Ορθοδοξία

Η παρουσία του αγίου Συμεών και η αγγελική ζωή του

Όσιος Συμεών ο Στυλίτης
Ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης καταγόταν από τη Μικρά Ασία. Αμόρφωτος βοσκός αγάπησε τη μοναχική ζωή.

Ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης καταγόταν από τη Μικρά Ασία. Αμόρφωτος βοσκός αγάπησε τη μοναχική ζωή. Έμεινε για αρκετά χρόνια σε ένα μοναστήρι. Αργότερα κλείστηκε για τρία χρόνια σ’ ένα κελί. Η φήμη της αγιότητας του διαδόθηκε γρήγορα. Τα πλήθη έτρεχαν σ’ αυτόν.

Για να είναι απερίσπαστος σκέφτηκε ν’ αναχωρήσει ανεβαίνοντας σ’ ένα στύλο. Με τον καιρό μεγάλωνε το ύψος του. Στα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του ο στύλος του είχε φτάσει τα 16-18 μέτρα. Εκεί επάνω περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας και της νύχτας σε ορθοστασία ή βαθιές μετάνοιες και πάντα με προσευχή.

Τον κανόνα του αυτό διέκοπτε δυο φορές την ημέρα για να ασχολείται με το λαό, χριστιανικό και ειδωλολατρικό, που ερχόταν να τον βρει απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Γιάτρευε τις αρρώστιες τους, δίδασκε, συμφιλίωνε, και μετέστρεφε στην χριστιανική πίστη τους ειδωλολάτρες. Το 459 ή ψυχή του άφησε το ταλαιπωρημένο σώμα του για τα ουράνια σκηνώματα. Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του στις 26 Ιουλίου, κυρίως όμως την 1η Σεπτεμβρίου, δηλαδή την ημερομηνία της ταφής του στην Αντιόχεια.

Ποιο στόμα θνητού ανθρώπου τολμά να διηγηθεί ή ποιος γραφιάς καταφέρνει να γράψει, ή ποια διάνοια μπορεί να συλλάβει και να λογαριάσει τη βοήθεια που ’στειλε στη γη ο Θεός με την παρουσία του αγίου Συμεών; Πόσες χιλιάδες προβάτων χαμένων, στράφηκαν στον Χριστό ακούγοντας τη διδαχή του, πόσες χιλιάδες απόμακροι και ξένοι υποτάχτηκαν στον Κύριο με τα θαύματα του, πόσες χιλιάδες πλανημένων γύρισαν από την άγνοια στη γνώση παρακολουθώντας την αγγελική ζωή του!

Ακόμα και άγριοι ήρθαν από τα βάθη της ανατολής για να τον δουν και ν’ ακούσουν το λόγο του και να παραδοθούν στον Χριστό και να γίνουν υπηρέτες της αλήθειας. Η πληροφορία των ευεργετημάτων που προσέφερε ο Κύριος με τα χέρια του Συμεών, πέταξε από τη μια άκρη της δημιουργίας στην άλλη κι εκπληρώθηκε αυτό που λέει ο προφήτης: «εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν» (Ψαλμ. 18, 5).

Πλήθη χριστιανών, αλλά και Ισμαηλίτες και Πέρσες κι Αρμένηδες, Ίβηρες και Ομηρίτες, κι ακόμα Ισπανοί και Βρετανοί και Ιταλοί και Γαλάτες, μαζεύονταν στο ασκητήριο του. Όλοι ζητούσαν ν’ ακουμπήσουν μονάχα την άκρη του δερμάτινου χιτώνα του, πιστεύοντας πως έτσι έπαιρναν ωφελιμότατη ευλογία.

Όμως ο ερημίτης ένιωθε πως δεν ήταν σωστό ν’ απολαμβάνει, θνητός κι ανάξιος αυτός, τέτοια τιμή. Από την άλλη ήθελε να ησυχάσει λιγάκι, κι έτσι επινόησε το μόνιμο ανέβασμα του σε μια κολώνα. Το ύψος της ήταν στην αρχή μικρό, μα αργότερα κατασκεύασε μια πιο ψηλή, τριάντα έξι πήχες. Εκεί πάνω ο Συμεών αισθανόταν την ψυχή του ν’ ανεβαίνει στον ουρανό και ν’ απομακρύνεται από τα γήινα, και τη χάρη του Θεού να τον πλησιάζει και να του συμπαραστέκεται στο δύσκολο εγχείρημα του.

Πολλοί δεν είδαν με καλό μάτι την ενέργεια του ασκητή, μα άλλοι τους υποδείκνυαν πως ο Κύριος θα προνοούσε να ωφελήσει μ’ αυτό το πρωτόφαντο γεγονός τους πιο ράθυμους και νωθρούς. Κάτι παρόμοιο άλλωστε είχε συμβεί κι όταν ο Ησαΐας διατάχτηκε να περιδιαβάζει γυμνός στους δρόμους, κι ο Ιερεμίας κι ο Ωσηέ κι ο Ιεζεκιήλ να κάνουν άλλα παράδοξα, για να συγκινηθούν και να παροτρυνθούν στην πίστη όσοι αδιαφορούσαν στις κλήσεις του κηρύγματος και των προφητειών.

Γιατί βέβαια βλέποντας ένα γυμνό να περπατεί στους δρόμους, ο καθένας θα ’χει ενδιαφέρον να πληροφορηθεί γι’ αυτόν. Έτσι και με τον Συμεών το σχεδόν απίστευτο θέαμα που παρουσίαζε ανεβασμένος σε μια ψηλή κολώνα, τραβούσε αμέτρητους περίεργους, που φυσιολογικά ενδιαφέρονταν και για τους λόγους που τον έκαναν ν’ απομονωθεί μ’ αυτό τον τρόπο.

Τότε δινόταν η ευκαιρία να κηρυχτεί ο λόγος του Θεού, που οι άνθρωποι τον άκουγαν προσεκτικά. προσπαθώντας να κατανοήσουν την υπόθεση του στυλίτη, με αποτέλεσμα πλήθος πιστοί, αλλά και άπιστοι ν’ αποσπάζονται από τα έργα της ανομίας και να στρέφονται στα έργα της πίστης.

