Ορθοδοξία

Κωνσταντίνος Σωτηρίου – Ασκητές μέσα στον κόσμο

Ασκητές μέσα στον κόσμο - Κωνσταντίνος Σωτηρίου
Ο Κωνσταντῖνος Σωτηρίου ήταν μο­να­χο­γυι­ός τοῦ Βο­ρει­ο­η­πει­ρώ­τη ἀ­πό τήν Κο­ρυ­τσά Δη­μη­τρί­ου καί τῆς Ἑ­λέ­νης, κά­τοι­κος Ἱ­ε­ρισ­σοῦ. Γεν­νή­θη­κε τό 1880. Ὁ πα­τέ­ρας του ἐρ­γα­ζό­ταν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος.

Ο Κωνσταντῖνος Σωτηρίου ήταν μο­να­χο­γυι­ός τοῦ Βο­ρει­ο­η­πει­ρώ­τη ἀ­πό τήν Κο­ρυ­τσά Δη­μη­τρί­ου καί τῆς Ἑ­λέ­νης, κά­τοι­κος Ἱ­ε­ρισ­σοῦ. Γεν­νή­θη­κε τό 1880. Ὁ πα­τέ­ρας του ἐρ­γα­ζό­ταν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος.

Σέ ἡ­λι­κί­α ἑ­πτά ἐ­τῶν ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός ἀ­πό μη­τέ­ρα. Τόν ἐ­φρό­ντι­ζε μία θεία του. Εἶ­χε καί ἕ­ναν ἀ­δελ­φό ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­κοι­μή­θη σέ ἡ­λι­κί­α πέντε ἐ­τῶν.

Μί­α ἡ­μέ­ρα ἀρ­ρώ­στη­σε μέ ὑ­ψη­λό πυ­ρε­τό. Ἦ­ταν μι­κρό παι­δί, μό­νο του στό σπί­τι· πῆ­γε νά πι­ῆ νε­ρό καί ἡ στά­μνα ἦ­ταν ἄ­δεια. Ξά­πλω­σε, ἔ­κλαι­γε μέ λυγ­μούς καί ἔ­λε­γε: «Για­τί νά μήν ἔ­χω καί ἐ­γώ τήν μαν­νού­λα μου;». Ξαφ­νι­κά ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου, βλέ­πει ἕ­ναν ἱ­ε­ρέ­α μέ πε­τρα­χή­λι νά τοῦ χα­μο­γε­λᾶ καί νά τόν χα­ϊ­δεύ­η στό μέ­τω­πο.

Τοῦ λέ­ει ὁ μι­κρός:
‒Ποι­ός εἶ­σαι ἐ­σύ, δέν εἶ­σαι δι­κός μας ἱ­ε­ρέ­ας· τούς ξέ­ρω ὅ­λους.
‒Σω­στά λές, Κων­σταντῆ. Ἐ­γώ εἶ­μαι αὐ­τός, καί τοῦ ἔ­δει­ξε τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου πού εἶ­χαν στό σπί­τι. Ἡ μη­τέ­ρα του εὐ­λα­βεῖ­το πο­λύ τόν Ἅ­γιο. Ὁ μι­κρός λέ­ει:

‒Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος, μοῦ ἔ­λε­γε ἡ μη­τέ­ρα μου.
‒Ναί, ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος καί ἦρ­θα γι­ά νά σέ βο­η­θή­σ­ω, μή κλαῖς.
‒Ἔ­χω πυ­ρε­τό καί δι­ψῶ ἀλ­λά ἡ στά­μνα δέν ἔ­χει νε­ρό.
‒Σή­κω νά δῆς, ἡ στά­μνα εἶ­ναι γε­μά­τη νε­ρό. Ἀ­πό­ρη­σε ὁ μι­κρός πού τήν εἶ­δε γε­μά­τη. Ἤ­πι­ε νε­ρό, ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σε καί ὁ πυ­ρε­τός.
‒Ἂχ, εἶ­μαι κα­λά.
‒Ναί, Κων­σταντῆ, καί τώ­ρα θά ἔλ­θει ἡ θεί­α σου, θά σοῦ φέ­ρει νά φᾶς καί θά πᾶς νά παί­ξης μέ τά ἄλ­λα παι­δά­κια πού παί­ζουν ἔ­ξω. Θά ἀ­νά­βεις τό καν­τή­λι καί ὅ­πο­τε μέ χρει­ά­ζε­σαι θά μέ φω­νά­ζεις˙ ἐγώ θά ἔρ­χο­μαι νά σέ βο­η­θῶ. Καί τόν ἔ­χα­σε ἀ­πό ἐμ­πρός του. Ὅ­πως ἦρ­θε ξαφ­νι­κά ἔ­τσι καί ἔ­φυ­γε.

