Ορθοδοξία

Ο Άγιος Νήφων Κωνσταντιανής και το φοβερό όραμα

Άγιος Νήφων επίσκοπος Κωνσταντιανής - Η χάρη της μετανοίας και ο πόλεμος του διαβόλου
Ο Κύριος ένευσε στον στρατηγό ενός τάγματος κι εκείνος πλησίασε λαμπρός, φοβερός, μα και συνεσταλμένος.

Μια βραδιά, καθώς τελείωνε ο όσιος Νήφων ο επίσκοπος Κωνσταντιανής τη νυχτερινή του προσευχή, αναλογίσθηκε τις αμαρτίες του και θρηνούσε γοερά, γιατί έφερνε στον νου του τη φοβερή ώρα της Κρίσεως.

Έξαφνα βλέπει ν’ αποτραβιέται το στερέωμα του ουρανού σαν σεντόνι και να παρουσιάζεται ο Κύριος σε πελώριες διαστάσεις. Στεκόταν στους αιθέρες περικυκλωμένος απ’ όλες τις ουράνιες στρατιές: άγγελοι, αρχάγγελοι, τάγματα φοβερά και εξαίσια, παραταγμένα εμπρός του.

Ο Κύριος ένευσε στον στρατηγό ενός τάγματος κι εκείνος πλησίασε λαμπρός, φοβερός, μα και συνεσταλμένος.

– Μιχαήλ, Μιχαήλ, παράλαβε με το τάγμα σου τον πύρινο θρόνο μου και πήγαινε στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ. Εκεί θα τον εγκαταστήσεις, γιατί έφθασε η ώρα της Κρίσεως, η ώρα που θα λάβει καθένας κατά τα έργα του.

Αυτοστιγμεί εκείνος με το τάγμα του πήραν τον υπέρλαμπρο θρόνο κι έφυγαν. Ήταν το τάγμα τόσο πολυάριθμο που η γη δεν το χωρούσε. Φεύγοντας βροντοφωνούσαν:

– Άγιος, άγιος, άγιος, φοβερός και μέγας, θαυμαστός και ένδοξος ο Κύριος στους αιώνες των αιώνων.

Έπειτα αποχώρησε ο Γαβριήλ με το τάγμα του ψάλλοντας:

– «Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου».

Και απ’ εκείνη τη φοβερή κραυγή συγκλονίζονταν ο ουρανός και η γη.

Ακολούθησε ο τρίτος μέγας αρχιστράτηγος, ο Ραφαήλ, με το τάγμα του αναπέμποντας τον ύμνο:

– «Εις άγιος, εις Κύριος Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός».

Τέλος ξεκίνησε και η τέταρτη παράταξη. Ο άρχοντας της ήταν λευκός και λαμπερός σαν το χιόνι, με όψη γλυκιά. Φεύγοντας άρχισε κι αυτός να ψάλλει δυνατά:

– «Θεός θεῶν Κύριος ἐλάλησε καὶ ἐκάλεσε τὴν γῆν ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν. ἐκ Σιὼν ἡ εὐπρέπεια τῆς ὡραιότητος αὐτοῦ, ὁ Θεὸς ἐμφανῶς ἥξει, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ παρασιωπήσεται· πῦρ ἐνώπιον αὐτοῦ καυθήσεται, καὶ κύκλῳ αὐτοῦ καταιγὶς σφόδρα». (Ψαλμ. 49, 1-3).

Και συνέχεια τον υπόλοιπο ψαλμό. Ενώ οι αξιωματούχοι του αντιφωνούσαν:

– «Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρίνων τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι» (Ψαλμ. 81, 8).

Σε λίγο έφεραν ενώπιον του Κυρίου τον δοξασμένο Σταυρό του, που έλαμπε σαν φοβερή αστραπή και σκόρπιζε άρρητη ευωδία! Τον συνόδευαν με εξαιρετικές τιμές δύο τάγματα Εξουσιών και Δυνάμεων. Το θέαμα ήταν μεγαλοπρεπέστατο. Οι πολυάριθμες δυνάμεις έψαλλαν παναρμόνια.

Άλλοι έλεγαν με δέος:

– «Ὑψώσω σε, ὁ Θεός μου ὁ βασιλεύς μου, καὶ εὐλογήσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος» (Ψαλμ. 144, 1).

Άλλοι έλεγαν:

– «Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ, ὅτι ἅγιός ἐστι» (Ψαλμ 98, 5).

Έπειτα κάλεσε ο Κύριος το τάγμα των Αρχών και είπε απευθυνόμενος στον αρχηγό του:

– Σε προστάζω να πάρεις το θείο σου τάγμα και να σκορπισθείτε σε όλο τον κόσμο, για να μεταφέρετε πάνω σε νεφέλες τους αγίους, απ’ την ανατολή και τη δύση, τον βορρά και τον νότο. Θα τους συγκεντρώσεις όλους για να υποδεχθούν την παρουσία μου, μόλις ηχήσει η σάλπιγγα.

