα στή καρδιά του καί ξεχιλοῦσε τρυφερή καί ζεστή ἡ ἀγάπη του γιά τήν πλάση ὁλόκληρη καί γιά τούς ἀνθρώπους. Ἀγαποῦσε τ’ ἀμπέλια καί τά χωράφια, τά περοβόλια καί τά δένδρα, τούς ἀνθρώπους.

Κάποια μέρα παρατήρησε στ’ ἀμπέλια ἄρρωστα τά κλήματα. Τά εἶχε βρεῖ μία ἀρρώστια πού ἔκανε τά φύλλα τους νά κιτρινίζουν καί νά ἀδυνατίζουν. Πικραμένοι οἱ χωρικοί δέν μποροῦσαν νά κάνουν τίποτα.

Γονάτισε, λοιπόν, μιά νύχτα ὁ Τρύφων πάνω στά χώματα, ἀνάμεσα στά κλήματα, ἅπλωσε τά χέρια του καί ἔβαλε τίς ἀνοιχτές του παλάμες στοργικά πάνω στά φύλλα τους. Ὕψωσε μετά τή ματιά του καί τά χέρια του στόν οὐρανό καί εἶπε: Μεγάλε Πατέρα καί Πλάστη καί Ἰατρέ, σέ παρακαλῶ γιάτρεψέ τα. Γονάτισε καί ξαναγονάτισε. Τά κλήματα ἄρχισαν νά συνέρχονται. Χριστέ μου, σ’ εὐχαριστῶ πού μ’ ἄκουσες, προσευχήθηκε τώρα τό παιδί.

Μέ τό σκάσιμο τοῦ ἥλιου οἱ χωρικοί βγῆκαν στ’ ἀμπέλια τους. Τά εἶδαν τότε καταπράσινα, κατάγερα καί ὅλα τά κλήματα μέ ὀρθωμένα τά φύλλα τους.

– Θαῦμα μεγάλο, εἶπε κάποιος. Ἀκοῦς μέσα σέ μιά νύχτα ν’ ἀναστηθοῦν ὅλα τ’ ἀμπέλια στή Λάμψακο!

– Μέ τήν προσευχή τοῦ Τρύφωνα φώναξε ἑνας ἄλλος. Τόν εἶδα γονατιστό μέσα στ’ ἀμπέλια νά προσεύχεται.

Ἔτρεξαν τότε καί τόν κύκλωσαν ὅλοι. Ἤθελαν νά τόν εὐχαριστήσουν.

– Νά εὐχαριστήσουμε τόν Θεό, εἶπε τό ταπεινό παιδί. Εἶδε τήν πίκρα σας καί τή λαχτάρα σας καί γιάτρεψε σ’ ἕνα βράδυ τ’ ἀμπέλια σας!

Σάν τελείωσε ἡ δοξολογία Τρύφων ἐξαφανίστηκε. Τόν ἀναζήτησαν ἀλλά δέν τόν βρῆκαν. Αὐτό λέγεται ὅτι ἦταν τό πρώτο θαῦμα τοῦ ἁγίου.

Τά δένδρα.

Κάποια μέρα κάλεσαν τόν Τρύφωνα νά πάει σέ μιά ἄκρη τῆς Λαμψάκου.

– Κοίταξε τά δένδρα μας, Τρύφωνα, τοῦ εἶπαν οἱ χωρικοί. Κιτρινίζουν τά φύλλα τους καί οἱ καρποί τους εἶναι μικροί καί ξεροί. Ἀρρώστησαν. Κάνε προσευχή νά γίνουν καλά.

Πόνεσε ἡ καρδιά τοῦ Τρύφωνα.

-Νά Τόν παρακαλέσετε εἶπε ταπεινά. Ὅλους τούς ἀκούει ὁ Θεός. Ἔτσι τούς εἶπε καί ἔφυγε.

Τή νύχτα πού κοιμόντουσαν οἱ γονεῖς του, σηκώθηκε ἀθόρυβα ὁ Τρύφων, ἔβαλε τόν χιτώνα του καί τράβηξε πρός τά ἄρρωστα δένδρα. Δέν ἤθελε νά τόν δοῦν. Γονάτισε ἀνάμεσα στά δένδρα, ὕψωσε τό βλέμμα του, σταύρωσε τά χέρια του στό στῆθος του καί εἶπε μέσα ἀπό τήν καρδιά του.

