Ορθοδοξία

Φώτης Κόντογλου : Αυτός ο κόσμος είναι ανάποδος

Φώτης Κόντογλου : Αυτός ο κόσμος είναι ανάποδος
Φώτης Κόντογλου : Αυτός ο κόσμος είναι ανάποδος. Όπως και να κάνεις, δεν τον ευχαριστάς. Ούτε στον ήλιο τον βρίσκεις, ούτε στον ίσκιο. Ο κάθε ένας λέγει το κοντό του και το μακρύ του.

Για ό,τι ενθουσιάζεται ο ένας, για το ίδιο στενοχωριέται ο άλλος. Άλλη φορά μπορεί οι άνθρωποι να μην ήτανε όλοι σύμφωνοι, μα για τους πιο πολλούς το καλό ήτανε καλό και το κακό, κακό. Τώρα ο καθένας έχει σηκώσει μια παντιέρα και κάνει τον καπετάν Έναν.

Πολύς κόσμος διαβάζει με ευχαρίστηση αυτά που γράφω. Δεν είνε σπουδαία πράγ­ματα, μόνο που τα λέω ίσια κι απλά όπως τα αισθάνουμαι, και δεν θέλω να είμαι ψεύτης στον εαυτό μου και στους άλλους. Αυτό μπορεί να το κάνει ο κάθε ένας. Μα οι πιο πολ­λοί μποδίζονται από τιποτένια πράγματα : ο ένας θέλει να φαίνεται πιο «βαθυστόχαστος» από ό,τι είνε, ο άλλος θέλει να φαίνεται μοντέρνος, να μην τον πάρουνε για χωριάτη, ο άλλος φοβάται μην τον πάρουνε για «αφελή», για όχι «σοβαρόν» άνθρωπο, ο άλλος δεν θέ­λει να δυσαρεστήσει κάποιους, έτερος κολακεύει τις γυναίκες και κάνει τον «ιππότη» μι­λώντας με ψεύτικη ευγένεια κλπ. Όσοι είναι ίσιοι και απλοί, δεν έχουνε καμμιά σκοτούρα.

Ζούνε μακρυά από λιβανίσματα, από πονηριές ειδών – ειδών, από δυσπιστίες που φαρμακώ­νουνε τον άνθρωπο, από σκηνοθεσίες, από ψευτιές. Χαίρονται για τα καλά, για τα απλά, για τα αγνά, για τα σεμνά, για τα ταπεινά. Ενώ οι άλλοι ολοένα ταράζονται, ολοένα εξιχνιάζουνε. Πολλοί κατατρίβουνται με πράγματα που δεν έχουνε καμμιά σημασία. Ρωτάνε, να πούμε, να μάθουνε για μένα, τι σόι άνθρωπος είμαι, πως είναι το σχέδιό μου, αν είμαι θαλασσινός και τούτο και κείνο. Αδερφέ μου, αν σού αρέσει η συντροφιά μου, έλα εκεί που πηγαίνω, έλα να νοιώσεις μαζί μου τα ωραία έργα του Θεού, τον θησαυρό που έχουνε μέσα τους κρυμμένον οι απλοί άνθρωποι. Κάτσε κοντά μου στην πρύμη να σε φυσήξει ο καθαρός αγέρας του πελάγου που φουσκώνει το πανί μας, να φύγει αποπάνω σου η μούχλα της πολυκατοικίας και του γραφείου σου που είνε στην οδό Σταδίου. Παράτησε πίσω σου την υποκρισία της ζωής κι έλα να δροσισθείς στη βρυσούλα που τρέχει κρυμμένη στη ρίζα του βουνού, κοντά στο παλιό ερημοκλήσι. Τι κάθεσαι κι εξετάζεις τα ανεξέταστα ; Τι σε μέλλει αν είμαι στην όψη έτσι ή αλλοιώς, εγώ και κάθε άλλος ; Τι ρωτάς αν είμαι ψηλός ή κοντός, μαύρος ή άσπρος; Σ’ αυτά που διαβάζεις βρίσκεται ο εαυτός μου, ο καλύτερος εαυτός μου. Τι σε μέλλει το πως φτερνίζουμαι, το πως περπατώ, το πως μιλώ, δηλαδή ο σαρκικός άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι πνεύμα όπως ο Θεός. Αυτό το πνεύμα να σε ενδια­φέρει, αυτό είναι η αληθινή σύσταση του ανθρώπου.