Τόν χει­μῶ­να ἔ­με­νε μό­νος στό χω­ριό γι­ά νά πη­γαί­νη στό σχο­λεῖ­ο, καί τό κα­λο­καί­ρι τόν ἔ­παιρ­νε ὁ πα­τέ­ρας του στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ὅ­μως ἦ­ταν πο­λύ δύ­σκο­λο νά μέ­νη μό­νος του στήν ἡ­λι­κί­α πού ἦ­ταν, γι᾿ αὐ­τό ἀ­ναγ­κα­στι­κά δι­έ­κο­ψε τό σχο­λεῖ­ο. Πῆ­γε μό­νο δύ­ο τά­ξεις καί με­τά ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μό­νι­μα στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Κα­ρα­κάλ­λου κοντά στόν πα­τέ­ρα του, πού ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς πε­λε­κη­τής (πε­λε­κᾶ­νος, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λοῦνται αὐ­τοί πού τε­τρα­γω­νί­ζουν πε­λε­κώντας τίς κομ­μέ­νες κα­στα­νι­ές). Τόν εἶ­χε μα­ζί του στήν δου­λειά του.

Καί ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα του πού ἦ­ταν εὐ­λα­βής, ἀλ­λά κυ­ρί­ως κα­τά τήν δι­α­μο­νή του στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἔ­μα­θε νά ἐκ­κλη­σι­ά­ζε­ται, νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­ται, νά νη­στεύ­η καί νά κοι­νω­νᾶ. Πρω­ΐ–βρά­δυ προ­σευ­χό­ταν ἀ­νελ­λι­πῶς καί ἔ­κα­νε πολ­λές με­τά­νοι­ες.

Ἀρ­γό­τε­ρα ἦρ­θε στήν Ἱ­ε­ρισ­σό καί ἔ­μα­θε τήν τέ­χνη τοῦ βα­ρε­λο­ποι­οῦ. Ἦ­ταν κα­λός καί ἔντι­μος στήν δου­λειά του καί ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε τά γύ­ρω χω­ριά. Ἦ­ταν γνω­στός ὡς “­ὁ Σω­τή­ρης ὁ Βα­ρε­λᾶ­ς”. Ἀπό τό ἐ­πώ­νυ­μό του (Σω­τη­ρί­ου) πῆ­ρε τό ὄ­νο­μα “Σω­τή­ρης” καί τό “Βα­ρε­λᾶ­ς” δή­λω­νε τό ἐ­πάγ­γελ­μά του. Τούς ἕ­ξι χει­με­ρι­νούς μῆ­νες ἐρ­γα­ζό­ταν στήν Ἱ­ε­ρισ­σό καί τούς ὑ­πό­λοι­πους στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, στήν Ἱε­ρά Μο­νή Κα­ρα­κάλ­λου καί σέ δι­ά­φο­ρα κελ­λιά, ὅ­πως στούς Μου­τά­φη­δες καί στούς Τρα­μουντα­ναί­ους.

