Advertisements
Ορθοδοξία

Κάνε αγάπη, αββά

Αρχιμ. Βασίλειος Μπακογιάννης: Τι σημαίνει προορατικό;
Θαύμαζε ο αββάς Ζωσιμάς την ευσπλαχνία των αγίων ακόμα και σ’ όσους τους αδικούσαν, και διηγήθηκε την ακόλουθη διδακτική ιστορία, όπως του την περιέγραψε κάποιος ηγούμενος:

Κοντά στο κοινόβια μας ασκήτευε ένας γέροντας με αγαθότατη ψυχή.

Μια φορά που απουσίασε, κάποιος γείτονάς του μοναχός πήγε στο κελλί του και του πήρε όλα τα σκεύη και τα βιβλία.

Όταν γύρισε ο γέροντας και δεν βρήκε τα πράγματα του, πήγε ανυποψίαστος να το πει στον αδελφό. Βρίσκει λοιπόν εκεί όλα τα σκεύη του μες στη μέση, γιατί ο άλλος δεν είχε προλάβει να τα κρύψει.

Ο γέροντας, μη θέλοντας να τον ντροπιάσει ούτε να τον μαλώσει, προσποιήθηκε ότι τον έπιασε τάχα «σωματική ανάγκη». Βγήκε αμέσως, πήγε στο αποχωρητήριο κι έμεινε εκεί αρκετή ώρα, ώσπου να κρύψει ο αδελφός τα πράγματα. Όταν επέστρεψε ο γέροντας, άρχισε να συζητάει γι’ άλλα θέματα. Για την κλοπή δεν του είπε τίποτα.

Μετά από λίγες μέρες όμως κάποιοι άλλοι αναγνώρισαν τα κλεμμένα σκεύη κι έβαλαν τον κλέφτη στη φυλακή, χωρίς να το μάθει ο ίδιος ο γέροντας. Όταν αργότερα πληροφορήθηκε ότι ο αδελφός είναι στη φυλακή, λυπήθηκε πολύ. Δεν ήξερε όμως για ποιαν αιτία φυλακίστηκε. Ήρθε λοιπόν σε μένα -συνεχίζει ο ηγούμενος- και μου λέει:

– Κάνε αγάπη, αββά, δώσε μου μερικά αυγά και λίγο άσπρο ψωμί.

– Έχεις κάποιον φιλοξενούμενο; τον ρώτησα.

– Ναι, μου απάντησε.

Στην πραγματικότητα τα ήθελε για να τα πάει στη φυλακή και να παρηγορήσει λίγο τον αδελφό.

Μόλις τον είδε εκείνος, πέφτει στα πόδια του, λέγοντας:

– Για σένα είμαι εδώ, αββά, γιατί εγώ έκλεψα τα πράγματα σου. Αλλά να, το βιβλίο σου είναι στον τάδε, το ιμάτιο σου στον δείνα…

– Ας πληροφορηθεί η καρδιά σου, παιδί μου, του είπε ο γέροντας, ότι δεν ήρθα εδώ γι’ αυτό, ούτε έμαθα ολότελα ότι είσαι στη φυλακή εξαιτίας μου. Αλλά όταν άκουσα πως βρίσκεσαι εδώ, λυπήθηκα και ήρθα να σε παρηγορήσω -να, δες και τ’ αυτά και το ψωμί. Τώρα όμως που το μαθαίνω, θα κάνω το παν, ώσπου να σε βγάλω απ’ τη φυλακή.

Πράγματι, πήγε και παρακάλεσε μερικούς μεγάλους, που τους ήταν γνωστός για την αρετή του, κι αυτοί έστειλαν και τον ελευθέρωσαν.

*

Είχαν να λένε πάλι για τον ίδιο γέροντα, ότι πήγε κάποτε στην αγορά και αγόρασε ένα ιμάτιο. Έδωσε ένα χρυσό νόμισμα κι έπρεπε να συμπληρώσει ακόμα μερικά κέρματα. Κάθισε πάνω στο ιμάτιο και άρχισε να μετράει στον πάγκο.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσε ότι κάποιος προσπαθούσε να του κλέψει το ιμάτιο. Μόλις το κατάλαβε ο γέροντας, όντας στο έπακρο σπλαχνικός, λίγο λίγο ανασηκωνόταν, τάχα για να φτάνει τα κέρματα στον πάγκο, ώσπου ο άλλος πήρε το ιμάτιο κι έφυγε.

Και έλεγε ο μακάριος Ζωσιμάς:

Πόση αξία είχαν τα σκεύη ή το ιμάτιο που έχασε; Αλλά η προαίρεση του ήταν μεγάλη. Απόδειξη, ότι, κι όταν του τα πήραν έμεινε ο ίδιος: ούτε λυπημένος, ούτε ταραγμένος.

Ας αγωνιστούμε λοιπόν κι εμείς, αδελφοί, να μιμηθούμε τους αγίους Πατέρες, ώστε να φέρουμε καρπούς πνευματικούς κι έτσι να κερδίσουμε τα αιώνια αγαθά.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