– Θεέ μου, σέ παρακαλῶ, γιάτρεψε τα. Κάνε νά πρασινίσουν πάλι τά φύλλα τους καί νά πάρουν χρῶμα, ὀμορφιά καί γκύκα οἱ καρποί τους.

Μετά ἔφυγε γιά νά μήν τόν δοῦν. Πῆγε καί ἔπεσε πάλι στό στρῶμα του. Οἱ ἅγιοι κάνουν ἀθόρυβα τό καλό. Δέν θέλουν νά τούς βλέπουν. ” Μή γνώτω ἡ δεξιά σου τί ποιεῖ ἡ ἀριστερά σου”.

Τό πρωϊ εἶδαν ὅλοι τά δένδρα τους καταπράσινα καί σταυρωκοπήθηκαν. Μά αὐτό εἶναι θαῦμα εἶπαν ὅλοι τους.

– Ὁ Τρύφων βροντοφώναξε ἕνας χωρικός. Ὁ Τρύφων σᾶς λέω. Τόν εἶδα ἐγῶ πού ἦρθε τά μεσάνυχτα στά δένδρα καί προσευχήθηκε. Καί ὄταν ἔφυγε τόν ξαναεῖδα.

Ἐν τῷ μεταξύ ἦρθαν καί ἄλλοι περαστικοί καί ἔβλεπαν τό θαῦμα. Ὁ Τρύφων μέ τήν προσευχή του τά μεσάνυχτα εἶπαν χαρούμενοι αὐτοί πού εἶχαν τά δένδρα καί ὅλοι δόξασαν τόν ἅγιο Θεό. Τό θαῦμα μαθεύτηκε ἀμέσως σ’ ὅλο τό χωριό.

 

Οἱ ἀκρίδες.

Χαρούμενος κάποια μέρα ὁ Τρύφων πῆγε καί κάθισε μέσα σ’ ἕνα ἀμπέλι καί κοίταζε τά κλήματα. Ξαφνικά εἶδε ἑνα σύννεφο ἀπό ἀκρίδες νά κάθονται στό πλαϊνό περιβόλι. Θά φάνε τά λαχανικά σκέφθηκε. Οἱ ἄνθρωποι πού τά καλλιέργησαν κοπίασαν. Ὕψωσε τότε τά μάτια, τήν ψυχή καί τήν καρδιά στόν οὐρανό καί προσευχήθηκε.

– Χριστέ μου, σέ παρακαλῶ διῶξτες ἀμέσως.

Μετά πῆρε δύο ξερά κλαδιά τά ἔκανε σταυρό καί τόν ὕψωσε κατά τίς ἀκρίδες. Οἱ ἀκρίδες τότε σηκώθηκαν ὅλες μαζί στόν ἀέρα καί πέταξαν μαῦρο σύννεφο. Μαύρισε ἡ ἀκροθαλασσιά ἀπό τίς ἀκρίδες.

Ὅταν ἦρθαν οἱ χωρικοί καί εἶδαν τά λαχανικά τους κατάλαβαν ὅτι εἶχαν περάσει ἀκρίδες. Μόλις καί τά εἶχαν πειράξει. Πώς ἔφυγαν ἀμέσως ρωτοῦσαν; Ποιός τίς ἔδιωξε; Αὐτές, ἄμα πέσουν, δέν φεύγουν ἀπό τό περιβόλι ἄν δέν τό καταστρέψουν.

Ὁ Τρύφων εἶπαν ἄλλοι. Τί θέλει ἐδῶ; Κάποιο θαῦμα θά ἔκανε πάλι. Σίγουρα ἐκεῖνος τίς ἔδιωξε μέ τήν προσευχή του. Δέ θά ἄφηναν τίποτα. Θά τά ἔτρωγαν ὅλα. Δόξα σοι. Κύριε, εἶπαν.

Ὁ Τρύφων μόλις εἶδε νά ἔρχονται οἱ χωρικοί, ἔφυγε σιγά-σιγά.

Τό θαῦμα μέ τίς ἀκρίδες μαθεύτηκε σέ ὅλη τή Λάμψακο ἀλλά καί ἔξω ἀπ’ αὐτήν.

 

Ἡ θεραπεία τοῦ ἄρρωστου ἀγοριοῦ.

– Ποῦ εἶναι ὁ Τρύφων; ρώτησε κάποιος πού ἦρθε στή Λάμψακο μαθαίνοντας τά θαύματα τοῦ ἁγίου.