Νυμ­φεύ­θη­κε τήν Δάφ­νη, κό­ρη τοῦ Γε­ωρ­γί­ου Παπ­πᾶ. Ὁ πα­τέ­ρας της εἶ­χε ξε­νο­δο­χεῖ­ο στήν Ἱ­ε­ρισ­σό καί ἦ­ταν πρό­ε­δρος τοῦ χω­ριοῦ. Ἦ­ταν πι­στός καί κα­λός οἰ­κο­γε­νειά­ρχης. Ἀ­πό τούς γο­νεῖς της ἔ­μα­θε καί ἡ Δάφ­νη τήν εὐ­λά­βεια καί τήν πνευ­μα­τι­κή ζωή. Ἦ­ταν κα­λή σύ­ζυ­γος, στορ­γι­κή μη­τέ­ρα, κα­λή χρι­στια­νή καί χαι­ρό­ταν νά ἐ­ξυ­πη­ρε­τῆ τόν κα­θέ­να. Ἀπέ­κτη­σαν ἕ­ξι παι­διά. Τά δυ­ό πρῶ­τα κοι­μή­θη­καν σέ νη­πια­κή ἡ­λι­κί­α. Ὡς οἰ­κο­γέ­νεια ἦ­ταν πο­λύ δε­μέ­νοι καί ἀ­γα­πη­μέ­νοι με­τα­ξύ τους. Λό­γῳ τῆς ἐλ­λι­ποῦς συγ­κοι­νω­νίας φι­λο­ξε­νοῦ­σαν στό σπί­τι ἀρ­κε­τούς πα­τέ­ρες ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ὅ­πως τόν τό­τε Ἡ­γού­με­νο τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Κα­ρα­κάλ­λου Γέ­ροντα Παῦ­λο καί τόν ἀντι­πρό­σω­πο τῆς ἰ­δί­ας Μο­νῆς στήν Κοι­νό­τη­τα π. Βα­σί­λει­ο «γιά νά ξα­πο­στά­σουν λί­γο», ὅ­πως ἔ­λε­γε.

Στόν σει­σμό τοῦ 1932 κα­τα­στρά­φη­κε τό χω­ριό. Ὁ Κων­σταντῆς γι­ά νά ἀ­πεγ­κλω­βί­ση τούς δι­κούς του, σή­κω­σε βά­ρος καί ἔ­πα­θε κή­λη, τήν ὁ­ποί­α ἄ­φη­σε ἀ­νεγ­χεί­ρη­τη μέ­χρι τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του, καί γι᾿ αὐ­τό τα­λαι­πω­ρή­θη­κε πο­λύ. Πα­ρά ταῦ­τα δού­λε­ψε σκλη­ρά γι­ά νά κά­νη δυ­ό και­νούρ­για σπί­τια.

Στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος εἶ­χε καί ἕ­να ἀ­τύ­χη­μα· στήν προ­σπά­θειά του νά συ­ναρ­μο­λο­γή­ση (νά δέ­ση) ἕ­να και­νούρ­γιο βα­ρέ­λι, αὐ­τό ἔ­πε­σε πά­νω του καί τοῦ ἔ­σπα­σε τό πό­δι ἄ­σχη­μα. Με­τα­φέρ­θη­κε στό χω­ριό γι­ά νά θε­ρα­πευ­θῆ. Ὅ­μως δέν κόλ­λη­σε κα­λά τό σπα­σμέ­νο πό­δι καί ἔτσι πα­ρέ­μει­νε ἕ­να ἐ­ξόγ­κω­μα στήν κνή­μη πού τόν δυ­σκό­λευ­ε καί στίς με­τά­νοι­ες.

Ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος συ­νέ­χι­ζε νά τόν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται σέ ὧ­ρες κιν­δύ­νου. Ἕ­να βρά­δυ κιν­δύ­νευ­ε ὁ γυι­ός του στήν θά­λασ­σα καί ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα τόν ξύ­πνη­σε ὁ Ἅ­γιος λέ­γο­ντάς του: «Κων­σταντῆ, ξύ­πνα, τό παι­δί σου κιν­δυ­νεύ­ει καί ἐ­σύ κοι­μᾶ­σαι, σή­κω νά προ­σευ­χη­θῆς». Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τά μά­τια του, εἶ­δε τόν Ἅ­γιο καί τό κρε­μα­στό καν­τή­λι στό δω­μά­τιο νά κινῆται συ­νε­χῶς ἀ­πό μό­νο του. Ξύ­πνη­σε καί τήν γυ­ναῖ­κα του, ἔ­κα­ναν προ­σευ­χή καί τό παι­δί τους σώ­θη­κε· ὄντως, ὅ­πως ἔ­μα­θαν ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα βρι­σκό­ταν σέ με­γά­λο κίν­δυ­νο.

Ἡ γυ­ναῖ­κα του, ἡ Δάφ­νη, με­τά ἀ­πό μα­κρο­χρό­νια ἀ­σθέ­νεια, ἐ­κοι­μή­θη σε ἡ­λι­κί­α πε­νήντα πέντε ἐ­τῶν, τό ἔ­τος 1944. Ξε­ψύ­χη­σε δί­νοντας εὐ­χές σέ ὅ­λη τήν οἰ­κο­γέ­νειά της. Ὁ μπαρ­μπα–Κων­σταντῆς τί­μη­σε τήν χη­ρεί­α του. Ἦ­ταν τό­τε 64 ἐ­τῶν. Πάντρε­ψε τά παι­διά του (τρεῖς κό­ρες καί ἕ­να γυι­ό), καί ἔ­μει­νε μέ τόν γυι­ό καί τή νύ­φη του.

