Δείτε τις προσφορές μας
Ορθοδοξία

Πως ο Αγιορείτης Όσιος Ιλαρίων ο Γεωργιανός μας διδάσκει με την ζωή του

Σε μια εποχή που όλοι αναζητούν δικαιώματα όμως εγκλωβισμένοι στην σαρκολατρία και την φιληδονία έχουν ξεχάσει πως υπάρχει συνάνθρωπος που υποφέρει και πονά ο Αθωνίτης Όσιος Ιλαρίων ο Γεωργιανός μας διδάσκει με την ζωή του.
Προσφορές σε Εκκλησιαστικά & είδη για το σπίτι

Σε μια εποχή που όλοι αναζητούν δικαιώματα όμως εγκλωβισμένοι στην σαρκολατρία και την φιληδονία έχουν ξεχάσει πως υπάρχει συνάνθρωπος που υποφέρει και πονά ο Αθωνίτης Όσιος Ιλαρίων ο Γεωργιανός μας διδάσκει με την ζωή του.

Ὁ Ἀθωνίτης Ὅσιος Ἱλαρίων ὁ Γεωργιανός, γεννήθηκε τὸ 1776 ἀπὸ τὸν Χαχούλια καὶ τὴν Μαρία Κοντσαβέλι. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἰδιαίτερα εὐλαβεῖς λόγω τῆς παλαιᾶς καὶ ἀριστοκρατικῆς καταγωγῆς τους, μὲ ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὸν Μεγαλομάρτυρα Ἅγιο Γεώργιο.

Ας δούμε κάποια περιστατικά από το βίο του:

Ἐπιστρέφοντας γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὁ π. Ἱλαρίων πέρασε μέσα ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη. Ἔχοντας διασχίσει ὁλόκληρη τὴν πόλη, εἶχαν φθάσει στὰ τελευταῖα δρομάκια, ὅταν ξαφνικά, ἄκουσαν μία φωνή: Πάτερ, Πάτερ! Ὁ π. Ἱλαρίων κοίταξε γύρω του ἀλλὰ δὲν εἶδε κανέναν. Ἡ φωνή, ξανακούστηκε πάλι. Τότε στὸν τοῖχο τοῦ διπλανοῦ κτιρίου εἶδε ἕνα μικρὸ παράθυρο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κάποιος τοῦ ἔκανε σινιάλο καὶ τὸν καλοῦσε νὰ πάει. Σὲ αὐτὸ τὸ κτίριο ἔμεναν κλεισμένοι μαζὶ μὲ ἄλλους κοινοὺς ἐγκληματίες, χριστιανοί, κυρίως Ἁγιορεῖτες μοναχοί, ἐξαιτίας τῆς ἀνάμιξής τους μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση.

Οἱ φυλακισμένοι εἶχαν ἀτονήσει ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὴν δίψα. Ὅταν ὁ π. Ἱλαρίων πλησίασε τὸ παράθυρο, τὸ χέρι ποὺ τοῦ εἶχε κάνει σινιάλο πιὸ πρίν, φανερώθηκε πάλι, κρατώντας ἕνα δοχεῖο. Ἡ φωνὴ μέσα ἀπὸ τὴν φυλακή, τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ φέρει νερό. Ὁ π. Ἱλαρίων ἐκπλήρωσε τὸ αἴτημα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ στὴν συνέχεια, ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο χέρια παρουσιάστηκαν μὲ τὸ ἴδιο αἴτημα. Ὁ γέροντας ἐκπλήρωσε ὅλα τὰ αἰτήματα μὲ χαρά, καὶ ὅταν ἔμαθε ποιοὶ ἦταν οἱ φυλακισμένοι ἐκεῖ μέσα, ἀποφάσισε νὰ μείνει μαζί τους νὰ τοὺς ὑπηρετήσει.