– Θέλω νά τόν παρακαλέσω γιά τό ἄρρωστο παιδί μου, τόν Χαρίτωνα.

Οἱ κάτοικοι τῆς Λαμψάκου εἶπαν στόν δυστυχή πατέρα τοῦ ἄρρωστου ἀγοριοῦ πού θά ἔβρισκε τόν ἅγιο, τόν δασκάλεψαν ὅμως νά μή πεῖ πώς τόν ζητάει γιατί εἶναι θαυματουργός για νά μή στεναχωρηθεῖ. Τόση ταπείνωση εἶχε.

Προσποιήθηκε, λοιπόν, ὁ πατέρας πώς ἤθελε νά ἀγοράσει μερικές χῆνες ἀπό αὐτές πού εἶχε ὁ Τρύφων καί παρακάλεσε τόν ἅγιο νά τόν βοηθήσει γιά νά τίς μεταφέρουν. Ἔτσι, ὁ Τρύφων χωρίς νά τό καταλάβει βρέθηκε στό σπίτι μέ τό ἄρρωστο παιδί. Ἐκεῖ ἔμαθε τήν ἀλήθεια.

Κοίταξε τότε στά μάτια ὁ Τρύφων τό παιδί, πῆρε τό σταυρό του στό χέρι καί ἄρχισε νά προσεύχεται μαζί μέ τό ἄρρωστο παιδί ἀφοῦ πρῶτα τοῦ μίλησε γιά τόν Σταυρωμένο καί Ἀναστημένο Κύριο. Γιά τόν Μεγάλο Ἰατρό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. Ὕστερα φίλησε τό σταυρό καί τόν ἔδωσε νά τόν φιλήσει καί τό ἄρρωστο παιδί. Κράτησε τό σταυρό πάνω του γιά λίγο καί ἀδοῦ προσποιήθηκε ὅτι ἦταν βιαστικός, τοῦ εὐχήθηκε περαστικά, τοῦ χάϊδεψε τά μαλλιά, βγῆκε ἔξω καί ἄρχισε νά περπατά γρήγορα.

Οἱ γονεῖς ἔμειναν νά κοιτάζουν τό ἄρρωστο παιδί τους. Ἐκεῖνο ἄρχισε νά νοιώθει πολύ καλά. Θά σηκωθῶ, φώναξε, καί άνακάθησε στό κρεββάτι του. Ἔπειτα μέ μιά γρήγορη κίνηση σηκώθηκε καί στάθηκε ὄρθιο. Σέ λίγο βγῆκε στήν αὐλή καί ἄρχισε νά τρέχει μέχρι τό ἀμπέλι τους.

– Ὁ Μεγάλος Ἰατρός, μέ τήν προσευχή τοῦ Τρύφωνα, γιάτρεψε τό παιδί μου, φώναξε ὁ πατέρας καί ἔφτασε μέχρι τή Λάμψακο διαλαλόντας τό θαύμα. Ἔφτασε μέχρι τόν Τρύφωνα. Καί ὁ ἅγιος μέ τήν ταπείνωση πού τόν διέκρινε τοῦ λέει:

– Ἄκουσε ὁ Μεγάλος Ἰατρός τήν προσευχή του παιδιοῦ σου καί τό γιάτρεψε. Ἔτσι θά λές.

– Ἔτσι θά λέω εἶπε ὁ πατέρας καί πῆρε τό δρόμο χαρούμενος γιά τό σπίτι του.

 

Ἡ θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου ἀγοριοῦ.

Μία μέρα ἕνα γεγονός ἦρθε νά ταράξει τήν ψυχή τοῦ Τρύφωνα. Νά τοῦ φέρει μιά ἀνησυχία, ἕναν ἄγνωστο φόβο.

Κάποια στιγμή ἄγριες φωνές ἄκουσε πίσω του. Γύρισε καί εἶδε ἕνα μεγάλο ἀγόρι, ἄσχημο μέ ἀγριεμένο πρόσωπο νά τρέχει κατά πάνω του. Τά μάτια του ἦταν πεταγμένα ἔξω καί τό στόμα του στραβό καί ἔβγαζε ἀφρούς.

– Χριστέ μου, φώναξε ὁ Τρύφων καί ἔπιασε τό σταυρό του.

– Μή … μή τό λές αὐτό τό ὄνομα. Φωτιά! Φωτιά! Καίει! φώναξε τό ἀγόρι μέ τό ἀγριεμένο πρόσωπο.