Συ­νέ­χι­ζε νά ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βα­ρε­λο­ποι­ός. Κα­τα­σκεύ­α­ζε πα­τη­τή­ρια τόν­νων καί βα­ρέ­λια με­γά­λων δι­α­στά­σε­ων. Ὁ γυι­ός του ἀ­σχο­λή­θη­κε μέ τό ἐμ­πό­ριο. Πα­τέ­ρας καί γυι­ός πα­ρε­σκεύ­α­ζαν μέ με­ρά­κι με­γά­λες πο­σό­τη­τες καί δι­ά­φο­ρες ποι­κι­λί­ες κρα­σιοῦ καί τσί­που­ρου. Ἔ­παιρ­νε ἐρ­γά­τες στόν τρύ­γο. Αὐ­τοί ἀ­γα­ποῦ­σαν πο­λύ τόν παπ­ποῦ για­τί τούς φε­ρό­ταν μέ ἀ­γά­πη σάν παι­διά του. Φω­τί­ζονταν τά πρό­σω­πά τους ὅ­ταν ἔ­φθα­ναν στήν αὐ­λή τοῦ σπι­τιοῦ καί ἔ­βλε­παν μέ χα­ρά τόν παπ­ποῦ νά τούς ὑ­πο­δέ­χε­ται καί νά τούς χαι­ρε­τᾶ γε­μᾶ­τος κα­λω­σύ­νη.

Στό ἀμ­πέ­λι, στίς ἐ­λι­ές καί στά δέν­δρα πού εἶ­χαν πο­λύ ἔ­ξω ἀ­πό τό χω­ριό, δού­λευ­ε σκλη­ρά μέ ζῆ­λο. Με­τέ­φε­ρε νε­ρό στήν πλά­τη γι­ά νά τά πο­τί­ζη. Κου­ρα­ζό­ταν πο­λύ. Οἱ δι­κοί του ζη­τοῦ­σαν νά στα­μα­τή­ση νά πη­γαί­νη. Ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τος. Ἡ ἐ­πι­μο­νή του νά πη­γαί­νη στά χω­ρά­φια, ἐ­νῶ δέν εἶ­χαν πρό­βλη­μα οἰ­κο­νο­μι­κό, τούς προ­βλη­μά­τι­ζε. Ἐ­πει­δή ἐ­πέ­με­ναν πο­λύ νά στα­μα­τή­ση λέ­γοντάς του˙ «Τώ­ρα πι­ά οὔ­τε νά δου­λεύ­ης μπο­ρεῖς. Τί πη­γαί­νεις καί κά­νεις ἐ­κεῖ;», ἀ­ναγ­κά­στη­κε νά τούς ἐμ­πι­στευ­θῆ: «Τί κά­νω… νά τί κά­νω… πη­γαί­νω ἐ­κεῖ καί προ­σεύ­χο­μαι».

‒Κα­λά καί πρέ­πει νά πᾶς ἐ­κεῖ γι­ά νά προ­σευ­χη­θῆς;

‒Ναί, για­τί ἐ­κεῖ εἶ­μαι ὁ­λο­μό­να­χος. Αὐ­τό τό σε­βά­σθη­καν καί δέν τόν ἐμ­πό­δι­σαν πλέ­ον. Πλή­ρω­ναν καί κά­ποι­ο ἄ­το­μο νά ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­κεῖ κά­ποι­ες ὧ­ρες, ὥ­στε ὁ παπ­ποῦς μό­νο νά ἐ­πι­βλέ­πη.

Σ᾿ αὐ­τά τά κτή­μα­τα πή­γαι­νε καί περ­νοῦ­σε ὧ­ρες ἀ­τε­λεί­ω­τες. Ἐ­κεῖ σ᾿ ἕ­να βρά­χο σχη­μα­τι­ζό­ταν μία μι­κρή κρύ­πτη ἡ ὁ­ποί­α με­τά βί­ας χω­ροῦ­σε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο. Ἐ­κεῖ ἔμ­παι­νε ὅ­ταν εἶ­χε κα­κο­και­ρία.

