Advertisements
Advertisements
Ορθοδοξία

Οσία Μελάνη: Ελευθέρωσε τον εαυτό σου από τη δαιμονική πλάνη για ν’ αποφύγεις την αιώνια καταδίκη

Οσία Μελάνη η Ρωμαία
Η Οσία Μελάνη γεννήθηκε στη Ρώμη το 383 και πήρε το όνομα της γιαγιάς της οσίας Μελάνης.
Advertisements

Γεννήθηκε στη Ρώμη το 383 και πήρε το όνομα της γιαγιάς της οσίας Μελάνης. Από μικρή αγάπησε την ασκητική ζωή. Όταν όμως έγινε 13 χρονών οι γονείς της την πάντρεψαν με τον Ουαλέριο Πινιανό. Απέκτησαν δυο παιδιά, που πέθαναν σε μικρή ηλικία. Τότε η Μελάνη έπεισε τον άντρα της να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους με εγκράτεια. Άρχισαν να ζουν ασκητικά. Το 417 επισκέφτηκαν τα Ιεροσόλυμα. Εκεί έχτισαν δύο μοναστήρια ένα για γυναίκες και ένα για άντρες.

Advertisements

Η οσία διεύθυνε το γυναικείο μοναστήρι, και καθοδηγούσε πνευματικά τις 40 περίπου παρθένες, που ασκούνταν εκεί. Πνευματικός του μοναστηριού ήταν ο μοναχός Γερόντιος, που έγραψε αργότερα και το βίο της. Πορεύτηκε στον Χριστό το 439. Η Εκκλησία μας τη μνημονεύει στις 31 Δεκεμβρίου.

Ο Κύριος, που για χάρη του η Μελάνη δούλεψε σκληρά, γνωρίζει καλά πόσους αγίους ανθρώπους έχει εξυπηρετήσει και σε πόσους ευσεβείς έχει φανεί χρήσιμη, είτε βοηθώντας τους οικονομικά, είτε ενισχύοντάς τους ηθικά, και πόσους Εβραίους και ειδωλολάτρες και αιρετικούς έφερε στο δρόμο του Θεού, ξοδεύοντας για τούτο κάθε ικμάδα του εαυτού της.

Κάποτε αποφάσισε να πάει στην Κωνσταντινούπολη να συναντήσει τον θείο της Βολωσιανό που ήταν έπαρχος της παλιάς Ρώμης, και δεν είχε ακόμα αρνηθεί τα είδωλα.
Την υποδέχτηκε εκεί με τον σεβασμό που επιβαλλόταν στην περίσταση, ο αξιωματούχος Λαύσος και την οδήγησε στο παλάτι, όπου όμως ο θείος της κειτόταν στο κρεβάτι άρρωστος. Ο Βολωσιανός, μόλις την είδε ντυμένη με το ταπεινό ένδυμα της μοναχής, αυτός που ήταν περιβεβλημένος τόση κοσμική δόξα, στενοχωρήθηκε πολύ και δακρυσμένος είπε στο συνοδό της:

– «Αυτό το πλάσμα, που βλέπεις να έχει παραδοθεί τώρα σε τόση φτώχεια και σκληραγωγία, γεννήθηκε κι ανατράφηκε στα πούπουλα, όντας το καύχημα της οικογένειας μας».
Η Μελάνη δεν έχασε την ευκαιρία, πιάστηκε από τα λόγια του θείου της κι απάντησε:
– «Αφέντη μου, βλέπεις πως έχω περιφρονήσει και δόξα και πλούτο και καλοπέραση για να κερδίσω τα μελλούμενα αιώνια αγαθά, που χαρίζει ο δημιουργός και κυβερνήτης του κόσμου σ’ αυτούς που τον εμπιστεύονται αληθινά. Σε παρακαλώ, λοιπόν, όπως τόσα χρόνια απολάμβανες τις ηδονές τις πρόσκαιρες του κόσμου, έλα τώρα να βαπτιστείς για ν’ απολαύσεις και τα αιώνια αγαθά. Ελευθέρωσε τον εαυτό σου από τη δαιμονική πλάνη για ν’ αποφύγεις την αιώνια καταδίκη, που μέλλεται για τα είδωλα και τους οπαδούς τους».

Ο Βολωσιανός, βλέποντας το ζήλο της ανεψιάς του να τον κάνει χριστιανό, φοβήθηκε μήπως σκεφτεί να μιλήσει γι’ αυτό το ζήτημα στον αυτοκράτορα, οπότε εκείνος θα τον πίεζε να βαπτιστεί και είπε·
– «Επικαλούμαι την ευσέβεια σου και σε παρακαλώ να μη μου στερήσεις τη χαρά ν’ ασπαστώ την πίστη σου ελεύθερα κι αβίαστα· άλλωστε, όπως πιστεύεις, ο Θεός μας έπλασε χαρίζοντας μας το αυτεξούσιο. Θέλω να γίνω χριστιανός και ν’ απαλλαγώ απ’ το βάρος των ανομιών μου, αλλ’ αν το κάνω για χατίρι του αυτοκράτορα, θα έχω ενεργήσει από φόβο και θα χάσω το μισθό που θα μου χαρίσει ή προσέλευση μου με τη δική μου προαίρεση».