– Θεραπεύει! εἶπε ὁ Τρύφων.

– Ἐμένα μέ καίει, καί τό ὄνομά σου καίει, φώναξε τό ἀγόρι. Φεύγω, καίει, φώναξε καί τρέχοντας ἀπομακρύνθηκε.

Γοργοκτυποῦσε ἡ καρδιά τοῦ Τρύφωνα κοιτάζοντας πρός τό μέρος πού ἔφυγε τό παλληκάρι. Σταυροκοπήθηκε καί ἔτρεξε στόν ἱερέα. Πρώτη φορά ἀντίκρυσε τέτοιο θέαμα.

– Ὁ δαίμονας μπῆκε μέσα τοῦ, παιδί μου, εἶπε ὁ ἱερέας. Παρακάλεσε τόν Κύριο καί γι’ αὐτόν τόν δυστυχῆ.

– Θά τόν παρακαλέσω, πάτερ, ἀποκρίθηκε ὁ Τρύφων.

Μέρες καί νύχτες ὁ Τρύφων σκεφτόταν τό δυστυχισμένο παλληκάρι καί παρακαλοῦσε τόν Θεό γι’ αὐτό μέ πόνο καί ἀγάπη. Πέρασε ἀρκετός καιρός ἀπό τότε καί τό δυστυχισμένο πλάσμα τοῦ Θεοῦ δέν ξαναφάνηκε. Κόντευε νά τό ξεχάσει ὁ Τρύφων. Μιά μέρα ὅμως, ξαφνικά ἀκούει πάλι τίς ἴδιες ἄγριες φωνές.

– Καίει, καίει, καίει κι’ Ἐκεῖνου τό ὄνομα καί τό δικό σου, Τρύφων. Μέ καίει. Δέν μπορῶ.

– Χριστέ μου! φώναξε ὁ Τρύφων καί πετάχτηκε ὄρθιος. Ἕλα μαζί μου, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, εἶπε θερμά. Πῆρε τόν ξύλινο σταυρό στό δεξί του χέρι, τόν ὕψωσε καί ἔτρεξε πρός τό μέρος τοῦ ἀγοριοῦ. Τό ἀγόρι ἀντιδροῦσε συνεχῶς.

– Μή δέν μπορῶ νά βλέπω αὐτό τόν κεραυνό. Μήν ἔρχεσαι.

Ὁ Τρύφων τάχυνε τό βῆμα του, πλησίασε τό παλληκάρι καί μέ μιά κίνηση, σάν νά κρατοῦσε ξίφος κοφτερό, τό ἔριξε κάτω.

– Ἄν δέν μπορεῖς νά βλέπεις τό σταυρό τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τί κάθεσαι; Βγές καί φύγε καί χάσου στήν μαύρη κόλαση σου, ἀνθρωποκτόνε, φώναξε ὁ Τρύφων καί ἔβαλε τό σταυρό στό κεφάλι τοῦ ἀγοριοῦ.

Ἕνα δυνατό σφύριγμα ἀκούστηκε τότε, ἕνας θόρυβος, μιά φοβερή δυσοσμία ἦρθε καί τό ἀγόρι γαλήνεψε, βρῆκε τόν ἑαυτό του, τήν ὀμορφιά του καί τήν λιαλιά του.

– Πῶς σέ λένε, παλληκάρι, ρώτησε ὁ Τρύφων;

– Δάφνο, ἦταν ἡ ἀπάντηση.

Τότε ὁ Τρύφων πρόσφερε στόν Δάφνο κάτι νά φάει καί τόν ἔβαλε νά κοιμηθεῖ καί ὅταν μετά ἀπό ὥρα πολλή ξύπνησε ὁ Τρύφωνας τοῦ πρόσφερε δροσερό νέρο καί ἕναν ὄμορφο ξύλινο σταυρό πού κατασκεύασε ὁ ἴδιος.

– Δάφνε, τοῦ εἶπε, ἔλα, νεράκι δροσερό. Καί αὐτό τόν σταυρό θά τόν ἔχεις πάντα στό στῆθος σου καί ἔβαλε στίς παλάμες τοῦ μεγάλου ἀγοριοῦ τό σταυρό. Εἶναι ὁ σταυρός, πάνω στόν ὁποῖο θυσιάστηκε ὁ Θεός τῆς ἀγάπης γιά νά λυτρώσει αἰώνια τούς ἀνθρώπους ἀπό τό κακό. Καί μίλησε ὁ Τρύφων γιά τό Θεό τῆς ἀγάπης.