Ύστερα απ’ όλα αυτά έριξε ο δίκαιος Κριτής ένα βλέμμα στη γη και είδε… Ομίχλη και σκοτεινιά, θρήνος και κοπετός πολύς από τη φοβερή τυραννία του σατανά. Μάνιαζε και φρύαττε ο δράκοντας! Κατέστρεφε τα πάντα συντρίβοντας τα σαν χορτάρι. Γιατί έβλεπε τους αγγέλους του Θεού να του ετοιμάζουν το αιώνιο πυρ.

Μόλις τα είδε όλα αυτά ο Κύριος, κάλεσε έναν πύρινο άγγελο με αυστηρή και φοβερή όψη, και του είπε:

– Πάρε τη ράβδο μου που δένει και συντρίβει. Πάρε κι αμέτρητους αγγέλους από το τάγμα σου, τους πιο φοβερούς. Θα πάτε στη νοητή θάλασσα, για να βρείτε τα ίχνη του ζοφερού άρχοντα. Άρπαξε τον και χτύπα τον αλύπητα με τη ράβδο, ώσπου να παραδώσει το τάγμα των πονηρών πνευμάτων. Και αφού τους δέσεις όλους γερά, θα τους ρίξεις στις πιο άσπλαχνες και άγριες τιμωρίες…

Και τότε πια, όταν όλα ήταν έτοιμα, έγινε νεύμα στον αρχάγγελο που κρατούσε τη σάλπιγγα να σαλπίσει ηχηρά. Αμέσως απλώθηκε απότομα νεκρική σιγή, σαν να ηρέμησαν τα σύμπαντα.

Με το πρώτο σάλπισμα συναρμολογήθηκαν όλα τα σώματα των νεκρών.

Με το δεύτερο, Πνεύμα Κυρίου επανέφερε τις ψυχές μέσα στα νεκρά σώματα.

Δέος και φρίκη κατέλαβε τα σύμπαντα!

Τα ουράνια και τα επίγεια έτρεμαν.

Και τότε αντήχησε το τρίτο και φοβερότερο σάλπισμα, που συγκλόνισε όλο τον κόσμο. Οι νεκροί αναστήθηκαν από τα μνήματα «Εν ριπή οφθαλμού». Φοβερό θέαμα! Ξεπερνούσαν σε αριθμό και την άμμο της θαλάσσης. Συγχρόνως σαν πυκνή βροχή κατέβαιναν από τα ουράνια τ’ αγγελικά τάγματα βροντοφωνώντας:

– «Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη φόβου και τρόμου».

Στεκόταν όλος ο λαός και το αναρίθμητο σύνταγμα των αγγέλων περιμένοντας. Έτρεμαν και φρικιούσαν μπροστά στη φοβερή θεία εξουσία που κατέβαινε στη γη. Ενώ όμως όλοι κοίταζαν ψηλά, ξαφνικά άρχισαν να γίνονται σεισμοί, βροντές κι αστραπές στην κοιλάδα της Δίκης και στον αιθέρα, ώστε κατατρόμαξαν όλοι. Τότε αποσύρθηκε σαν βιβλίο το στερέωμα του ουρανού και φάνηκε ο Τίμιος Σταυρός να λάμπει σαν τον ήλιο και να σκορπίζει θείες μαρμαρυγές. Τον κρατούσαν οι άγγελοι μπροστά από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και Κριτή της οικουμένης, που ερχόταν.

Έξαφνα, μέσ’ από το πλήθος των αναστημένων νεκρών άρχισαν μερικοί ν’ αστράφτουν σαν ήλιοι! Αμέσως αρπάζονταν στις νεφέλες, στον αέρα, για να συναντήσουν τον Κύριο τους. Οι περισσότεροι όμως απόμειναν κάτω. Κανείς δεν τους πήρε στον ουρανό!… Θρηνούσαν πικρά που δεν αξιώθηκαν ν’ αρπαχτούν κι αυτοί, κι ήταν φαρμάκι ή λύπη και η οδύνη στις ψυχές τους.

Είχε πια καθίσει στον «θρόνο της ετοιμασίας» ο φοβερός Κριτής και μαζεύτηκαν γύρω του όλες οι δυνάμεις των ουρανών με φόβο και τρόμο. Όσοι είχαν αρπαχθεί στις νεφέλες τοποθετήθηκαν στα δεξιά του. Οι υπόλοιποι οδηγήθηκαν στ’ αριστερά του Κριτή.

Παρευθύς έριξε το βλέμμα του και από τη μια κι από την άλλη μεριά. Στα δεξιά κοίταξε ευχαριστημένος και χαμογέλασε. Όταν όμως γύρισε στ’ αριστερά, ταράχθηκε, οργίσθηκε πολύ και απέστρεψε αμέσως το πρόσωπο του.