Αληθινά το ανέβασμα στην κολώνα χάρισε το φως της αλήθειας σε πολλές χιλιάδες Ισμαηλιτών που ζούσαν στο σκοτάδι της ασέβειας. Ο στυλίτης έμοιαζε με το λυχνάρι που τοποθετήθηκε ψηλά στο λυχνοστάτη για να ρίχνει παντού τις φωτεινές αχτίδες του. Καθημερινά πολυάριθμες ομάδες αλλοθρήσκων, αρνιόταν, κάτω από το στύλο, την προγονική απάτη και τα είδωλα και τα όργια της λατρείας τους και γίνονταν μέτοχοι του μυστηρίου της σωτηρίας με το βάπτισμα.

Κι άκουγαν από το στόμα του την ιερή διδαχή του κι άλλαζαν τον τρόπο της ζωής τους, προσαρμόζοντάς την στις απαιτήσεις του Ευαγγελίου. Δεκάδες χιλιάδες, που ποτέ δεν είχαν νιώσει πως υπάρχει Τριαδικός Θεός, μάθαιναν για το Δημιουργό τους και τον υμνούσαν μ’ όλη τη δύναμη της καρδιάς τους.

Πόσοι ακάθαρτοι αγίασαν, πόσοι βουτηγμένοι στις πρόσκαιρες απολαύσεις έγιναν, με μόνη τη ματιά του, ασκητικοί! Πόσοι ανυπόταχτοι στο θέλημα του Κυρίου, όταν είδαν το φωτεινό του πρόσωπο, τους ασταμάτητους αγώνες και την πάλη του, περιφρόνησαν τον κόσμο και τον εγκατέλειψαν και προστέθηκαν στους αφοσιωμένους μαθητές της αλήθειας κι έγιναν δοχεία της χάρης του Θεού! Πόσες πόρνες, όταν αντίκρυσαν από μακριά τον Συμεών πάνω στο στύλο του, απέβαλλαν τη στολή της καταισχύνης τους και ντύθηκαν τον χιτώνα της μετανοίας, καταφεύγοντας σε μοναστήρια, όπου με τους ποταμούς των δακρύων τους, έπεισαν τον Κύριο να σκίσει το γραμμάτιο των χρεών τους.

Τόση ήταν η επιρροή που ασκούσε, ώστε μια μέρα που έτυχε να βρίσκεται εκεί ένας επίσκοπος, και ο Συμεών υπέδειξε στους νεοφώτιστους να πάρουν την ευχή του, λίγο έλειψε να τον σκοτώσουν τον άνθρωπο, καθώς όρμησαν όλοι γεμάτοι ενθουσιασμό, να υπακούσουν στη θέληση του πνευματικού τους πατέρα.

Μια άλλη φορά κόντεψαν ν’ αλληλοσφαγούν δύο φυλές ντόπιων, που διεκδικούσαν η κάθε μια για λογαριασμό του δικού της αρχηγού την ευλογία του Συμεών. Τόσο πολύ πίστευαν στη δύναμη της ευλογίας του, που καμιά συμβιβαστική λύση δεν αποδέχονταν κι απαιτούσαν επίμονα ν’ αποκτήσουν αποκλειστικά γι’ αυτούς την ακαταμάχητη ανωτερότητα, μέχρι που ο άγιος αναγκάστηκε να τους διώξει όλους.

Αμέτρητοι είναι οι ξένοι βασιλιάδες κι άρχοντες, που έλαβαν το βάπτισμα από τον όσιο, αφού δέχτηκαν την πίστη κι ομολόγησαν τον Χριστό. Ταχτικά έρχονταν στο Συμεών γράμματα από τα πνευματικά του αυτά παιδιά, που τα ’φερναν επίσημοι απεσταλμένοι και στρατηλάτες, με παρακλήσεις να τους χαρίσει την ευλογία του και να προσεύχεται για το βασίλειο τους, ή με ερωτήματα για την επίλυση δύσκολων προβλημάτων του κράτους τους.

Αυτοί οι πανίσχυροι μονάρχες δέχονταν αδιαμαρτύρητα τις παρατηρήσεις και τις υποδείξεις του και τον προσφωνούσαν πάντα πατέρα και δάσκαλο που τους δόθηκε από τον Θεό. Του εκχωρούσαν την εξουσία ν’ αποφασίζει για σπουδαίες υποθέσεις κι ο όσιος πάντα συμβούλευε σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου κι έπαιρνε αποφάσεις που συντελούσαν στο άπλωμα της θείας δόξας με την ωφέλεια ψυχών, φροντίζοντας να βελτιώνει τη θέση των φτωχών και να τους υπερασπίζει απέναντι στις καταπιέσεις των πλουσίων.

Ήταν παράδοξο να βλέπει κανείς άρχοντες με τεράστια επιβολή πάνω στους υπηκόους τους να υποτάσσονται στα θελήματα του ασκητή και να εφαρμόζουν χωρίς καμιά καθυστέρηση τις υποδείξεις του, που συχνά ήταν αντίθετες με το στενό συμφέρον τους.

Ο βασιλιάς της Περσίας ήταν από τους πρώτους που άκουσαν για το Συμεών, κι έδειξε εξαιρετικό ενδιαφέρον στέλνοντας ανθρώπους του να μάθουν για τη ζωή του και τα θαύματα του. Μάλιστα η βασίλισσα ζήτησε να της φέρουν λάδι ευλογημένο απ’ το χέρι του και το φύλαξε μαζί με τα πιο πολύτιμα της χρυσαφικά.

Όλοι οι σοφοί της χώρας, μαθαίνοντας για τον περίεργο στυλίτη, παρ’ όλα τα ειρωνικά σχόλια των μάγων, διακήρυτταν πως ο Συμεών θα ’πρεπε να ’ταν άνδρας συνετός και σοφός δάσκαλος. Κι ο λαός έρχονταν να συναντήσουν όσους είχαν πάει στον άγιο, για να τους μεταδοθεί, έτσι πίστευαν, η χάρη του, και παρακαλούσαν να τους δώσουν από το ευλογημένο λάδι.

Ακόμα κι η βασίλισσα των Ισμαηλιτών, που ήταν άτεκνη κι επιθυμούσε ν’ αποκτήσει παιδιά, έστειλε μερικούς αξιωματούχους, ζητώντας ικετευτικά από τον όσιο να προσευχηθεί στον Θεό γι’ αυτήν. Σε μικρό διάστημα ο πόθος της έγινε πραγματικότητα, και στον καιρό του γεννήθηκε ο διάδοχος. Πήρε τότε το νεογέννητο κι έτρεξε στο γέροντα να τον ευχαριστήσει για την ευεργεσία.

