Ορθοδοξία

Ο άλαλος Γέροντας

Σιωπή ησυχία
Κάποιος από τους Πατέρες διηγήθηκε ότι ένας από τη Θεούπολη (Αντιόχεια), άνθρωπος μορφωμένος και ευλαβής, πήγαινε συχνά σε κάποιον έγκλειστο Γέροντα και τον παρακαλούσε να τον δεχτεί και να τον κάνει μοναχό.

Και του είπε ο Γέροντας: «Πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, και τότε έλα και θα σε δεχτώ».

Εκείνος έφυγε, έκανε όπως προστάχτηκε και ξαναγύρισε. Του είπε τότε ο Γέροντας: «Και αυτή την εντολή πρέπει να τηρήσεις. Να μην μιλάς». Εκείνος συμφώνησε και έκανε πέντε χρόνια χωρίς να μιλήσει.

Άρχισαν, λοιπόν, να τον επαινούν όσοι τον γνώριζαν. Όταν το έμαθε ο Γέροντας, του είπε: «Δεν ωφελείσαι εδώ, θα σε στείλω σε κοινόβιο στην Αίγυπτο»· και τον έστειλε.

Όταν, όμως, έφευγε, δεν του είπε να μιλήσει ή να μην μιλήσει. Έτσι αυτός, τηρώντας την εντολή, συνέχισε να μην μιλά.

Ο αββάς που τον δέχτηκε, θέλοντας να διαπιστώσει αν είναι πραγματικά άλαλος, τον έστειλε σε κάποια υπηρεσία όταν ο ποταμός ήταν πλημμυρισμένος, για να αναγκαστεί να γυρίσει και να πει ότι δεν μπόρεσε να περάσει.

Φτάνοντας εκείνος στον ποταμό, γονάτισε, και αμέσως ήρθε ένας κροκόδειλος, τον πήρε επάνω του και τον πήγε απέναντι. Ο αββάς στο μεταξύ έστειλε ξοπίσω του άλλον αδελφό να τον δει τι θα κάνει, και όταν αυτός είδε τι έγινε, γύρισε και το είπε στον αββά και τους αδελφούς, που το άκουσαν με κατάπληξη.

Μετά από καιρό ο αδελφός πέθανε, και ο αββάς μήνυσε στον έγκλειστο Γέροντα που του τον έστειλε: «Αν και μας έστειλες έναν άλαλο, ωστόσο ήταν άγγελος του Θεού». Ο έγκλειστος με τη σειρά του μήνυσε στον αββά: «Δεν ήταν στ’ αλήθεια άλαλος, αλλά για να τηρήσει την εντολή που του έδωσα στην αρχή, γι’ αυτό έμεινε άλαλος». Και όταν το άκουσαν, θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό.

Γεροντικόν