Ἀπέλυσε τὸν συνοδό του, στέλνοντάς τον πίσω μαζὶ μὲ τὸ ἄλογο. Δικαιολόγησε τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριος δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μαρτυρήσει, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσει αὐτοὺς τοὺς ἀτυχεῖς. Κάθε μέρα ὁ γέροντας ἐρχόταν στὴν φυλακή, καὶ ἔφερνε μαζί του ὅτι αὐτοὶ τοῦ ζητοῦσαν· ψωμί, νερό, καὶ ἄλλα τρόφιμα.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς Τούρκους φύλακες, τὸ παρατήρησε αὐτό, τὸν κατέλαβε ὀργή, καὶ θέλησε νὰ τὸν σκοτώσει. Ὁ γέροντας ὅμως, χωρὶς νὰ φοβηθεῖ καθόλου, ἦταν ἕτοιμος μὲ χαρά, νὰ συναντήσει τὸν θάνατο ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἀγριεμένου Τούρκου. Ἀλλὰ τὴν ἴδια ὥρα, ὁ ἄλλος φρουρός, ξύπνησε καὶ τὸν σταμάτησε μὲ αὐτὰ τὰ λόγια: Μὴν τὸν ἀκουμπήσεις, ἄστον νὰ φέρνει τρόφιμα. Κοίτα, οὔτε ἐσύ, οὔτε κανένας ἀπὸ μᾶς τοὺς δίνει ψωμί. Δὲν μᾶς ἔδωσαν ἐντολὴ νὰ τοὺς ἀφήσουμε νὰ πεθάνουν, ἀλλὰ μόνο νὰ τοὺς φυλάμε. Ἔτσι ἂν ἔχει αὐτὸς τόσο μεγάλη προθυμία, ἄφησέ τον νὰ τοὺς φροντίζει καὶ μὴν τὸν ἐμποδίζεις. Ὁ π. Ἱλαρίων πέρασε ἕξι μῆνες μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο βοηθώντας τοὺς φυλακισμένους.

Σὲ ἕναν ξεχωριστὸ θάλαμο στὴν συγκεκριμένη φυλακή, δύο φυλακισμένοι κρεμόντουσαν ἀπὸ σχοινιά. Ἕνας ἦταν χριστιανός, καὶ ὁ ἄλλος ἦταν ἕνας πλούσιος Τοῦρκος τραπεζίτης, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὁ πασᾶς, μὲ δίκη καὶ βασανιστήρια, προσπαθοῦσε νὰ τοῦ ἀποσπάσει χρήματα. Αὐτοὶ οἱ δύο φυλακισμένοι ἦταν κρεμασμένοι ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, ἔτσι ὥστε μὲ τὴν παραμικρὴ κίνηση τὰ σχοινιὰ ταλαντεύονταν ἀπὸ τὴν μία ἄκρη στὴν ἄλλη. Εἰδικοὶ φρουροὶ εἶχαν ὁριστεῖ γιὰ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν τὰ ὅπλα τους πάντα φορτωμένα καὶ τὰ σπαθιά τους ἔξω ἀπὸ τὶς θῆκες, μὴν ἐπιτρέποντας κανέναν νὰ πλησιάσει κοντὰ στοὺς δυστυχεῖς. Δὲν τοὺς ἔδιναν οὔτε νερό, οὔτε φαγητό, μιᾶς καὶ εἶχαν καταδικαστεῖ νὰ πεθάνουν ἀπὸ λιμοκτονία μὲ αὐτὸν τὸν τρομερὸ τρόπο.

Ἦταν μία ζεστὴ μέρα καὶ οἱ δύο ἄντρες ἐκτεθειμένοι στὸν ἀέρα, βασανίζονταν ἀπὸ ἀφόρητη ζέστη. Τὰ χείλη τους εἶχαν στεγνώσει καὶ σκάσει. Ὁ π. Ἱλαρίων, ὁ ὁποῖος συνέβαινε νὰ βρίσκεται στὴν φυλακή, συγκέντρωσε ὅλη του τὴν προσοχή, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήσει αὐτοὺς τοὺς ἀτυχεῖς ἄνδρες, ἀλλὰ κάθε προσπάθεια, μπορεῖ νὰ τοῦ στοίχιζε τὴν ζωή του. Ἀφοῦ γέμισε μία φιάλη μὲ νερό, καὶ πῆρε καὶ δύο ἀχλάδια, περίμενε μία εὐκαιρία γιὰ νὰ τοὺς πλησιάσει. Τότε παρατήρησε ὅτι καὶ οἱ δύο φρουροί, εἶχαν γύρει τὴν πλάτη τους στὸν τοῖχο καὶ κοιμόντουσαν. Πρὸς ἔκπληξη ὅλων, ὁ γέροντας ἥσυχα πέρασε ἀνάμεσα στοὺς φρουρούς, χωρὶς νὰ τοὺς ξυπνήσει παρὰ τὸ μικρὸ πέρασμα. Πλησιάζοντας ἕναν ἀπὸ τοὺς κρεμασμένους ἄντρες, ἔχυσε λίγο νερὸ στὸ στόμα του, μετὰ ἔδωσε λίγο στὸν ἄλλον, καὶ ἀφοῦ τὸ ἐπανέλαβε αὐτὸ τρεῖς φορές, ἔβαλε στὸ στόμα τοῦ καθενός, ἀπὸ ἕνα ἀχλάδι.