Κι επειδή δεν την άφηναν, λεχώνα αυτή, να πλησιάσει, έστειλε το βρέφος παρακαλώντας να του δώσει ο άγιος την ευλογία του. Του μήνυσε μάλιστα αυτά τα λόγια «Το παιδί το αφιερώνω σε σένα, γιατί σου ανήκει. Τα δάκρυά μου τα ικετευτικά, μα πιότερο η δική σου προσευχή τράβηξαν τη βροχή της θείας Χάρης και καρποφόρησε η άγονη μήτρα μου».

Άλλοτε πάλι η γυναίκα ενός φυλάρχου των Σαρακηνών, που ήταν κι αυτή στείρα κι υπέφερε από την περιφρόνηση, όπου την είχαν οι πατριώτισσες της και την κοροϊδία του συζύγου της, ήρθε και κάθισε κάτω από το στύλο, δηλώνοντας πως θα μείνει εκεί μέχρι να εισακουστεί η παράκληση της. Ο άγιος βλέποντας την πίστη της, της είπε· «πήγαινε στο σπίτι σου κι ο Κύριος θα φροντίσει για σένα».

Πραγματικά έμεινε έγκυος κι έφερε στον κόσμο ένα κοριτσάκι. Όμως ο καιρός περνούσε, και το νήπιο δεν έλεγε να μιλήσει, ούτε και να περπατήσει, όπως όλα τα συνομήλικα του. Όταν έγινε πέντε χρόνων αποφάσισαν να το πάρουν στο Συμεών. Ήρθαν λοιπόν, και τον παρακάλεσαν θερμά. Αυτός τους υπέδειξε να περιμένουν με υπομονή την επέμβαση του Κυρίου.

Την έβδομη μέρα, βλέποντας πως τίποτε δε γινόταν, νόμισαν πως ο Θεός δεν ευδοκούσε να δώσει τη θεραπεία και ξεκίνησαν να φύγουν. Απομακρύνθηκαν λιγάκι και στράφηκαν να δουν για τελευταία φορά τον στυλίτη. Το κοριτσάκι τότε, μόλις αντίκρυσε το φωτεινό εκεί να φάρο της γης, φώναξε «δόξα σε σένα άγιε Συμεών» κι άρχισε να τρέχει χαρούμενο ξεφωνίζοντας και τραγουδώντας.

Σε άλλη περίσταση, ένας άρχοντας των Περσών, δυστυχισμένος γιατί το μονάκριβο παιδί του κειτόταν δεκαπέντε χρόνια παράλυτο, έστειλε στον όσιο τον χωρεπίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας, με την παράκληση να δεηθεί στον Κύριο για την σωτηρία του γιου του. Του ’δωσε μάλιστα και δυο υφάσματα από πολύτιμο μετάξι με κεντημένους επάνω χρυσούς σταυρούς να τ’ αφήσει δώρο στο γέροντα.

Όταν ο χωρεπίσκοπος διηγήθηκε στο Συμεών για το παιδί που ’μενε ακίνητο στο κρεβάτι και του διεκτραγώδησε τη θέση του ταλαίπωρου πατέρα, που ξόδεψε χωρίς κανένα αποτέλεσμα την περιουσία του στα γιατροσόφια των μάγων, ο όσιος λυπήθηκε κατάκαρδα και συγκινημένος είπε·

– «Πάρε αυτά τα υφάσματα που ’φερες, έτσι διπλωμένα όπως είναι, και τράβα στο καλό. Σαν φτάσεις κοντά στην πόλη σας, κατέβα απ’ το ζώο σου, κράτησε τα υφάσματα στο στήθος σου και προχώρησε μέχρι το αρχοντικό αμίλητος. Μόλις φτάσεις πάνω απ’ το παιδί, σκέπασε το με τα υφάσματα και πες του «Ο αμαρτωλός Συμεών σου παραγγέλλει στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, σήκω».

Ο χωρεπίσκοπος πήρε πάλι τα δώρα και ξεκίνησε. Έκανε ακριβώς όπως του υπέδειξε ο άγιος. Μόλις σκέπασε το παιδί με τα υφάσματα, αυτό πετάχτηκε γιατρεμένο. Το βάσανο που το ταλαιπωρούσε υποχώρησε μπροστά στη δύναμη του Συμεών.

Η οικογένεια του Πέρση άρχοντα, και πρώτα – πρώτα βέβαια το παιδί, που βρήκε την υγειά του, ευχαρίστησαν και δόξασαν τον Θεό. Ο χωρεπίσκοπος τους κατήχησε και πολύ γρήγορα έγιναν μέλη της Εκκλησίας. Αργότερα ο νέος επισκέφτηκε τον όσιο ζητώντας την ευλογία του κι ευχαριστώντας τον, που μετέφερε πάνω του τη θεραπευτική χάρη του Θεού.

Κάποτε ένας Σαρακηνός φύλαρχος έφερε στον στυλίτη έναν παράλυτο ομόφυλο του και τον παρακάλεσε να τον λυτρώσει από το κακό που τον βρήκε. Ο άγιος του ζήτησε πρώτα – πρώτα ν’ απαρνηθεί την προγονική του ασέβεια, κι αφού αυτός πρόθυμα δέχτηκε κι εκπλήρωσε την εντολή, τον ρώτησε αν πιστεύει στον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα.

Ο παράλυτος δήλωσε πως αποδέχεται την πίστη κι ο όσιος του είπε· «Οι ομολογίες σου σ’ έσωσαν. Σήκω, πάρε τον αρχηγό σου και φύγετε». Ο γιατρεμένος σηκώθηκε πραγματικά, έκανε μερικά βήματα, και μετά ενθουσιασμένος άρπαξε στους ώμους του το φύλαρχο κι έφυγαν δοξάζοντας τον Θεό. Ο Συμεών είχε μιμηθεί στην περίσταση αυτή τον Χριστό, που διέταξε τον παραλυτικό να κουβαλήσει το στρωσίδι του.

Εφαρμοζόταν για άλλη μια φορά ο λόγος του Κυρίου: «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (Ιω. 14, 12). Η επαγγελία τούτη πραγματοποιήθηκε, όπως είναι γνωστό, με το παραπάνω. Βέβαια όλα αυτά τα θαύματα, τα εκτελούσε ο Δεσπότης μέσω των υπηρετών του, των πλουτισμένων με τη χάρη του.

Μια άλλη φορά κάποιος νεοφώτιστος Ισμαηλίτης, από τους αξιωματούχους της φυλής, έκανε τάμα μπροστά στον άγιο να μην καταλύσει πια ζωική τροφή. Αργότερα όμως η επιμονή του ατόνησε, έσφαξε μια κότα και στρώθηκε να τη φάει.