Ἐ­κτός ἀ­πό τίς λί­γες ὧ­ρες πού κοι­μό­ταν, τίς ὑ­πό­λοι­πες καί νά ἦ­ταν στό δω­μά­τιό του, στό κρεβ­βά­τι του πο­τέ δέν ξά­πλω­νε. Συ­νή­θως τόν ἔ­βλε­παν νά κά­θε­ται μέ τά πό­δια κά­τω καί τό κε­φά­λι σκυ­φτό. Σ᾿ αὐ­τήν τήν στά­ση ἦ­ταν συ­νή­θως ἢ σέ στά­ση προ­σευ­χῆς.

Κι᾿ ὅ­ταν κα­θό­ταν, φαι­νό­ταν σάν νά βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναντι σέ κά­ποι­ον πού σε­βό­ταν, σάν νά ἀ­πο­λο­γεῖ­το, μέ τό κε­φά­λι σε­μνά, πάντα κά­τω. Ἔ­κα­νε συ­νε­χῶς, ὡς ἀ­πε­δεί­χθη, νο­ε­ρά προ­σευ­χή, ἀλ­λά πο­τέ του δέν εἶ­χε πεῖ γι᾿ αὐ­τό. Κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα κα­θι­σμέ­νος στό πε­ζού­λι μουρ­μού­ρι­ζε. Τόν ρώ­τη­σαν τί λέ­ει καί ἀ­πάντη­σε ἀ­ό­ρι­στα: «Τί λέ­ω…νά λέ­ω καί ἐ­γώ». Ὅ­μως κα­τά τα­κτά χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα σή­κω­νε τό κε­φά­λι του λί­γο, ἔ­παιρ­νε βα­θειά ἀ­να­πνο­ή καί ἔ­λε­γε με­γα­λό­φω­να τό «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον». Ἦ­ταν ὀ­λι­γό­λο­γος. Ἐ­κεῖ πού φαι­νό­ταν ὅ­τι δέν συμ­με­τεῖ­χε καί ἦ­ταν στόν κό­σμο του, ἔ­δι­νε ξαφ­νι­κά συμ­βου­λή καί γι­νό­ταν ἀ­μέ­σως αὐ­τό πού ἔ­λε­γε, για­τί τόν σέ­βονταν καί ἀ­σπά­ζονταν τήν γνώ­μη του. Ὅ­λα ὅ­μως ἀ­πό τήν πλευ­ρά του γί­νονταν μέ προ­σευ­χή. Ἀ­πέ­φευ­γαν με­ρι­κές φο­ρές ἀ­πό σε­βα­σμό καί ἀ­γά­πη νά τοῦ μι­λοῦν· μό­νον τόν ἔ­βλε­παν, ἐντυ­πω­σιά­ζο­νταν ἀπό τήν στά­ση του καί ἔ­φευ­γαν πι­ό πέ­ρα. Ὅ­ποι­ος ἦ­ταν κοντά του ἔ­νι­ω­θε μί­α ἀ­πέ­ραντη γα­λή­νη.

Σπα­νί­ως ἦ­ταν αὐ­στη­ρός. Ὅ­σες φο­ρές μί­λη­σε λί­γο αὐ­στη­ρά ἦ­ταν μό­νον γιά θέ­μα­τα πνευ­μα­τι­κά. Μία­ ἡ­μέ­ρα εἶ­δε ἕ­να συγ­χω­ρια­νό μέ πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας νά κά­νη κα­κό σέ ζῶ­α καί τόν μά­λω­σε. Ὅ­ταν ἦρ­θε στό σπί­τι εἶ­πε: «Γι᾿ αὐ­τό τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός αὐ­τή τήν ἀ­να­πη­ρί­α, για­τί, ἐ­άν ἦ­ταν γε­ρός, θά ἔ­κα­νε με­γά­λο κα­κό». «Τί εἶ­ναι αὐ­τά πού λές», τοῦ εἶ­πε ἡ νύ­φη του. «Ἔ­τσι εἶ­ναι», ἀ­πάντη­σε ἐ­κεῖ­νος. Ἦ­ταν με­ρι­κές φο­ρές ἀ­πό­λυ­τος. Τόν ἐν­δι­έ­φε­ρε μό­νον τό θε­ά­ρε­στο καί ἀ­παντοῦ­σε εὐ­θέ­ως καί κο­φτά. Ἄ­κου­γε π.χ. κά­ποι­ες πού ἔ­λε­γαν τά προ­βλή­μα­τά τους, ὅ­ταν ἔρ­χονταν στό σπί­τι, σκε­πτό­ταν χω­ρίς νά μι­λᾶ καί κά­ποι­α στιγ­μή, ὅ­ταν ἦ­ταν μό­νον μέ τούς δι­κούς του, ἔλε­γε χω­ρίς νά τό πε­ρι­μέ­νη κα­νείς: «Αὐ­τή νά μήν τήν ξα­να­βά­λε­τε στό σπί­τι· δέν εἶ­ναι κα­λή γυ­ναῖ­κα». Αὐ­τό πού ἔ­λε­γε γι­νό­ταν ἀ­μέ­σως πρά­ξη. Τόν σέ­βονταν πο­λύ.