Η Μελάνη όμως βιαζόταν να οδηγήσει στο βάπτισμα τον θείο της, γιατί φοβόταν μήπως στο μεταξύ πεθάνει, και μίλησε σχετικά στο σεβάσμιο αρχιερέα Πρόκλο. Αυτός αμέσως έσπευσε στο πλευρό του άρρωστου ειδωλολάτρη και μετά από επίμονες συζητήσεις γύρω από το θέμα της σωτηρίας, κατάφερε να του προσφέρει θετική βοήθεια.
Ο εξυπνότατος έπαρχος κατάλαβε βέβαια πως ότι γινόταν ήταν δουλειά της Μελάνης, αλλ’ είχε πια σαγηνευτεί απ’ τα λόγια του Πρόκλου, κι είχε μεταστραφεί στην πίστη. Αντί λοιπόν να την επιπλήξει, της λέει, μια μέρα που την είδε:

– «Αν υπήρχαν τρεις μόνο άνθρωποι σαν τον Πρόκλο, δε θα είχε μείνει σήμερα κανένας ειδωλολάτρης».
Την εποχή που ή Μελάνη βρισκόταν στην πρωτεύουσα, η πόλη κι η επικράτεια ολόκληρη συνταρασσόταν από το φοβερό σχίσμα, που προκάλεσε η αίρεση του Νεστόριου, και πολλοί άνθρωποι είχαν φοβερά σκανδαλιστεί, κυρίως οι πιο απονήρευτοι.
Η οσία μπήκε στον αγώνα υπέρ της ορθοδοξίας και καθημερινά καθόταν και συζητούσε με τα πιο επίσημα πρόσωπα, συγκλητικούς και αξιωματούχους και λόγιους, στηρίζοντας τους στην πίστη. Πνευματοφόρα καθώς ήταν, φώτιζε όσους την πλησίαζαν και βοηθούσε πολλούς από κείνους που εξαπατήθηκαν, να επιστρέψουν στο ορθόδοξο φρόνημα κι όλους τους αμφιρρέποντες ν’ αποφασίσουν να συνταχτούν με την Εκκλησία. Γενικά κανείς δεν έφευγε από κοντά της χωρίς να ’χει ωφεληθεί σημαντικά στην πνευματική του ζωή.

Ήταν λοιπόν φυσικό, ο φθονερός εχθρός της αλήθειας ο διάβολος, να θορυβηθεί από το σωτήριο έργο της Μελάνης, από τη δράση της για χάρη της Εκκλησίας, αλλά κι από τη λύτρωση του θείου της. Μεταμφιέστηκε, λοιπόν, σ’ ένα μελαμψό νεανία και παρουσιάστηκε μπροστά της λέγοντας:
– «Μ΄ έχεις καταστρέψει μέχρι πότε νομίζεις πως θα μου χαλάς τα σχέδια; Μάθε πως δε θα μου ξεφύγεις, θα σε συντρίψω, ή θα καταφέρω να σε διαβάλω στους βασιλείς και σ’ όσους σ’ εμπιστεύονται, ή θα σε κτυπήσω με σωματικούς πόνους, που θα σε κάνουν να γυρεύεις τον θάνατο. Τότε να δεις πως θα πάψεις να μ’ ενοχλείς».
Η μοναχή πρόφερε αμέσως τ’ όνομα του Κυρίου κι ο διάβολος εξαφανίστηκε. Έτρεξε τότε να φωνάξει το Λαύσο και να του αναφέρει το γεγονός, αλλά προτού ολοκληρώσει τη διήγηση του δράματος, την έπιασαν τρομεροί πόνοι στη μέση. Τόση ήταν η οδύνη, ώστε για τρεις ώρες, δεν μπόρεσε να πει ούτε μια λέξη. Στο μεταξύ τελέστηκε ή θεία Λειτουργία για την αποκατάσταση της υγείας της και συνήλθε λιγάκι. Για έξι μέρες δεν έλεγε να υποχωρήσει ο πόνος, και κάθε μέρα δυνάμωνε ακριβώς την ώρα που είχε παρουσιαστεί ο μελαμψός γόης. Όλοι περίμεναν πως ή Μελάνη δε θα γλίτωνε τον θάνατο.