Όμως επειδή ο Θεός ευδόκησε να τον ενθαρρύνει στην τήρηση της υπόσχεσης που έδωσε και να τιμήσει το δούλο του, που ήταν μάρτυρας στο τάμα του Ισμαηλίτη, το κρέας της κότας μεταβλήθηκε σε πέτρα, ώστε να μην μπορεί να φαγωθεί. Κατάπληκτος ο άνθρωπος έτρεξε στο Συμεών κι εξομολογήθηκε το αμάρτημα του, ζητώντας συγχώρεση και τη βοήθεια του, ώστε να λυθεί από τα δεσμά της ενοχής του.

Ο στυλίτης όχι λίγες φορές βρήκε την ευκαιρία να διακονήσει τους πιστούς και με την προαγγελία επερχόμενων δεινών, όπως τον πληροφορούσε το διορατικό του χάρισμα. Είχε προβλέψει την ξηρασία και τη φοβερή σιτοδεία και την πείνα που ακολούθησε, συνοδευμένη από λοιμό, που έπληξε τα μέρη της Παλαιστίνης εκείνο τον καιρό, υποδεικνύοντας μάλιστα και τα σημάδια του ερχομού της.

Άλλη φορά πρόβλεψε την επιδρομή ακρίδων, και καθησύχασε τους αγρότες πως ή έκταση της καταστροφής δε θα ’ταν μεγάλη, γιατί η φιλανθρωπία του Θεού δε θ’ άφηνε το κακό να θεριέψει. Πραγματικά μετά από τριάντα μέρες, σύννεφα από έντομα πέρασαν από την περιοχή, χωρίς να πειράξουν τα περιβόλια.

Άλλοτε είχε προειδοποιήσει, δεκαπέντε μέρες νωρίτερα, κάποιο γνωστό του, για μια μηχανορραφία που ετοιμαζόταν εναντίον του, πράγμα που τον βοήθησε να την αντιμετωπίσει χωρίς κακές συνέπειες.

Ο μισόκαλος διάβολος, μανιασμένος από την παρουσία του αγίου ανθρώπου μέσα στο λαό, έβαλε σκοπό του να τον πειράξει και να τον αναγκάσει ν’ αποσυρθεί απ’ τον αγώνα. Άνοιξε, έτσι το πόδι του οσίου μια φοβερή πληγή, όπως εκείνες του Ιώβ, που προκαλούσε οδυνηρούς πόνους, ώστε να μην μπορεί καθόλου να χρησιμοποιεί αυτό το μέλος του ο γέροντας.

Η αθεράπευτη πληγή με τον καιρό γέμισε σκουλήκια που του κατέτρωγαν τη σάρκα, χωρίς να υπάρχει τρόπος γιατρειάς. Μάλιστα, αν καμιά φορά κανένα από τα ζωύφια έπεφτε κάτω, ο άγιος που καταλάβαινε την αξία αυτής της δοκιμασίας, ζητούσε να του το φέρουν επάνω και το τοποθετούσε πάλι στην πληγή λέγοντας «Φάτε από την τροφή που σας χάρισε ο Κύριος».

Την εποχή που το πόδι του οσίου βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση ευδόκησε ο Θεός να έλθει να τον επισκεφτεί ένας Σαρακηνός φύλαρχος, ζητώντας την ευλογία του. Στάθηκε κάτω απ’ το στύλο και άκουγε τις νουθεσίες του γέροντα, όταν σε μια στιγμή πέφτει δίπλα του ένα σκουλήκι.

Ο φύλαρχος χωρίς να υποπτεύεται την πραγματικότητα, και νομίζοντας πως πρόκειται για κανένα προσωπικό αντικείμενο του αγίου, έσκυψε και το πήρε το ακούμπησε στα μάτια του και στην καρδιά του και συνέχισε να το κρατά σαν κάτι πολύτιμο.

Ο Συμεών του ζήτησε να του το δώσει κι επειδή ο Σαρακηνός αρνιόταν να το αποχωριστεί θεωρώντας το ευλογία, ο Συμεών του αποκάλυψε πως επρόκειτο για σιχαμερό σκουλήκι. Τότε ο φύλαρχος άνοιξε την παλάμη του και φάνηκε μέσα ένα λαμπερό μαργαριτάρι.

Ο άγιος, κατάπληκτος κι αυτός απ’ ότι έβλεπε του λέει «Κράτησε το για ευλογία, να δίνει τη χάρη του Θεού σε σένα και στους απογόνους σου, αφού έγινε όπως το πίστεψες». Ο φύλαρχος πανευτυχής, έφυγε παίρνοντας την ευλογία από την πληγή του αγίου.

Διοικητής μιας πόλης της Παλαιστίνης ήταν κάποιος ειδωλολάτρης, καμπούρης, χωρίς λαιμό, έτσι που το κεφάλι του ήταν μόνιμα ακουμπισμένο στο στήθος του και δεν μπορούσε να περιστραφεί. Φίλοι του, που είχαν ακούσει για τα θαύματα του Συμεών, τον μετέφεραν κάτω από το στύλο του και ζήτησε να προσευχηθεί και γι’ αυτόν.

Ο καμπούρης διηγήθηκε πως στάθηκε αδύνατο να γιατρευτεί, παρ’ όλο που ξόδεψε μεγάλα ποσά στα μαγικά ξόρκια και κατέληξε εκφράζοντας τη βεβαιότητα πως από το ασκητήριο του αγίου θα φύγει υγιής. Μετά άρχισε τα παρακάλια ασταμάτητα, τόσο που δεν μπορούσε ο γέροντας να προσευχηθεί στον Κύριο για χάρη του. Απαιτούσε ο ειδωλολάτρης ν’ ακουμπήσει ο Συμεών το χέρι του στο κεφάλι του, πιστεύοντας πως ο όσιος είχε δική του δύναμη.

Ο Συμεών όμως του είπε· «Είμαι ένας αμαρτωλός κι ασήμαντος και τιποτένιος άνθρωπος. Το χέρι μου δεν έχει τίποτα ιδιαίτερο. Μόνο αν ευδοκήσει ο Θεός, θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία σου, γιατί μόνο αυτός έχει τη δύναμη να θαυματουργεί. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να θεραπεύσει άλλον, παρά το θέλημα του Θεού. Παραδώσου στην παντοδυναμία του ζωντανού Θεού, του δημιουργού και κυβερνήτη του κόσμου και θα ευεργετηθείς».