Τό τρι­ή­με­ρο τῆς Κα­θα­ρᾶς Ἑ­βδο­μά­δος ἐ­κεῖ­νος ἔ­κα­νε ἐ­νά­τη. Τοῦ εἶ­παν γι­ά ὁρι­σμέ­νες γυ­ναῖ­κες, γνω­στές του, ὅ­τι ἔ­μει­ναν κλει­σμέ­νες στό σπί­τι ἐ­πί τρεῖς ἡ­μέ­ρες καί δέν ἔ­τρω­γαν τί­πο­τε. «Τί νι­ώ­θουν αὐ­τές;» ρώτησε. «Κα­λύ­τε­ρα θά ἔ­κα­ναν νά συμ­μά­ζευ­αν τό στό­μα τους πα­ρά νά κά­νουν τρι­ή­με­ρο».

Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν Πνευ­μα­τι­κός στό χω­ριό ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, πή­γαι­νε ἀ­πό τούς πρώ­τους γι­ά ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί με­τά ἔ­στελ­νε καί τούς δι­κούς του. Στό να­ό στε­κό­ταν σ᾿ ἕ­να στα­σί­δι κοντά στήν πλα­ϊ­νή πόρ­τα τοῦ Ἱ­ε­ροῦ, ὄρ­θιος τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες. Ὄρ­θιος σέ στά­ση προ­σο­χῆς ἦ­ταν καί στό «Ἄ­ξιόν ἐ­στιν», στό τέ­λος μό­νον ἔ­κα­νε τρεῖς με­τά­νοι­ες. Τό πρό­σε­ξε ἡ νύ­φη του καί ρώ­τη­σε: «Ἔ­τσι πρέ­πει νά κά­νου­με;». «Ναί», εἶ­πε. «Πῶς στε­κό­μα­στε στόν Ἐ­θνι­κό Ὕ­μνο, γι­ά τήν Ση­μαί­α; Ἔ­τσι πρέ­πει νά εἴ­μα­στε καί στήν Πα­να­γιά μας».

Εἶ­χε με­γά­λο σε­βα­σμό στό ρά­σο καί εὐ­αι­σθη­σί­α στά προ­βλή­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ γυι­ός του ἦ­ταν ἐ­πί­τρο­πος στόν Ἱ­ε­ρό Να­ό καί τόν ἀ­νέ­παυ­ε αὐ­τό.