Απάνω απ’ όλα να αγαπάμε την καλωσύνη. Να χαιρόμαστε νάμαστε καλοί και να νοιώθουμε κοντά μας καλούς ανθρώπους. Κανένα πράγμα δεν είνε σαν την καλωσύνη. Το πρόσωπό της λαμποκοπά σαν τον ήλιο που χρυσώνει την πλάση το πρωί της έμορφης μέρας του καλοκαιριού. Τι ευλογημένοι που είναι οι καλοί άνθρωποι, οι πρόσχαροι, οι γλυ­κομίλητοι, οι απλοί, οι απονήρευτοι, οι πονετικοί, οι ταπεινοί! Τι αληθινός πλούτος μέσα σε μια τέτοια καρδιά ! Και τι φτώχεια, τι μιζέρια, τι ασχήμια μέσα στις κακές ψυχές, στις εγωιστικές, κι ας φουσκώνουνε άπ’ έξω κι ας παραστένουνε τον πλούσιο ! Πόσο ξεκου­ράζεται η ψυχή μας από τη δροσιά της καλωσύνης και πόσο κουράζεται η ψυχή μας από τον λίβα της κακίας.

Μα οι καλοί άνθρωποι είνε δυστυχισμένοι, υποφέρουνε, τυραννιούνται. Ναι. Ο σατα­νάς τους βασανίζει, τους ρίχνει σε συμφορές. Μα έτσι γίνουνται ακόμα πιο καθαροί, σαν το χρυσάφι που πέφτει στο χωνευτήρι. Ζούνε φτωχικά, μακρυά από δόξες, κρυμμένοι, μα ζούνε αληθινά. Να μην ζεις βουτηγμένος μέσα στην ψευτιά. Αυτό είνε που είπε ο Χριστός «Τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο αν κερδίσει όλον τον κόσμο και ζημιωθεί την ψυχή του ;» Αυτός, ο φτωχός, ο παραπεταμένος, κέρδισε την ψυχή του. Αφού κέρδισε την ψυχή του, τι έχασε; Ότι έχασε είνε τιποτένιο μπροστά σ’ αυτό που κέρδισε. Κι’ ο άλλος ο χοντροπετσιασμένος από τη σαρκική καλοπέραση, από τα σπόρ, από τα λουτρά, από τις γυναί­κες, από τις διάφορες ματαιότητες, τι κέρδισε άραγε, αφού έχασε την ψυχή του; Πόσοι και πόσοι ύστερα από μια ζωή γεμάτη λογής-λογής σαρκικές απολαύσεις, κοσμικές τυμ­πανοκρουσίες, πλούτη, ρεκλάμες κλπ., έρχονται σ’ έναν λογαριασμό και ξεζαλίζουνται απ’ αυτά τα σπιρτόζα πιοτά και νοιώθουνε τη γύμνια τους και ζητάνε τον εαυτό τους που βρίσκεται; Μα δεν υπάρχει πια. Ερημιά, ξέρακας της απελπισίας ζώνει τους εγωιστές!

Τρομάζουνε με τη μοναξιά τους μόλις τη νοιώσουνε. Από πάνω τους ο ουρανός είναι έρημος, αδειανός, η γη έρημη, οι ανθρώπινες καρδιές έρημες, γιατί ποτέ τους δεν γνοιασθήκανε γι’ αυτές, κι’ έτσι κόπηκε κάθε τρυφερή ανταπόκριση μαζί τους. Στο τέλος κατα­λαβαίνουνε οι τέτοιοι πως με τα λεπτά δεν αγοράζουνται όλα τα πάντα. Και πως, ίσια- ίσια, όσα δεν αγοράζουνται με τα λεφτά αυτά είνε που έχουνε την πιο μεγάλη άξια. Και πως απ’ αυτά έχουνε μεγάλη ανάγκη, απ’ αυτά που δεν αγοράζουνται. Σε ποιο μέρος πουλάνε την ησυχία της ψυχής, την αγνότητα, την απλότητα, την κρυφή χαρά που νοιώ­θει ο άνθρωπος κοντά στον Θεό σε στιγμή που ζει κρυμμένος από τον κόσμο, την πραό­τητα, την αγάπη ; Δεν τα πουλάνε σε κανένα από τα μαγαζιά κι’ από τα παζάρια που πουλάνε την πονηριά, τη συμφεροντολογία, την ταραχή για το διάφορο, την απονιά για τους άλλους, την ψευτιά κάθε λογής, κι’ όσα πάνε μαζί μ’ αυτά, δηλαδή τον εγωισμό, την περηφάνεια, την καταλαλιά, μ’ έναν λόγο το χοντροπέτσιασμα της ψυχής.