Τότε ο ταλαίπωρος σταμάτησε τα παρακάλια κι άφησε τον όσιο να προσευχηθεί. Την ίδια στιγμή κατόρθωσε να στηριχτεί πάνω στην πέτρα που στεκόταν ο Συμεών, πιστεύοντας πως έτσι διοχετευόταν σ’ αυτόν η δύναμη της προσευχής.

Μόλις ο γέροντας τέλειωσε το διάλογο του με τον ουρανό, το θαύμα έγινε. Ο ζαρωμένος ορθώθηκε, στάθηκε ίσια και πετάχτηκε ευτυχισμένος, χοροπηδώντας σαν παιδί. Όλοι, μα πιο πολύ βέβαια αυτός, δόξασαν τον Θεό για το νέο θαύμα. Άνοιξε τότε ο ευεργετημένος τις κασέλλες που έφερε μαζί του και προσέφερε στον ασκητή πλουσιοπάροχα χρυσαφικά κι ασημικά βαρύτιμα.

Ο Συμεών κοίταξε με περιφρόνηση τα δώρα και είπε· «Αν θέλεις να μ’ ευχαριστήσεις, μείνε εδώ να δεχτείς το φως της αλήθειας και να βαφτιστείς για να πάρεις την άφεση κι ακόμα ελευθέρωσε όλους τους δούλους σου, ώστε να γίνει η απελευθέρωση τους το λύτρο, που θα ελευθερώσει τη δική σου ψυχή από το ζυγό του Σατανά».

Ο γιατρεμένος υπάκουσε στον άγιο κι αργότερα ειρηνικός κι ευλογημένος έφυγε για την πόλη του, δοξάζοντας τον Θεό και μεγαλύνοντας τον άγιο δούλο του, που τον γιάτρεψε και συγχρόνως τον ελευθέρωσε.

Μια άλλη φορά ήρθε ένας πλούσιος άντρας από το Σαβά. Έπασχε από δυνατό πονοκέφαλο, εξαιρετικά οδυνηρό. Αισθανόταν να του σουβλίζουν κάθε στιγμή το μυαλό και μοναδική ανακούφιση ένιωθε, μονάχα όταν κτυπούσε το κεφάλι του πάνω στα δοκάρια των τοίχων του σπιτιού του. Μόλις έμαθε για τον θαυματοβρύτη ασκητή ετοιμάστηκε για το μακρύ ταξίδι και ξεκίνησε.

Το καραβάνι του θα μπορούσε να είχε χαθεί μέσα στην ατέλειωτη έρημο, να πέσει σε ληστές ή στα νύχια των λιονταριών που γέμιζαν την περιοχή, μα ο Θεός βλέποντας την πίστη του έστειλε άγγελο φύλακα, που τον οδήγησε στο ασκητήριο του γέροντα. Όσο πλησίαζαν, τόσο οι πόνοι λιγόστευαν. Αντίθετα οι προμήθειες που είχαν για το ταξίδι έμεναν απείραχτες κατά τρόπο θαυματουργικό, ένα σχεδόν χρόνο, όσο κράτησε το ταξίδι, αν και, βέβαια, απ’ αυτές συντηρούνταν.

Όταν επί τέλους έφτασαν στο στύλο, ο όσιος άκουσε όλα τα γεγονότα και ευγνωμονώντας τον Κύριο για τις δωρεές του, ζήτησε να του φέρουν νερό από την πηγή. Προσευχήθηκε, το ευλόγησε και έβαλε τον άρρωστο να το πιει στο όνομα του Χριστού του ράντισε ακόμα το κεφάλι. Δε χρειαζόταν τίποτ’ άλλο. Τα υπολείμματα του πόνου εξαφανίστηκαν κι αυτά, κι ο άνθρωπος ένιωσε όλο το σώμα του ελαφρό κι ελεύθερο. Ευχαρίστησε και δόξασε τον Θεό, πήρε το βάπτισμα κι έγινε Χριστιανός, κι έφυγε διαλαλώντας τα μεγαλεία του Κυρίου μέχρι τη μακρινή πατρίδα του.

Ένα παρόμοιο μακρύ ταξίδι έκανε και μια ομάδα από τέσσερις λεπρούς και τρεις δαιμονισμένους, που ξεκίνησαν από τα βάθη της Ανατολής και χρειάστηκαν δεκατρείς μήνες για να φτάσουν στον όσιο. Κάτω από το στύλο διηγήθηκαν τους κόπους τους, μέχρι ν’ αξιωθούν να βρίσκονται σ’ αυτή τη θέση, προσθέτοντας, όμως, πως παρά τη μεγάλη απόσταση ούτε μια φορά δεν έχασαν το δρόμο, ούτε οι τροφές και το νερό τους έλειψαν καθόλου.

Ο Συμεών όταν τους άκουσε τους είπε· «Ο Θεός που σας έδειξε το δρόμο να ’ρθείτε ως εδώ, θα σας δώσει και την υγεία σας, που τόσο ποθείτε». Ζήτησε νερό, το ευλόγησε και τους το ’δωσε να πιούν και να ραντιστούν στ’ όνομα του Κυρίου. Μόλις το έκαναν, χάθηκαν οι πόνοι τους, καθαρίστηκαν απ’ τις πληγές τους κι απαλλάχτηκαν από τα δεσμά που ’ταν δεμένοι. Ευχαρίστησαν και δόξασαν τον Θεό και φυσικά αρνήθηκαν τη λατρεία των ειδώλων, βαπτίστηκαν κι έγιναν χριστιανοί.

Μια άλλη φορά έφτασαν στο στυλίτη πολυάριθμοι αντιπρόσωποι των κατοίκων της οροσειράς του Λιβάνου και του ανέφεραν πως παρουσιάστηκαν στην περιοχή τους κάτι άγρια θηρία, που κατασπάραζαν αδιάκριτα ανθρώπους και κτήνη, όπου τους εύρισκαν. Και πολλές φορές έμπαιναν στα σπίτια κι άρπαζαν παιδιά και βρέφη, αποσπώντας τα από την αγκαλιά των μητέρων τους, που ήταν ανίκανες να τα βοηθήσουν κι έβλεπαν με τα μάτια τους τα θηρία να καταβροχθίζουν τα βλαστάρια τους, παγωμένες απ’ την τρομάρα τους. Θλίψη είχε απλωθεί παντού κι ο θρήνος σηκωνόταν ως τον ουρανό. Όλοι ζούσαν αμπαρωμένοι στα σπίτια τους κι όταν τολμούσαν να ξεμυτίσουν, μαζεύονταν πολλοί μαζί, οπλισμένοι γερά.

