Advertisements
Ορθοδοξία

Ο Όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα και η αριστοκράτισσα

Ο Όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα και η αριστοκράτισσα
Αριστοκράτισσα αυτή και φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο της Μόσχας, να επισκεφθεί ένα γέρο «λιτσιμέρα» (=υποκριτή, πλάνο – έτσι αποκαλούσε τον π. Αμβρόσιο), το θεωρούσε υποτιμητικό.
Advertisements
Advertisements

Δύο αδελφές σε μια πλούσια αρχοντική οικογένεια διέφεραν ριζικά στον χαρακτήρα. Η μία, ευσεβής και ειρηνική. Η άλλη, η Βέρα, εγωίστρια και ανήσυχη. Όσες φορές την παρακαλούσε η αδελφή της να πάνε μαζί στην Όπτινα, στον στάρετς Αμβρόσιο, αρνιόταν με πείσμα.

Αριστοκράτισσα αυτή και φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο της Μόσχας, να επισκεφθεί ένα γέρο «λιτσιμέρα» (=υποκριτή, πλάνο – έτσι αποκαλούσε τον π. Αμβρόσιο), το θεωρούσε υποτιμητικό.

Advertisements

Κάποτε όμως, για να δείξει την ανωτερότητα της, καταδέχθηκε να ικανοποιήσει την παράκληση της αδελφής της και αποφάσισε να την συνοδεύσει ως την Όπτινα. Στον δρόμο όμως όλο κάτι ειρωνικό είχε να πει για κείνους που τόσο σέβονταν τον στάρετς.

Είχε μάθει και τούτο το «φοβερό»: Όταν ο στάρετς βγαίνει να ευλογήσει τους χριστιανούς, εκείνοι γονατίζουν. Αυτό της χτυπούσε πολύ στα νεύρα.
– Εγώ, έλεγε, δεν πρόκειται ποτέ να γονατίσω. Να δεχθώ τέτοιον υποβιβασμό; Ποτέ!

Advertisements

| Είδη μνημείου

Πράγματι, όταν έκανε την εμφάνιση του ο σεβάσμιος γέροντας, όλοι γονάτισαν. Μόνον ή Βέρα ήταν όρθια, πλάι στην πόρτα. Μάλιστα, καθώς άνοιξε η πόρτα, την κάλυψε και δεν φαινόταν. Ο στάρετς όμως γυρίζει προς το μέρος της. Την βλέπει όρθια και ρωτά με χαρούμενο ύφος:

– Μα ποιος γίγαντας στέκεται εδώ;
Και χωρίς καθυστέρηση πλησιάζει πιο κοντά και συνεχίζει με σιγανή φωνή:
– Α! ναι, είναι η Βέρα, που ήρθε να δη τον λιτσιμέρα!

Η απροσδόκητη αυτή φράση με την επιτυχημένη ομοιοκαταληξία δημιούργησε θαυμασμό και ντροπή! Από το ένα μέρος θαύμαζε την προφητική δύναμη του στάρετς και από το άλλο δεν ήξερε πως να κρύψει την μεγάλη της ντροπή. Ποτέ δεν φανταζόταν ότι θα της τύχαινε κάτι τέτοιο. Πάντως άρχισε να σέβεται πολύ το πρόσωπο του.
Φεύγοντας από την Όπτινα σκέφθηκε να πάρει μαζί της και το πορτραίτο του. Θα το εύρισκε στο περίπτερο της μονής, απ’ όπου το αγόραζαν για ευλογία όλοι σχεδόν οι προσκυνητές. Όταν έφθασε εκεί και ρώτησε για την τιμή, της είπαν πως αξίζει είκοσι καπίκια μόνο. Περίμενε μεγαλύτερη τιμή, γι’ αυτό σκέφθηκε:

– «Θεέ μου τόσο λίγο! Εγώ ήμουν έτοιμη να δώσω ρούβλια. Πόσο φτηνός είναι ο μπάτουσκα»!
Την ίδια μέρα την περίμενε καινούργια έκπληξη: Την ώρα της κοινής ευλογίας, περνώντας από κοντά της ο στάρετς, την ακούμπησε απαλά στο κεφάλι και με χάρη ψιθύρισε:

– Πόσο φτηνός είναι ο μπάτουσκα! Πόσο φτηνός! Εκείνη παρά λίγο να χάσει το μυαλό της.
– Ακούς εκεί, μονολογούσε, να εξιχνιάζει όλες μου τις σκέψεις!

Μετά από χρόνια η Βέρα έγινε μοναχή στο Σαμορντίνο – το γυναικείο μοναστήρι του στάρετς – και κατά καιρούς περιέγραφε τα δύο αυτά εντυπωσιακά περιστατικά.
Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός 1987, Δ΄ εκδ)

Από το βιβλίο: Χαρίσματα και χαρισματούχοι. Ανθολογία χαρισματικών εκδηλώσεων. Τόμος πρώτος.
Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, εκδ. Δ΄ 1990

Advertisements