Ὁ Δάφνος δόξασε τόν Τριαδικό μας Θεό, άγκάλιασε καί φίλησε τόν Τρύφωνα.

Τό νέο θαῦμα, πού ἔκανε ὁ Τρύφων, ἔκανε μεγάλη αἴσθηση στόν τόπο τοῦ Δάφνου, στή Λάμψακο καί σ’ ὅλη τήν ἐπαρχία. Καί ὁ Δάφνος δέ σταμάτησε νά διαλαλεῖ τό θαῦμα.

 

Οἱ κάμπιες.

– Τί νά κάνουμε Τρύφων; ρώτησαν τόν ἅγιο μιά μέρα κάποιοι χωρικοί, ἔχοντας μέσα τους τήν παράκλησή τους νά προσευχηθεῖ γιά υά χωράφια τους πού εἶχαν γεμίσει κάμπιες.

– Τί μέ ρωτάτε; εἶπε λίγο κοφτά ὁ Τρύφων. Σᾶς τό εἶπε ὁ Κύριος : ” Αἰτεῖτε καί δοθήσετε ὑμῖν”. Ζητεῖτε καί θά σᾶς δοθεῖ.

Μόλις ἔφυγαν οἱ χωρικοί ὀ ἅγιος ἔτρεξε στά κτήματα. Τά εἶδε καί τά λυπήθηκε. Ἔβγαλε τό σταυρό του πάνω στό χιτώνα του, ἔβαλε εὐλαβικά τό δεξί του χέρι πάνω του καί ἄρχισε νά παρακαλεῖ:

– Κύριε, διῶξε τίς κάμπιες, νά πάνε νά βροῦνε τήν τροφή τους ἐκεῖ πού ὅρισες γι’ αὐτές. Γλύτωσε τά ἄμπέλια καί τά χωράφια ἀπό αὐτό τόν κίνδυνο. Σέ παρακαλοῦν καί ὅλοι οϊ χωρικοί τῆς Λαμψάκου. Ἄκουσέ τους, γιά νά μάθουν νά προσεύχονται μέ πίστη καί νά χαίρονται τή θαυματουργική σου ἀπάντηση. Καί ἔπειτα δέν θά μπορέσουν νά ποῦν: Ὅ Τρύφων, γιατί καί αὐτοί προσευχήθηκαν.

Καί ἄκουσε ὁ Θεός τήν προσευχή τοῦ ἁγίου καί ἔκανε τό θαῦμα του. Καί οἱ χωρικοί ἔλεγαν μέ ὅλη τήν ψυχή καί τήν καρδιά τους μυστικά ὅμως καί μεταξύ τους για να μήν τό ἀκούσει καί στεναχωρηθεῖ ὁ ἅγιος.

Ὁ Τρύφων πάλι ἔκανε τό θαὐμα του!

 

Ἡ θεραπεία τῆς κόρης τοῦ αὐτοκράτορα.

Ἡ φιλάνθρωπη συμπεριφορά τοῦ Τρύφωνος καί τά θαυμαστά ἔργα πού ἐπιτελοῦσε γρήγορα διαδίδονται. Τό ὄνομα τοῦ νεαροῦ Τρύφωνος εἶχε ξεπεράσει τά σύνορα τῆς πατρίδος του. Ταξίδεψε καί σέ ἄλλες πόλεις καί χώρες καί ἔφτασε μέχρι καί τήν Ρώμη τήν πρωτεύουσα τῆς Ρωμαϊκής Αὐτοκρατορίας. Μέχρι καί στο παλάτι τοῦ πανίσχυρου Καίσαρα.

Περί τό 240 μ.Χ. βασίλευε στή Ρώμη ὁ Γορδιανός Γ’, ὁ ὁποῖος ἦταν εἰδωλολάτρης. Φρόνιμος ὅμως καί συνετός ἄνθρωπος δέν παρουσίαζε τήν κακία καί τήν θυριώδη ἐξαλλωσύνη τῶν ἄλλων Ρωμαίων αὐτοκρατόρων.