Όταν ο άγιος άκουσε τα λόγια τους, είπε με αυστηρότητα «Γιατί σας φαίνεται παράξενο που πάσχετε αντάξια των έργων σας; Εγκαταλείψανε, οι πρόγονοι σας τον αληθινό Θεό, αυτόν που με το ξεχείλισμα της αγάπης του δημιούργησε τον άνθρωπο, αυτόν που μ’ απέραντη φιλανθρωπία συντηρεί τα σύμπαντα, και ζητήσανε καταφύγιο στα βουβά είδωλα. Και σεις επιμένετε στην πλάνη και την απάτη. Ο Κύριος επέτρεψε στα θηρία να σας ταλαιπωρούν για να ξυπνήσει μέσα σας τη μετάνοια και να σας σπρώξει στην επιστροφή κοντά του. Αν δεν έχετε σκοπό να μετανοήσετε, τότε δεν έπρεπε να ’ρθείτε εδώ, μα να πάτε να ζητήσετε βοήθεια από τα είδωλα που προσκυνάτε».

Οι κακοτράχηλοι χωρικοί τότε έπεσαν στα γόνατα και παρακαλούσαν με δάκρυα θερμά το Συμεών να μεσιτέψει γι’ αυτούς στον Θεό και να τους οδηγήσει στη σωτηρία. Μαζί τους δέονταν κι όσοι άλλοι έτυχε να ’ναι κει κι άκουσαν τα πάθη τους και τους σπλαχνίστηκαν.

Ο όσιος κατάλαβε πως ή σκληρότητα της καρδιάς τους είχε μαλαχτεί κι ήταν πια ώριμοι να μπουν στην Εκκλησία. Άλλωστε το κτύπημα που δέχτηκαν ήταν βαρύ κι ο καθένας ήταν φυσικό να τους λυπάται. Στη σκέψη της μάνας που βλέπει το παιδί της να κατασπαράζεται και τα μέλη του να σκορπίζονται εδώ και κει και να γίνονται τροφή των θηρίων, κανένας δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος.

Λοιπόν ο σπλαχνικός υπηρέτης της αγάπης στράφηκε και τους είπε· «Αφού διώξετε την πλάνη, που σας έχει τυλίξει και δώσετε την υπόσχεση πως θα επιστρέψετε στον αληθινό Θεό και θα βαφτιστείτε στο όνομα του Χριστού, τότε και ’γω θα παρακαλέσω τον Κύριο να δείξει μ’ εσάς το μέγεθος της φιλανθρωπίας του».

Μ΄ ένα στόμα οι ειδωλολάτρες έδωσαν την υπόσχεση και δήλωσαν πως επιστρέφοντας στον τόπο τους θα κατεδαφίσουν αμέσως τα ιερά των ειδώλων και θα παραδώσουν στην φωτιά τα ξόανα και τ’ άλλα μαγικά εργαλεία.

Ο άγιος διαπιστώνοντας την ολοκληρωτική τους μεταστροφή, τους έδωσε ένα κουτάκι μ’ ευλογημένη σκόνη και τους είπε: «Πηγαίνετε σε δρόμους ειρήνης. Μόλις φτάσετε στην περιοχή σας, να γυρίσετε σ’ όλα τα χωριά και στην είσοδο του καθενός, να χώνετε στη γη τέσσερις πέτρες και πάνω σε κάθε μια να σχηματίζετε με τη σκόνη τρεις σταυρούς. Αν υπάρχουν εκεί επάνω χριστιανοί ιερείς, φωνάξτε τους να σας βοηθήσουν και να τελέσουν νυχτερινές λειτουργίες. Τότε ο Θεός θα κάνει το θαύμα και καμιά πια ανθρώπινη ζωή δε θα χαθεί από τα θηρία».

Πραγματικά, επιστρέφοντας στη χώρα τους διαπίστωσαν πως από την ώρα που ο Συμεών είχε προσευχηθεί για αυτούς, όλα τα θηρία είχαν απομακρυνθεί από τα χωριά κι αποτραβήχτηκαν στα δάση. Οι άνθρωποι ενθουσιασμένοι ξεκίνησαν όλοι μαζί με τα παιδιά τους κι οι γέροι ακόμα από κοντά, και κατέβηκαν στο στύλο του αγίου να τον ευχαριστήσουν και να βαπτιστούν. Διηγήθηκαν μάλιστα και πως έγινε το θαύμα κι εξολοθρεύτηκαν τα θηρία.

Όταν έκαναν με τις πέτρες και τη σκόνη, όπως τους υπέδειξε ο όσιος και τέλεσαν τις λειτουργίες, είδαν τα θηρία που έσπευδαν κι έρχονταν γύρω απ’ τις πέτρες ουρλιάζοντας αποτρόπαια. Πολλά έπεφταν στον τόπο και ψοφούσαν. Άλλα έτρεχαν αλαφιασμένα να φύγουν κι ακουγόταν ο βρυχηθμός τους σαν φωνή γυναίκας που έλεγε: «Αλίμονο, τι μας έκανες Συμεών!».

Για δέκα μέρες συνεχίστηκε ο εξολοθρεμός, μέχρι που και να έψαχνες δεν έβρισκες πια κανένα απ’ αυτά ζωντανό. Από τα ψόφια θηρία πήραν τα δέρματα κι είδαν πως δεν έμοιαζαν καθόλου με αρκούδες ή πάνθηρες, αλλά ήταν αλλιώτικα, εξωτικά. Τρία τομάρια είχαν φέρει μαζί τους και τα κρέμασαν εκεί κάτω απ’ το στύλο. Αφού περιέγραψαν το θαύμα προχώρησαν όλοι στο βάπτισμα κι έγιναν χριστιανοί.

Έμειναν μια βδομάδα κοντά στον πνευματικό τους πατέρα ακούγοντας από το στόμα του το κήρυγμα της αλήθειας, και μετά έφυγαν χαρούμενοι για τα χωριά τους δοξάζοντας τον Θεό. Συχνά ξανάρχονταν, για να φέρουν τα νεογέννητα παιδιά τους, να τα βαφτίσει ο άγιος. Η πληγή των θηρίων είχε καταλήξει στο συμφέρον της ψυχής τους.