Χα­μο­γε­λοῦ­σε στήν συ­ζή­τη­ση μέ κα­λω­σύ­νη ἀλ­λά σπά­νια γε­λοῦ­σε. Ἦ­ταν πρᾶ­ος καί πο­λύ ἁ­πλός. Δέν ἦ­ταν θο­ρυ­βώ­δης. Οὔ­τε πού τόν κα­τα­λά­βαι­νε κα­νείς, ὅ­ταν περ­νοῦ­σε δί­πλα του. Ἦ­ταν ἁ­πλός καί στό ντύ­σι­μο. Κά­πο­τε ἔ­δω­σαν στόν φω­το­γρά­φο μί­α φω­το­γρα­φί­α του γι­ά με­γέ­θυν­ση κι ἐ­κεῖ­νος, χω­ρίς νά ρω­τή­ση, τοῦ πρό­σθε­σε μί­α γρα­βά­τα. Ὅ­ταν εἶ­δε τήν φω­το­γρα­φί­α ἀ­να­στα­στώ­θη­κε καί εἶ­πε: «Πε­τάξ­τε την γρή­γο­ρα νά μήν τήν βλέ­πω. Τί μοῦ ἔ­βα­λε αὐ­τό τό κα­πί­στρι;». Συ­χνά ζη­τώντας μί­α πε­τσέ­τα ἔ­λε­γε: «Δῶ­σε ἐ­κεῖ­νο τό τσό­λι». Ἀ­κό­μη καί τά και­νούρ­για καί τά κεντη­μέ­να ἔ­τσι τά ἔ­λε­γε. Δέν ἀ­να­παυ­ό­ταν ἡ νύ­φη του καί τοῦ ἔ­λε­γε: «Για­τί δέν λές πε­τσέ­τα;». Ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γε­λοῦ­σε ὅ­λο νό­η­μα καί ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: «῎Ε….τσό­λι, τσό­λι εἶ­ναι». Μό­νον ὅ­ταν δέν ἦ­ταν στήν ζω­ή κα­τά­λα­βαν ὅ­τι γι­ά πνευ­μα­τι­κούς λό­γους καί τά ὄ­μορ­φα ροῦ­χα τά θε­ω­ροῦ­σε σάν σκύ­βα­λα.

Στό δω­μά­τιό του ἦ­ταν τό εἰ­κο­νο­στά­σι, ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί ἕ­να κρε­μα­στό καν­τή­λι. Εἶ­χε ἕνα σι­δε­ρέ­νιο κρεβ­βά­τι μέ λε­πτό στρῶ­μα καί μα­ξι­λά­ρι πο­λύ συμ­πα­γές, σκλη­ρό σάν ξύ­λο. Τόν χει­μῶ­να σκε­πα­ζό­ταν μέ μαύ­ρη φλο­κά­τη (τζέρ­γα). Στά­θη­κε ἀδύ­να­τον νά τοῦ τά ἀλ­λά­ξουν. «Για­τί εἶ­ναι τό­σο σκλη­ρό τό μα­ξι­λά­ρι;», ρω­τοῦ­σαν τά παι­διά. «Ἔ!, ἔτσι πρέ­πει», ἀ­παντοῦ­σε. Ἕ­να με­γά­λο ρο­λό­ϊ στό τζά­κι τοῦ ἔ­δει­χνε τήν «πα­λαι­ά» βυ­ζαντι­νή ὥ­ρα. Μέ βά­ση αὐ­τήν ἔ­κα­νε τήν προ­σευ­χή του, ὅ­πως εἶ­χε συ­νη­θί­σει ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Δέν τήν ἄλ­λα­ζε. «Τό δι­κό σας ρο­λό­ϊ πά­ει μέ τό φράγ­κι­κο», ἔ­λε­γε.

Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν γι­ά με­τά­νοι­ες ἔ­λε­γε: «Τί, νά μήν κά­νου­με σα­ράντα με­τά­νοι­ες τοὐ­λά­χι­στον;». Ἦ­ταν ὁ ἀ­ριθ­μός πού θε­ω­ροῦ­σε σάν ἐ­λα­χι­στό­τα­το καί ἀ­πα­ραί­τη­το γι­ά ὅ­λους. Ὁ ἴ­διος ἔ­κα­νε ὅ­λες τίς με­τά­νοι­ές του στρω­τές· ση­κω­νό­ταν ἐ­πά­νω καί στε­κό­ταν λί­γο προ­σευ­χό­με­νος μέ­χρι τήν ἑ­πό­με­νη. Δη­λα­δή τίς ἔ­κα­νε μέ ἀρ­γό ρυθ­μό· ἦ­ταν μί­α ἱ­ε­ρο­τε­λε­στία. Τό ὅ­τι ὅ­μως ἔ­σκυ­βε νά κά­νη με­τά­νοι­α ἐρ­χό­ταν δεύ­τε­ρο. Τό κυ­ρί­αρ­χο ἦ­ταν ἡ θέρ­μη στήν προ­σευ­χή του, ἡ ἠ­ρε­μί­α του. Ἦ­ταν πλή­ρως ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος σ᾿ αὐ­τό πού ἔ­κα­νε. Δέν ἦ­ταν τυ­πι­κή καί στε­γνή ἡ προ­σευ­χή του, εἶ­χε γλύ­κα καί πο­λύ φό­βο Θε­οῦ.