Ὁ αὐτοκράτορας Γορδιανός, λοιπόν, εἶχε μιά μονάκριβη κόρη μέ ἐξαιρετικά χαρίσματα. Πολύ ὄμορφη, μορφωμένη, συνετή καό φρόνιμη. Πολλοί ἄρχοντες τῆς πόλεως τήν ἀγαποῦσαν καί τήν ἤθελαν γιά γυναίκα τους. Μά ἐκεῖνος δέν ἤθελε νά τήν ἀποχωριστεῖ, τουλάχιστον προσωρινά. Γι’ αὐτό τήν ἔκλεισε στά ἀνάκτορα, νά μή τήν βλέπουν οἱ ἄνθρωποι. Μέσα σ’ αὐτό τό κορίτσι καί στήν ψυχή του μπῆκε ὁ διάβολος καί τό βασάνιζε μέρα καί νύχτα. Προσπαθοῦσε νά τήν ρίξει μέσα στή φωτιά καί μέσα στό νερό. Κινδύνευε ἀπό ὥρα σέ ὥρα νά πεθάνει καί δοκίμαζε μεγάλη περιφρόνυση ἀπό ὅλους.

Ὑπέφεραν οἱ γονεῖς της. Μαράζωναν ἀπό τόν καϋμό τους καί τήν στεναχώρια τους. Ἔτρεξαν παντοῦ νά τήν θεραπεύσουν. Πῆγαν σέ ὅλους τούς γιατρούς, ἔκαναν ὅλα τά γιατροσόφια καί δοκιμασαν ὅλα τά βότανα καί τά φάρμακα. Δυστυχῶς καμμιά θεραπεία. Μέσα σ’ αυτή τήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωση χύθηκε μιά ἡλιαχτίδα φωτός. Προερχόταν ἀπό τόν ἴδιο τό δαίμονα πού εἶχε φωλιάσει μέσα της καί φώναζε:

– Ὅλα σας τά τρεξίματα καί ὅλοι οἱ κόποι σας θά πᾶνε χαμένα. Ἑάν δέν ἔρθει ὁ Τρύφων, πού ἔχει μεγάλη ἐξουσία ἐπάνω μου, γιά νά μέ διώξει, ἐγώ δέν πρόκειται νά φύγω ἀπό μέσα της.

Παράλληλα ἔφθασε στά ἀνάκτορα ἕνας χριστιανός πατέρας πονετικός , ἔμαθε τό δράμα τοῦ αὐτοκράτορα καί ζήτησε ἀκρόαση.

– Εἶμαι πατέρας εἶπε τοῦ αὐτοκράτορα καί εἶχα καί ἐγώ ἄρρωστο τό κορίτσι μου. Αἰσθάνομαι, λοιπόν, τόν πόνο σου καί ἧρθα νά σοῦ πῶ κάτι πολύ εὐχάριστο. Ὑπάρχει γιατρός γιά τήν ἀρρώστια τῆς κόρης σου. Εἶναι ὁ Τρύφων, τό παιδί μέ τίς χῆνες στή Λάμψακο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Εἶναι ἅγνό καί θαυματουργό παλληκάρι. Δεκαεφτά χρονῶν εἶναι τώρα καί κάνει θαύματα στ’ ἀμπέλια καί στά χωράφια καί στά δένδρα, μά καί στούς ἀνθρώπους.

Ἄμέσως τότε ὁ αὐτοκράτωρ ἔστειλε ἀνθρώπους νά ψάξουν στίς πόλεις καί τά χωριά γιά νά βροῦνε τόν Τρύφωνα. Ὑπόσχονταν μάλιστα χρυσάφι ἀναρίθμητο καί ἄλλα βασιλικά χαρίσματα σ’ ἐκεῖνον, πού θά τόν ἔφερνε μπροστά του. Στρατιώτες ἀπεσταλμένοι τοῦ αὐτοκράτορα, μέ διαταγή τοῦ Χιλίαρχου Ἀριστόβουλου, ἄρχισαν νά τρέχουν παντοῦ. Φθάσανε καί στή Λάμψακο. Τόν βρήκανε ἐκεῖ νά βόσκει χῆνες. Τούς πλησίασε χωρίς κάν ἐκεῖνοι νά τόν ρωτήσουν (φωτιζόμενος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα) καί τούς εἶπε:

– Ἐγώ εἶμαι ὁ Τρύφων, πού ζητάτε.

