Ορθοδοξία

Ο Όσιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης και το πονηρό πνεύμα

Ο Όσιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης και το πονηρό πνεύμα
Ο Όσιος Γεώργιος γεννήθηκε σ' ένα χωριό της Κύπρου από γονείς ευσεβείς.

Συνήθιζαν οι κελλιώτες κάθε Κυριακή να έρχονται στο Κοινόβιο. Όταν ερχόταν και ο όσιος Γεώργιος, οι διακονητές το απόγευμα της Κυριακής τον γύριζαν στα διακονήματά τους, για να τα ευλογεί και να τους δίνει την ευχή του· μερικοί του κατέθεταν και τους λογισμούς των.

Συνέβη δε μια Κυριακή να παρατείνει το λόγο σε έναν από τους αδελφούς μέχρι δύο-τρεις ώρες μετά τη δύση του ηλίου. Αλλά όταν ξημέρωνε Δευτέρα, είχε συνήθεια ο Γέροντας να μην κοιμάται νύχτα στο Κοινόβιο.

Βγήκε, λοιπόν, στο θυρωρείο και παρακαλούσε το θυρωρό να του ανοίξει και να τον αφήσει να φύγει. Αλλά αυτός αρνιόταν λέγοντας· «τέτοια ώρα, τίμιε πάτερ, πού να πας πια; καλύτερα ξάπλωσε να αναπαυθείς και το πρωί αναχωρείς». Και ο Γέροντας είπε· «όχι, παιδί μου, άφησέ με τώρα να φύγω». Κι αυτός του απαντά· «φοβάμαι, τίμιε πάτερ, μήπως και κατηγορηθώ, αν σου συμβεί κάτι στο δρόμο». Τότε του είπε ο Γέροντας· «υπάρχει Θεός, παιδί μου, που βοηθά». Και αυτός, αφού προσπάθησε πολύ και δεν τον έπεισε, στο τέλος τον άφησε να φύγει.

Αφού βγήκε ο Γέροντας, πήρε το μονοπάτι προς το κελλί. Ήλθε, λοιπόν, πνεύμα πονηρό και επιχειρούσε να τον γκρεμίσει σε απόκρημνα μέρη. Αλλά αυτός το αντιλήφθηκε και επιτιμούσε το πνεύμα λέγοντας, «φύγε από μένα». Και αφού έγινε αυτό πολλές φορές, στο τέλος, αφού δεν υποχωρούσε, του λέγει ο Γέροντας· «επειδή συμπεριφέρεσαι με αναίδεια και δεν θέλεις να φύγεις, ευλογητός ο Κύριος, εσύ με σηκώνεις και με μεταφέρεις στο κελλί»· και αμέσως το πνεύμα κατέβηκε και τον σήκωσε και τον πήγε στο κελλί. Και λέγει ο Γέροντας, «φύγε γρήγορα και μη συμπεριφέρεσαι αναιδώς και εριστικά σ’ εμάς τους ταπεινούς και αμαρτωλούς».

Οι αδελφοί διαφυλάττονται αβλαβείς από τα θηρία και τη φωτιά

Όταν συνέβη αυτό και έγινε γνωστό, λέγει κάποιος από τους αδελφούς στο Γέροντα μια μέρα· «Αν πάθαινες ζημιά, πάτερ, από λεοπάρδαλη ή από φίδι ή από άλλο θηρίο, τι θα γινόταν;». Απαντά ο Γέροντας· «παιδί μου, δεν φοβούμαστε τα πονηρά πνεύματα και θα φοβηθούμε τα θηρία; όμως, αγαπητέ, ποτέ δεν ακούστηκε, ότι έπαθε ποτέ κανείς ζημιά από λεοπάρδαλη, εκτός από έναν μ’ αυτό τον τρόπο· περπατούσε, δηλαδή, ένας αδελφός το μονοπάτι των κελλιών και ήλθε σε ένα απόκρημνο μέρος.

Από πάνω ήταν ψηλός ο βράχος. Και αφού συνάντησε εκεί ο αδελφός την λεοπάρδαλη, όταν την είδε, φοβήθηκε να γυρίσει πίσω, αλλά ούτε το θηρίο θέλησε να παρακάμψει. Στέκονταν, λοιπόν, και αλληλοκοιτάζονταν. Βλέποντας ο αδελφός ότι δεν παραμερίζει το θηρίο, του λέγει· “εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κάνε μου τόπο να περάσω”. Κι αυτό μόλις άκουσε το όνομα του Κυρίου πετάχτηκε στο γκρεμό, ενώ είχε μέγεθος διπλάσιο ενός ανθρώπου.