Ο Αντίοχος, ο διοικητής της Δαμασκού, σε μια επίσκεψη του στον στυλίτη, διηγήθηκε όσα άκουσε από τον φύλαρχο των Αράβων Ναμάν σ’ ένα γεύμα, που του παρέθεσε την εποχή που οι σχέσεις των βυζαντινών με το λαό του ήταν ειρηνικές.

Ο Ναμάν είχε ρωτήσει τον Αντίοχο: «Εκείνος ο πασίγνωστος Συμεών είναι θεός;». Αφού πήρε την απάντηση πως, ήταν μόνο ένας ευλαβικός δούλος του Θεού, είπε:

– «Κάποτε, πριν καιρό, οι άνθρωποι της φυλής μου πληροφορήθηκαν γι’ αυτόν κι άρχισαν να τον επισκέπτονται. Πολλοί γύριζαν χριστιανοί κι άλλοι δε γύριζαν καθόλου. Οι αξιωματούχοι θορυβήθηκαν απ’ αυτό, και μου ζήτησαν ν’ απαγορέψω τη μετάβαση στον τόπο του στυλίτη, από φόβο μήπως σιγά σιγά όλοι οι ομόφυλοι μας γίνουν χριστιανοί και λιποτακτήσουν από τα στρατόπεδα μας κι έρθουν σε σας. Συγκέντρωσα τότε τη φυλή κι έδωσα αυστηρή διαταγή πως όποιος θα πήγαινε στο Συμεών δε θα έπρεπε να περιμένει έλεος, ούτε για τον εαυτό του, ούτε για την οικογένεια του. Όλοι τους θα περνούσαν από το σπαθί μου.

Το βράδυ που κοιμόμουν στη σκηνή μου, βλέπω έναν ολοφώτεινο άντρα να μπαίνει συνοδευμένος από άλλους πέντε που φαίνονταν οπαδοί του. Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ και τρόμαξα. Έτρεμα σύγκορμος, τα γόνατα μου λύθηκαν, έπεσα και τον προσκύνησα.

Τον άκουσα τότε να μου λέει: “Ποιος είσαι συ, που εμποδίζεις το λαό του Θεού να ’ρθεί κοντά στο δούλο του;”.

Αμέσως με άρπαξαν οι συνοδοί του και με κτυπούσαν μέχρι που εκείνος με λυπήθηκε και διέταξε να μ’ αφήσουν. Τράβηξε το σπαθί που φορούσε, και μ’ απείλησε: “Αν ξανατολμήσεις να εμποδίσεις έστω κι έναν άνθρωπο να πάει στο Συμεών, δε θα γλιτώσεις απ’ το σπαθί μου”.

Σηκώθηκα καταϊδρωμένος και νωρίς το πρωί ξανακάλεσα τους άνδρες μου και τους έδωσα την άδεια όποτε θέλουν να πηγαίνουν με τις οικογένειες τους στον Συμεών κι αν θέλουν να γίνονται χριστιανοί, χωρίς τον παραμικρό φόβο.

Θα ήθελα και ’γω να μπορούσα να συναντήσω τον σπουδαίο αυτόν άνθρωπο και ν ακούσω τη διδασκαλία του, μα φοβάμαι πως θα ’χω κακά ξεμπερδέματα με το βασιλιά των Περσών, που θα το θεωρήσει προσβολή και παρασπονδία. Πάντως στους καταυλισμούς της φυλής μου κτίστηκαν ναοί χριστιανικοί, όπου λειτουργούν ιερείς κι υπάρχει κι Επίσκοπος, που βαπτίζει χωρίς περιορισμό όποιον αποφασίσει ελεύθερα ν’ ακολουθήσει την πίστη σας».

Όσοι έτυχε να ’ναι κει κι άκουσαν τη διήγηση του Αντίοχου, θαύμασαν και δόξασαν τον Κύριο για τη χάρη που δίνει στους εκλεκτούς του δούλους.

Αυτή δεν ήταν ή μοναδική περίπτωση που η επέμβαση του αγίου Συμεών έσωσε τους πιστούς από διωγμό. Όταν ο βασιλιάς της Περσίας είχε δώσει την άδεια στον αρχηγό των μάγων της χώρας του να καταπολεμήσει τους χριστιανούς, κτυπώντας τους με κάθε μέσο, το βρωμερό αυτό υποκείμενο, όργανο του σατανά, ταλαιπώρησε αφάνταστα το ποίμνιο του Χριστού, αγνοώντας, βέβαια, πως η κρίση του Θεού δε θα τον άφηνε ατιμώρητο.

Συνέλαβε λοιπόν κι έριξε στα σίδερα τριακόσιους πενήντα από τους πιο φλογερούς πιστούς και σκόπευε να τους αφήσει κλεισμένους μες σε τέσσερις τοίχους χωρίς νερό και ψωμί, μέχρι να πεθάνουν. Οι φυλακισμένοι προσεύχονταν αδιάκοπα κι έφερναν μεσίτη τους στον Κύριο το γέροντα Συμεών, παρακαλώντας να επέμβει για να μάθουν επί τέλους οι ειδωλολάτρες, πως ο Θεός των χριστιανών δεν τους εγκαταλείπει στο έλεος των εχθρών της πίστης τους.

Το δέκατο βράδυ της φυλακής τους το θαύμα έγινε. Είδαν ανάμεσα τους, πάνω στο στύλο του, τον πρεσβευτή τους, ντυμένο σε ολοφώτεινο λευκό χιτώνα, να λάμπει σαν πυρσός.

Τους είπε «Ειρήνη σε σας, αδέλφια. Ζητήσατε τη μεσιτεία μου. Να λοιπόν, που ο Κύριος μού ανέθεσε να σας μεταφέρω μήνυμα καρτερίας και δύναμης. Ο αγώνας σας τέλειωσε. Το στεφάνι της νίκης σας περιμένει στους ουρανούς. Δυο μέρες μονάχα σας μένουν και την τρίτη θα απελευθερωθείτε και θ’ απολαύσετε τιμή και δόξα πρωτοφανέρωτη. Ο διωγμός του λαού του Θεού θα σταματήσει κι αυτός που τον ξεκίνησε, θα δεχτεί σήμερα ένα ανελέητο κτύπημα, που θα τον ταπεινώσει και θα μεγαλύνει τ’ όνομα του Κυρίου σ’ όλη την Ανατολή».