Ἐκεῖνοι μείνανε κατάπληκτοι καί μέ μεγάλη χαρά τόν πήγανε στόν ἔπαρχο τῆς περιοχῆς, στόν Πομπηϊανό. Ἀπό ἐκεῖ τοῦ ἔκαμαν μεγάλες τιμές. Τόν ἀνεβάσανε μετά σέ ἄλογο βασιλικό καί ἔφυγαν ὁλοταχῶς γιά τή Ρώμη. ὅταν πλησίαζαν νά φθάσουν στή Ρώμη, ἀπό τήν ὁποία τούς χώριζαν τρεῖς μέρες δρόμος, ὁ δαίμονας μυρίστηκε τόν ἐρχομό του καί ἄρχισε νά βασανίζει περισσότερο τό κορίτσι. Ὕστερα δείχνοντας τήν θλίψη του ἔλεγε:

– Ἀλλοίμονο σέ μένα. Δέ μέ ἀφίνει πιά ὁ Τρύφων νά μένω ἐδῶ μέσα. Μέ διώχνει ἀπό αὐτό τό σπίτι μου. Δέ θά μείνω ἀκόμη, παρά τρεῖς μέρες. Νά! ὅπου νἆναι ἔρχεται ὁ Τρύφων. Καί ἐνῶ οὔρλιαζε ἀπογοητευμένος ὁ δατανᾶς, βασάνιζε τήν κόρη πού σπαρταροῦσε σάν τό ψάρι καί χτυπιόταν ἀπελπισμένα. Ἔπειτα προτοῦ ἀκόμη φτάσει ὁ ἅγιος, ὁ σατανᾶς ἔφυγε, γιατί δέν μποροῦσε οὔτε κἄν νά ἀντικρύσει κατά πρόσωπο τόν ἅγιο Τρύφωνα.

Τήν τρίτη ἡμέρα ἔφτασε ὁ ἅγιος. Τότε ὁ βασιλιᾶς τόν ὑποδχτηκε μέ μεγάλη χαρά καί τοῦ ἔκαμε μεγάλες τιμές γιατί καί ἀπό μακρυά εἶχε ἤδη κάνει καλά τό κορίτσι του.

Γιά νά βεβαιωθεῖ στή συνέχεια ὁ βασιλιᾶς, παρακάλεσε τόν ἅγιο νά τοῦ δείξει τόν δαίμονα, νά τόν δεῖ μέ τά μάτια του καί νά τόν ρωτήσει, γιατί μπῆκε στήν κόρη του καί γιά διάφορα ἄλλα ζητήματα. Τότε ὁ ἅγιος νήστεψε ἕξι ἡμέρες καί προσευχότανε στό Θεό νά τόν βοηθήσει. Τήν ἑβδόμη ἡμέρα τό πρωί, ὅταν ξημέρωσε, συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλης στό θέατρο, καθώς καί ὁ αύτοκράτορας μέ τούς ἀκολούθους του καί ὅλους τούς μεγιστᾶνες καί τούς ἄρχοντες.

Καί ὁ Τρύφων μέ τή δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί μέ πίστη ἰσχυρή κ’ ἀκράδαντη στό Θεό, κάλεσε τόν δαίμονα σάν νά τόν ἔβλεπε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς του καί τοῦ λέει:

– Εἰς τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σέ προστάζω νά φανεῖς ἔδῶ μπροστά μας, νά δοῦμε ὅλη τήν ἀσχήμια σου καί πόσο ἀδύναμος καί ἀνίσχυρος εἶσαι άπέναντι τοῦ Θεοῦ.

Μόλις ὁ ἅγιος εἶπε αὐτά τά λόγια παρουσιάζεται ἕνα σκυλί μαῦρο, συχαμερό καί ἀπαίσιο μέ μάτια κατακόκκινα σάν τή φωτιά καί τό καφάλι σκυμμένο στή γῆ.

– Πές μας, τρισκατάρατε, τοῦ λέει τότε ὁ ἅγιος, ποιός σέ διέταξε νά κατοικήσεις σ’ αὐτή τήν κόρη καί πῶς τολμᾶς, νά ἀτιμάζεις τό τίμιο πλάσμα τοῦ Θεοῦ καί νά βασανίζεις τούς ἀνθρώπους;

Καί ὁ δαίμονας, σάν νά τόν πλήγωναν μέ βέλη τά λόγια τοῦ Τρύφωνος, ἀπάντησε μέ δυσκολία λέγοντας :

– Ὁ πατέρας μου μέ .εστειλε νά τήν βασανίσω.