Ὁ Τοῦρκος τραπεζίτης βλέποντας τὴν αὐταπάρνηση τοῦ γέροντα, εἶπε: Εἴθε ὁ Ἀλλάχ, νὰ βραβεύσει τὴν καλή σου πράξη, ἀλλὰ φύγε ἀπὸ ἐδῶ γρήγορα, μὴν σὲ κόψουν οἱ φρουροὶ κομμάτια. Ὅλοι οἱ φυλακισμένοι παρακολουθοῦσαν τὸν π. Ἱλαρίωνα μὲ τρόμο. Ἔχοντας ὁλοκληρώσει τὴν διακονία του αὐτὴ ὁ γέροντας, ἐπιτάχυνε τὴν ἀπομάκρυνσή του. Γυρνώντας πίσω στοὺς φύλακες, παρὰ τὴν προσοχή του, χωρὶς νὰ τὸ θέλει χτύπησε τὸν ἕναν καὶ ξύπνησαν καὶ οἱ δύο. Ἀλλὰ ὁ Κύριος, ποὺ ἔφερε ὕπνο στὰ βλέφαρά τους, θαυματουργικὰ προστάτεψε τὸν π. Ἱλαρίωνα· ἔχοντας ξυπνήσει καὶ ἀφοῦ εἶδαν τὶ ἔκανε ὁ γέροντας, παρέμειναν ἀκίνητοι καὶ ἀποχαυνωμένοι, ὅπως ἦταν ἀπὸ τὸν ὕπνο. Δὲν ἔκαναν οὔτε εἶπαν τίποτα στὸν γέροντα. Αὐτή του ἡ πράξη ἔσωσε τοὺς ἀτυχεῖς ἄνδρες ἀπὸ βέβαιο θάνατο, δίνοντάς τους ζωτικὴ δύναμη. Μάλιστα, μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ γέροντα γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἕνας συγγενὴς τοῦ Τούρκου τραπεζίτη, πῆγε ἐνώπιον τοῦ πασᾶ καὶ πέτυχε τὴν ἀπελευθέρωσή του. Ὁ τραπεζίτης ἔκανε γνωστὴ σὲ ὅλους τὴν πράξη τοῦ γέροντα καὶ ἔλεγε: Δεῖξτέ μου τον, δῶστέ μου τον! Θὰ τὸν χρυσώσω καὶ θὰ τὸν προσκυνῶ ὡς σωτῆρά μου!

Λίγο μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ περιστατικό, ὁ π. Ἱλαρίων ἦρθε στὴν φυλακή, καὶ ἀνακοίνωσε στοὺς φίλους του, ὅτι εἶχε πληροφορία τὴν προηγούμενη νύκτα ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ ἀφήσει τὴν ὑπηρεσία του στοὺς φυλακισμένους καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἅγιον Ὄρος. Δὲν θὰ ἄφηνε ποτὲ τὴν διακονία του, ἀλλὰ ὑπακούοντας στὴν θεϊκὴ προσταγή, ἔπρεπε νὰ φύγει. Βρῆκε κάποιον νὰ τὸν ἀντικαταστήσει στὴν ὑπηρεσία τῶν φυλακισμένων, καὶ ὁ πιστὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ Σπανδώνης συμφώνησε νὰ τὸν πληρώνει γιὰ αὐτὴ τὴν ἐργασία. Ὁ π. Ἱλαρίων τοῦ ἐξήγησε τὴν ἐργασία ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνει καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν προορισμό του. Τὴν ἑπομένη μέρα, μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ γέροντα, ὅλοι ἔμαθαν ὅτι ὁ πασᾶς εἶχε διατάξει τὸν δήμιο νὰ τὸν ἀποκεφαλίσει. Ὅλοι τότε δόξασαν τὸν Θεό, ποὺ προστατεύει τοὺς δούλους Του, ἐνῷ ἡ λύπη τους γιὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ γέροντα μετατράπηκε σὲ χαρά.

Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Ἱλαρίωνος τοῦ Ἀθωνίτου
Ἐκ τῆς ἐκδόσεως: Ὁ πύργος τῆς ἀρετῆς,
Ἱερὰ Καλύβη Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου,
Νέα Σκήτη Ἁγίου Ὄρους, 2005

Evagelidis

Καραμανλής – Εκκλησιαστικά