Τότε με δυνατή κι επίσημη φωνή λέει στους «εκ δεξιών» του:

– «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με» (Ματθ. 25, 34-36).

Παραξενεύθηκαν εκείνοι και ρώτησαν:

– «Κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε;» (Ματθ. 25, 37-39).

– «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40).

Στρέφεται τότε και προς τους «εξ ευωνύμων» και τους λέει με δριμύτητα:

– «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με» (Ματθ. 25, 41-43).

– «Κύριε», τον ρώτησαν κι αυτοί απορημένοι, «πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι;» (Ματθ. 25, 44)

– «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν», τους απάντησε ο Κύριος, «ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 45). Χαθείτε από τα μάτια μου, καταραμένοι της γης! Στον τάρτατο! Στον βρυγμό των οδόντων! Εκεί θα’ ναι ο θρήνος κι ο οδυρμός ο ατέλειωτος.

Μόλις έβγαλε αυτή την απόφαση ο Κριτής, αμέσως ξεχύθηκε από την ανατολή ένας τεράστιος πύρινος ποταμός, που κυλούσε ορμητικά προς τη δύση. Ήταν πλατύς σαν μεγάλη θάλασσα. Οι αμαρτωλοί από τ’ αριστερά βλέποντας τον κατατρόμαξαν κι άρχισαν να τρέμουν από την απελπισία τους. Μα ο αδέκαστος Κριτής πρόσταξε να περάσουν όλοι – δίκαιοι κι άδικοι – μέσ’ από τον φλεγόμενο ποταμό, για να τους δοκιμάσει το πυρ.

Άρχισαν πρώτα οι «εκ δεξιών», που πέρασαν όλοι και βγήκαν λαμπεροί σαν ατόφιο χρυσάφι. Τα έργα τους δεν κάηκαν, αλλ’ αποδείχθηκαν πιο φωτεινά και διαυγή με τη δοκιμασία. Γι’ αυτό γέμισαν αγαλλίαση.

Έπειτα απ’ αυτούς ήρθαν και οι «εξ ευωνύμων» να περάσουν μέσα από τη φωτιά, για να δοκιμασθούν τα έργα τους. Αλλά, επειδή ήταν αμαρτωλοί, η φλόγα άρχισε να τους καίει και τους κράτησε στη μέση του ποταμού. Και τα μεν έργα τους κατακάηκαν σαν άχυρα, ενώ τα σώματα τους έμειναν σώα να φλέγονται επί χρόνια και αιώνες ατέλειωτους μαζί με τους δαίμονες. Κανένας δεν κατόρθωσε να βγει από κείνο το πύρινο ποτάμι! Όλους τους αιχμαλώτισε η φωτιά γιατί ήταν άξιοι καταδίκης και τιμωρίας.

Αφού παραδόθηκαν στην κόλαση οι αμαρτωλοί, σηκώθηκε από τον θρόνο του ο φοβερός Κριτής και ξεκίνησε για τον ουράνιο νυμφώνα μαζί με όλους τους αγίους του. Τον περικύκλωναν, πάντα με πολύ φόβο και τρόμο, όλες οι ουράνιες δυνάμεις ψάλλοντας.

Ένα τάγμα έψαλλε θριαμβευτικά:

– «Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης».

Ένα άλλο συνέχιζε:

– «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν».

Οι αρχάγγελοι, που προπορεύονταν από τον Κύριο, τον δοξολογούσαν:

– «Δεῦτε ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ, ἀλαλάξωμεν τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν· προφθάσωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει καὶ ἐν ψαλμοῖς ἀλαλάξωμεν αὐτῷ» (Ψαλμ. 94, 1-2).

Ενώ άλλο τάγμα αντιφωνούσε μελωδικά:

– «Ὅτι Θεὸς μέγας Κύριος καὶ Βασιλεὺς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν. Ὅτι ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ τὰ πέρατα τῆς γῆς, καὶ τὰ ὕψη τῶν ὀρέων αὐτοῦ εἰσιν» (Ψαλμ. 94, 3-4)!

Αυτά και άλλα πολλά, παναρμόνια μέλη έψαλλαν οι άγιοι άγγελοι και εύφραιναν όσους τ’ άκουγαν. Μετά μπήκαν οι άγιοι με τον Κύριο στον ουράνιο νυμφώνα και αμέσως οι πύλες του έκλεισαν.

Ένας ασκητής επίσκοπος. εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός 1985. (Ζ΄ εκδ.)

Από το βιβλίο: Χαρίσματα και χαρισματούχοι. Ανθολογία χαρισματικών εκδηλώσεων. Τόμος δεύτερος.
Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, εκδ. 1989.