– Καί ποιά ἐξουσία ἔχετε, σεῖς, πάνω στά πλάσματα τοῦ Θεοῦ;

Καί ὁ δαίμονας πιεζόμενος ἀπό τή θεία δύναμη, χωρίς νά τό θέλει, ὡμολόγησε μπροστά σέ ὅλους τοῦτα τά λόγια:

– Ἐμεῖς, βέβαια, δέν ἔχουμε καμμιά ἐξουσία νά βασανίζουμε τούς Χριστιανούς, πού πιστεύουν στόν Παντοδύναμο Θεό καί στόν Υἱό Του τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν ὁποῖο ὁ Πέτρος καί ὁ Παῦλος ἐδῶ σ’ αὐτή τήν πόλη κήρυξαν. Καί ὄχι μόνο δέν τούς πειράζουμε, ἀλλά βλέποντας τούς πιστούς αὐτούς ἀπό μακρυά, φεύγουμε καί χανόμαστε ἀπό μπροστά τους. Ἔχουμε ἀξουσία καί δύναμη νά βασανίζουμε μονάχα ὅσους βρίσκουμε νά ἀγαποῦν τά ἔργα μας. Τέτοιοι εἶναι οἱ εἰδωλολάτρες, οἱ βλάσφημοι, οἱ μοιχοί, οἱ φονιᾶδες, αὐτοί πού ἀσχολοῦνται μέ τά μάγια, οἱ ὑπερήφανοι, καί ὅλοι οἱ ὅμοιοί τους, πού ἀπομακρύνονται ἀπό τό Θεό καί κόβουν κάθε σχέση μαζί Του. Αὐτοί μόνοι τους φεύγουν ἀπό τό Θεό, μέ τίς ἁμαρτίες τους καί ἔρχονται στό δικό μας στρατόπεδο. Αὐτούς μόνο πειράζουμε, γιατί κάνουν ὅσα ἀρέσουν σέ μᾶς καί περιφρονοῦν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἀκούγοντας ὅλα αὐτά, ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ, θαύμασαν ἀλλά καί φοβήθηκαν. Πολλοί εἰδωλολάτρες πίστεψαν στόν Χριστό, ἀλλά καί οἱ πιστοί στερεώθηκαν περισσότερο στήν πίστη, σάν ἄκουσαν αὐτά. Ὁ δαίμονας ἐπιτιμήθηκε μέτα ἀπό τόν ἅγιο καί ἔγινε ἄφαντος.

Ὁ αὐτοκράτορας σάν εἶδε καί ἄκουσε τόσα θαυμαστά πράγματα, θαύμασε τόν Τρύφωνα καί τόν ἐτίμησε μέ τό παραπάνω, ὅπως ἔπρεπε. Τοῦ ἔκανε πολλές δωρεές καί διέταξε τόν ἔπαρχο Πομπηϊανό μαζί μέ ἄλλους ἄρχοντες νά τόν ὁδηγήσουν στόν τόπο του.

Μέ διαταγή τοῦ αὐτοκράτορα ὁ χιλίαρχος Ἀθηνόδωρος ἐτοίμασε αὐτοκρατορική ἄμαξα γιά τόν Τρύφωνα καί ἄλλες γιά τόν ἔπαρχο Πομπηϊανό καί τούς ἄλλος ἄρχοντες καί τιμητικό ἀπόσπασμα ἱππέων τῆς ἀνακτορικῆς φρουρᾶς.

Στήν ἐπιστροφή του ὁ ἅγιος μοίρασε στούς φτωχούς, πού συναντοῦσε στό δρόμο, ὅλα τά χρήματα, πού τοῦ χάρισε ὁ αὐτοκράτορας, χωρίς νά κρατήσει τίποτα γιά τόν ἑαυτό του.

Καί ὅταν ἔφθασε στό σπίτι του, ζοῦσε ὅπως καί πρώτα. Ξαναδόθηκε στίς δουλιές του, στίς χαρές του καί στίς ἀγάπες του. Θεράπευε τά ἀμπέλια, τούς ἀγρούς, τά δένδρα καί τούς ἀνθρώπους περισσότερο, μέ τήν προσευχή του, τόσο πού τόν ἔλεγαν πιά ὅλοι γιατρό. Ὁ θαυματουργός γιατρός τῆς Λαμψάκου.

Τό κύριο ἔργο του ὅμως ἦταν νά ὁδηγεῖ τούς πλανεμένους στήν ἀλήθεια. Νά διαδίδει τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί νά φέρνει τόν κόσμο κοντά Του.

 

Τῆς θεολόγου Αἰκατερίνης Τσακίρη
agtrifonas.webnode.gr