Ορθοδοξία

Ο γέροντας που έβλεπε νοερά τη δόξα του Θεού

«Οι ελεήμονες θα ελεηθούν»
Πήγε ένα πρωί στο κελλί του Γέροντός του, ο Ζαχαρίας, ο μαθητής του Αββά Σιλουανού, για να πάρη ευλογία ν’ αρχίση κάποιο εργόχειρο.

Πήγε ένα πρωί στο κελλί του Γέροντός του, ο Ζαχαρίας, ο μαθητής του Αββά Σιλουανού, για να πάρη ευλογία ν’ αρχίση κάποιο εργόχειρο.

Κτύπησε την πόρτα κι’ επειδή δεν έπαιρνε απάντησι άνοιξε λίγο να ιδή αν ήταν μέσα εκείνος.

Είδε τότε τον Όσιο σε κατάστασι θεϊκής εκστάσεως να προσεύχεται με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό.

Έφυγε αθόρυβα ο νέος, χωρίς να τον ενοχλήση.

Όταν όμως κατά το μεσημέρι ξαναγύρισε, τον βρήκε στην ίδια στάσι.

Το ίδιο και τ’ απόγευμα.

Το βράδυ πια είδε τον Όσιο καθισμένο στο χαμηλό σκαμνί του με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, απορροφημένο στις σκέψεις του.

– Τι σου συμβαίνει σήμερα, Αββά; ρώτησε ο Ζαχαρίας.
– Μικρή αδιαθεσία, είπε ο Γέροντας, δεν είναι τίποτε· μην ανησυχής.

Ο Ζαχαρίας όμως δεν εννοούσε να πεισθή μ’ αυτή την καθησυχαστική απάντησι.

Έπεσε γονατιστός στα πόδια του Γέροντός του και τον παρακαλούσε:
– Δεν θα σηκωθώ από δω, Αββά, αν δεν μου φανερώσης όσα είδες.

Τότε εκείνος αναγκάστηκε να ομολογήση πως ο νους του είχε τόσο υψωθή στην προσευχή, ώστε έβλεπε νοερά τη δόξα του Θεού.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Μοναχής †Θεοδώρας Χαμπάκη, «Γεροντικόν, Σταλαγματιές από την πατερική σοφία», έκδοση Ορθοδόξου Χριστιανικής Αδελφότητας «Λυδία» Θεσσαλονίκη.

Πηγή: Πεμπτουσία
Επιμέλεια Στέλιος Κούκος