Εκεί, λοιπόν, που όλοι την είχαν ξεγράψει, μαθαίνει, την έβδομη μέρα, πως ο θείος της κινδυνεύει να πεθάνει προτού τελειώσει η κατήχηση του. Η στενοχώρια που την κατέλαβε με το άκουσμα τούτης της είδησης, ήταν χειρότερη, αν είναι δυνατό, κι απ’ τον πόνο του κορμιού της.
Χωρίς να χάσει καιρό, έδωσε εντολή να τη μεταφέρουν στο παλάτι για να τον συναντήσει. Οι παρευρισκόμενοι φοβόνταν να τη μετακινήσουν και κωλυσιεργούσαν, αλλά εκείνη τους είπε καθαρά:

– «Αν δεν με πάρετε στον θείο μου, η κατάσταση μου θα επιδεινωθεί από τη θλίψη μου για κείνον».
Τότε αναγκάστηκαν να υπακούσουν. Έφεραν ένα όχημα και την ανέβασαν με κόπο, μια κι ήταν αδύνατο να κινήσει τα μέλη της. Ένας από τη συνοδεία έτρεξε μπροστά για να μάθει νεώτερα κι όταν έφτασε στο παλάτι πληροφορήθηκε από έμπιστους φίλους, πως ο Βολωσιανός την προηγούμενη μέρα, επειδή άκουσε για την κατάσταση της ανεψιάς του, συγκινήθηκε τόσο πολύ, που αποφάσισε να προχωρήσει στην τελική ένταξη του στην Εκκλησία.
Κάλεσε την ευσεβέστατη παραμάνα της βασίλισσας Ευδοξίας, την κυρά Ελευθερία και της ζήτησε να φροντίσει αμέσως για το βάπτισμα του, πράγμα που αυτή έκανε με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Έτσι ο έπαρχος είχε πια καταπλεύσει στο λιμάνι της ζωής.

Όταν ο συνοδός καταχαρούμενος γύρισε ν’ αναγγείλει στην πομπή το γεγονός, ή Μελάνη μόλις το άκουσε, από την άμετρη αγαλλίαση της, ξέχασε τον πόνο της και, κάνοντας μια προσπάθεια, σηκώθηκε κι έτρεξε προς το παλάτι. Ο διάβολος νικημένος και ντροπιασμένος απόκαμε, εγκατέλειψε τις προσπάθειες του κι έφυγε.
Έτσι κάθε πόνος εξαφανίστηκε και η οσία ξαναβρήκε την υγεία της. Αυτή που λίγο προηγουμένως ούτε βασταζόμενη μπορούσε να μετακινηθεί, τώρα αβοήθητη έφτασε στο παλάτι, ανέβηκε πολλαπλές σκάλες και μπήκε στα διαμερίσματα του θείου της, αφήνοντας γύρω της όσους την έβλεπαν, κατάπληκτους για το θαύμα, να δοξάζουν τον Κύριο για την ήττα του εχθρού της σωτηρίας.

Η Μελάνη έμεινε όλη τη νύχτα στο προσκέφαλο του ετοιμοθάνατου θείου της και τον παρηγορούσε λέγοντας:
– «Αληθινά είσαι απέραντα ευτυχισμένος, αφέντη μου, γιατί και στην παρούσα ζωή δοξάστηκες όσο λίγοι άνθρωποι, και στη μέλλουσα πορεύεσαι προς τον Λυτρωτή, αφού αξιώθηκες να ξαναγεννηθείς πνευματικά με το βάπτισμα και να κάνεις κτήμα σου την αθανασία».
Κι αφού το πρωί τον βοήθησε να μεταλάβει τα Άχραντα Μυστήρια, τον κατευόδωσε με χαρά, ανήμερα τα Θεοφάνεια, στέλνοντας τον στην ειρήνη του Κυρίου του ουρανού.

Όλοι όσοι έμαθαν τα συμβάντα ανέπεμψαν ευχαριστίες και δοξασίες στον Θεό, που ενεργεί μεγάλα και θαυμαστά για τη σωτηρία των ανθρώπων. Η εμπνευσμένη μοναχή σε κάθε ευκαιρία ιστορούσε την απύθμενη φιλανθρωπία του Θεού με τούτα τα λόγια:
– «Δείτε πόσο ο Πανάγαθος ενδιαφέρεται για τη σωτηρία μιας ψυχής. Προνόησε να έρθει εδώ ο θείος μου από τη Ρώμη και να ’ρθουμε και μείς από τα Ιεροσόλυμα να τον συναντήσουμε. Έτυχε να ’ναι άρρωστος κι η αρρώστια του στάθηκε αφορμή για να λυτρωθεί η ψυχή του, που τόσα χρόνια δεν στάθηκε τρόπος να συναντηθεί με τη χάρη του».

Όταν η αγία τέλεσε και το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του νεκρού, κι αφού τις μέρες που μεσολάβησαν ωφέλησε με τα λόγια της και το παράδειγμά της πλήθος ανθρώπων, αποφάσισε να επιστρέψει στον τόπο της μετάνοιας της. Μαζί της έφυγε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, τέλος Φεβρουαρίου ήταν, κι η βασίλισσα, που ο αυτοκράτορας την εμπιστεύτηκε στη Μελάνη, γιατί κατά τις μέρες της παραμονής της στην Κωνσταντινούπολη, πολλά είχε ωφεληθεί κι ο ίδιος απ’ αυτήν.
Sources Chretiennes άρ. 90, σελ. 230 έξ.

Νερό από την έρημο.
Συλλογή κειμένων και σχόλια: Ηλία Βουλγαράκη. Απόδοση στα νεοελληνικά: Κωστή Κυριακίδη.
Αποστολική Διακονία, εκδ. Β΄ 1996.