Το τι θάρρος πήραν οι βασανισμένοι αυτοί άνθρωποι από την εμφάνιση του Συμεών δε λέγεται. Ένιωθαν πως δεν ήταν πια φυλακισμένοι, και γεμάτοι ελπίδες έψαλλαν κι υμνούσαν τον Θεό. Την ίδια ώρα ο αρχηγός των διωκτών αντίκρυσε ένα οργισμένο πρόσωπο. Φοβερό στην όψη ανεβασμένο πάνω σε πύρινη στήλη που περιβαλλόταν από εκτυφλωτικές αστραπές. Τρόμαξε, κλονίστηκε κι έπεσε κάτω όμοιος νεκρός.

Η φωνή ακούστηκε τρομαχτική «Άθλιο και βρωμερό κτήνος, οχιά φαρμακερή, νομίζεις πως θ’ αφεθείς για πολύ να δυναστεύεις το ποίμνιο της Εκκλησίας; Πολεμάς τον Θεό τον παντοδύναμο, έχοντας ένα τιποτένιο πληρεξούσιο από τον θνητό βασιλιά σου και φαντάστηκες πως θα βασανίζεις ατιμώρητα τα παιδιά του, χωρίς αυτός να μπει στη μάχη; Σου πέρασε η ιδέα, πως θα σπρώχνεις τους πιστούς στην απάρνηση της Αλήθειας και δε θα πληρώσεις γι’ αυτό; Έρχεται κατά πάνω σου η δικαιοσύνη του Κυρίου και ποιος θα σε γλιτώσει τώρα απ’ την δίκαιη οργή του;».

Και καθώς την ώρα της καταιγίδας αστραπή και βροντή ασταμάτητα διαδέχονται η μια την άλλη, έτσι και ’δω ένα αστροπελέκι χτύπησε κατακέφαλα τον υπερφίαλο διώκτη καψαλίζοντας του το σώμα, έτσι που μια ανυπόφορη τσίκνα απλώθηκε γύρω.

Ο Συμεών διέταξε αυστηρά: «Να στείλεις αμέσως στο βασιλιά, τα έγγραφα που πήρες για ν’ αρχίσεις το διωγμό και να του παραγγείλεις πως ο Συμεών ο στυλίτης τον προειδοποιεί, πως αν δε διατάξει αμέσως ν’ απελευθερωθούν όλοι οι κρατούμενοι χριστιανοί και να σταματήσει ο διωγμός της Εκκλησίας του Χριστού, θα πέσει στο κεφάλι του σκληρή εκδίκηση».

Τότε ο άγιος εξαφανίστηκε κι ο μάγος έμεινε πεσμένος κάτω, θρηνώντας για την τύχη του. Στις φωνές του συνάχθηκαν πολλοί που τον ρωτούσαν τι του συνέβη. Μέσα από τους οδυρμούς του ψέλλισε πως ο Συμεών, υπερασπίζοντας τα πνευματικά του παιδιά, τον έκαψε με τη φωτιά, που αυτός τόσα χρόνια λάτρευε, και τον απείλησε ακόμα πως αν δε φρόντιζε να σταματήσει ο διωγμός είχε να τραβήξει περισσότερα.

Μόλις συνήλθε λιγάκι, ειδοποίησε τον βασιλιά για τα συμβάντα, περιγράφοντας του την πικρή τιμωρία που δέχτηκε, και συνιστώντας του, ν’ αφήσει ήσυχους τους χριστιανούς, για να μην πάθουν κι οι δυο τους χειρότερα.

Ο βασιλιάς έδωσε χωρίς καθυστέρηση εντολή να σταματήσει κάθε δίωξη και ν’ απελευθερωθούν οι κρατούμενοι και ν’ αφεθούν να λατρεύουν τον Θεό τους ανενόχλητοι. Έστειλε σ’ όλους τους υπαλλήλους του γραπτή απαγόρευση, κανείς να μη μιλά, ούτε να ενεργεί εναντίον των χριστιανών. Ν΄ ανοίξουν τις εκκλησίες τους και να τελούν τη λατρεία τους όπως και πριν το διωγμό, δίχως φόβο.

Όσοι από τους ηγέτες της Εκκλησίας βρίσκονταν μακριά, μαθαίνοντας τούτη την απρόσμενη μεταβολή στη στάση του βασιλιά απέναντι στην πίστη, ξαφνιάστηκαν. Και μόνο όταν έφτασαν στις κοινότητες των πιστών οι απελευθερωμένοι κρατούμενοι και διηγήθηκαν την εμφάνιση του αγίου Συμεών κατάλαβαν τι είχε συμβεί.

Έστειλαν τότε τρεις πρεσβύτερους να μεταφέρουν στον όσιο ένα ευχαριστήριο γράμμα τους και να του διαβιβάσουν την ευγνωμοσύνη της περσικής Εκκλησίας, γιατί με την επέμβαση του σώθηκαν από βέβαιο αφανισμό.

Ο παλιάνθρωπος μάγος έζησε άλλες δέκα μαρτυρικές μέρες μισοκαμένος και σκουληκοφαγωμένος κι η περιπέτεια του έκανε πολλούς συμπατριώτες του να συνειδητοποιήσουν την πλάνη τους και να ζητήσουν καταφύγιο στην Εκκλησία.

Πλήθος άλλα ακόμα, έργα μεγάλα και θαυμαστά συν θέτουν τη δράση του Συμεών. Όποιος προσπαθεί να τ’ απαριθμήσει μοιάζει μ’ αυτόν που αγωνίζεται να μετρήσει το βάθος του ωκεανού.

Τα κείμενα έχουν ανθολογηθεί από τους δυο ελληνικούς βίους του και από ένα συριακό. Συγκεκριμένα:

1) Θεοδώρητου Κύρου, Φιλόθεος Ιστορία, / Migne P.G. τόμ. 82, στήλ. 1476 εξ.

2) Αντωνίου, Βίος Οσίου Συμεώνος 17-18 και 22 / Lietzmann, Hans, Das Leben des Heiligen Symeon Stylites (Texte und Untersuchungen σειρά 3η τόμ. 2ος τεύχος 3ον, Leipzig 1908, σελ. 42 εξ. και 56,

3) Συριακός βίος 54 εξ. 64, 66 εξ. 96, 97 και 101 εξ. / Lietzmann, αυτόθι σελ. 106 εξ., 112 εξ., 114, 116, 140 εξ. και 146 εξ.

Εορτάζει στις 1 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους.

Νερό από την έρημο.
Συλλογή κειμένων και σχόλια: Ηλία Βουλγαράκη. Απόδοση στα νεοελληνικά: Κωστή Κυριακίδη.
Αποστολική Διακονία, εκδ. Β΄ 1996.

| Είδη μνημείου