Αλλά ο αδελφός δεν φοβήθηκε το Θεό, τον Οποίον τρόμαξε το θηρίο, αλλά, αφού πήρε μεγάλες πέτρες, πετροβολούσε το θηρίο. Κι αυτό, αφού θύμωσε πολύ, ανέβηκε γρήγορα από άλλο μέρος, πρόλαβε τον αδελφό και, αφού του έδωσε δυο-τρία χτυπήματα, έφυγε αφήνοντάς τον πληγωμένο χωρίς όμως καθόλου να τον αγγίξει με το στόμα του. Αφού τον βρήκαμε εμείς, τον μεταφέραμε στο νοσοκομείο και σε λίγες μέρες έγινε καλά ο αδελφός.

» Όσο για τα φίδια ότι είναι φοβερά και θανατηφόρα σ’ αυτή την περιοχή, γνωρίζω κάποιον κηπουρό που σκότωσε ένα φίδι στον κήπο και το κρέμασε στο φράκτη και ενώ έμεινε δυο εβδομάδες κρεμασμένο, ούτε θηρίο, ούτε όρνεο θέλησε να το αγγίξει, εκτός από τα μυρμήγκια που μπήκαν από τα μάτια και το στόμα του και του κατέφαγαν τις σάρκες.

Και πάλιν όταν ξυλοκόβαμε, σήκωσε κάποιος αδελφός μια πέτρα για να τη βάλει στο φορτίο. Ήταν όμως ένα φίδι κάτω από την πέτρα, που σήκωσε το λαιμό του να αρπάξει τον αδελφό· όμως δεν τον πέτυχε, αλλά δάγκωσε μια ρίζα μεγάλου δέντρου που ήταν εκεί, σαν να δάγκωνε τον αδελφό (γιατί ήταν τυφλό και κωφό από το πολύ του δηλητήριο) και αμέσως ξεράθηκε το δέντρο σαν να κάηκε από φωτιά. Και ενώ υπάρχουν τέτοια φίδια και ακόμη φοβερότερα, ουδέποτε ακούστηκε ότι δαγκώθηκε κανείς από φίδι σ’ αυτόν τον άγιο τόπο της αγίας Δέσποινάς μας, της ευλογημένης Θεοτόκου, γιατί φυλάττει τους δούλους της από κάθε κίνδυνο».

Από το βιβλίο: Ο όσιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016, σελ. 57.

Ο Όσιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης

Ο Όσιος Γεώργιος γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Κύπρου από γονείς ευσεβείς. Είχε και ένα μεγαλύτερο αδελφό που τον έλεγαν Ηρακλείδη. Αυτός λοιπόν, όταν ακόμα ζούσαν οι γονείς τους, πήγε στους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσει. Αφού προσκύνησε, κατόπιν πήγε στη Λαύρα του Καλαμώνας που βρισκόταν κοντά στο σημερινό μοναστήρι του Αββά Γερασίμου στον Ιορδάνη και εκεί έγινε μοναχός.

Ο δε Γεώργιος παρέμεινε κοντά στους γονείς του. Αργότερα πέθαναν οι γονείς του και ο Γεώργιος έμεινε ορφανός. Τότε τον παρέλαβε μαζί με την κληρονομιά του ο θείος του, που είχε μια μοναχοκόρη και ήθελε να τον κάνει γαμπρό του. Ο Γεώργιος όμως δεν ήθελε να παντρευτεί και έφυγε στον άλλο του θείο, που ήταν ηγούμενος σ’ ένα Μοναστήρι.

Αλλά επειδή ο προηγούμενος θείος του πίεζε τον αδελφό του ηγούμενο ν’ αφήσει τον Γεώργιο να φύγει από το μοναστήρι, ο Γεώργιος έφυγε κι από ‘κει και πήγε στον αδελφό του Ηρακλείδη στη Λαύρα του Καλαμώνος. Άλλ’ επειδή ήταν νεαρός τον οδήγησε στη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου, την λεγόμενη Χοζεβά που βρίσκεται σε μια ερημική και άγρια χαράδρα κι είναι κοντά στην αρχαία Ρωμαϊκή οδό, που οδηγεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ.

Εκεί πλέον ο Γεώργιος αφού έγινε μοναχός, έζησε αυστηρά ασκητική μοναχική ζωή. Η φήμη της αρετής του ήταν μεγάλη και τα άγια έργα του δίδαξαν πολλούς. Τελικά, ειρηνικά παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Θεό.

Πηγή: Κοινωνία Ορθοδοξίας

You cannot copy content of this page