Είναι πολλοί τέτοιοι, που από κάποια περιστατικά έρχουνται σε «επίγνωση» και θέ­λουνε οι δυστυχείς να φωνάξουνε «Σόλων! Σόλων!», καθισμένοι σαν τον Κροίσο απάνω στη φωτιά που την ανάβανε, χωρίς να το σκεφθούνε, σ’ όλη τη ζωή τους. Αυτοί μπο­ρούνε να παρομοιασθούνε με τους Σπανιόλους που σκοτώνανε τους άγριους Αμερικάνους για να πάρουνε το χρυσάφι που είχανε, κι’ άμα τους πιάνανε οι Αμερικάνοι σκλάβους, τους βάζανε στο στόμα ένα χωνί και τους ρίχνανε στο λαρύγγι λυωμένο χρυσάφι για να χορτάσουνε απ’ αυτό το καταραμένο σίδερο.

Τι μεγαλομανία σ’ έχει πιάσει, αδερφέ μου, και δεν βρίσκεις ησυχία και χτίζεις πα­τώματα απάνω στα πατώματα, κι’ έχεις δυο-τρία αυτοκίνητα και κότερα και κάθε λο­γής μάταια πράγματα! Γύρισε και κύτταξε και τον αδελφό σου, να δροσισθεί η ψυχή σου με την ευλογημένη καλωσύνη, που την ξεράνανε τα τσιμέντα, οι ψεύτικες κουβέντες, οι συμφεροντολογικές παρέες, οι συνοφρυωμένες αξιοπρέπειες. Αν δεν μπορείς να κάνεις θυσίες, τουλάχιστον να συχαθείς την αδικία. Μην αδικείς. Έ αδικία είναι συχαμερή στρίγ­γλα, χωρίστρα των ανθρώπων, ανθρωποκτόνα σαν τον πατέρα της τον σατανά.

Τι θα δίνανε πολλοί απ’ αυτούς, που κερδίσανε τον κόσμο και χάσανε την ψυχή τους, για να νοιώσουνε ό,τι νοιώθουνε οι άλλοι που δεν χάσανε την ψυχή τους! Αν τύχει να ξεκόψει κανένας τέτοιος από την ψεύτικη παρέα του και βρεθεί στη συντροφιά των απλών, των αχάλαστων, νοιώθει πως ζει αληθινά και σαν απογευθεί τα αγνά αισθήματα ύστερα από την ψευτιά, καταλαβαίνει τέτοια χαρά, που κάνει σαν τον άνθρωπο που ξαναγεννήθηκε, σαν τυφλός που είδε το φως του. Κάτι τέτοιοι δεν ξεκολλάνε πια οι κακόμοιροι από τη συντροφιά των απλών, των γκαρδιακών ανθρώπων. Αλλά για να ξεμακρύνει από τα ψεύτικα πρέπει νάχει λίγη ψυχή. Αλλοιώς δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ψευτιά. Ο άμ­μος της Σαχάρας, όση βροχή κι’ αν πέσει απάνω του, δεν φυτρώνει τίποτα.

Αν πεις πάλι σε έναν από τους άλλους, τους φτωχούς, να περάσει μισή ώρα με την παρέα των κοσμικών, καλύτερα έχει να τον βάλεις στο μπουντρούμι, στον μπαλαούρο, παρά να βλέπει και ν’ ακούγει εκείνα τα ψεύτικα κομπλιμέντα, τις ανάλατες συζητήσεις, τα κρύα χωρατά. Στη συναναστροφή που κάνουνε αυτοί οι ψευτισμένοι, θαρρείς πως τους χωρίζει ένας τοίχος τον έναν από τον άλλον. Ενώ οι άλλοι, που ζούνε μακρυά από τον κόσμο, νοιώθουνε πως οι καρδιές τους γίνονται ένα, πως ακουμπά ο ένας απάνω στον άλλον και ξεκουράζεται. Αγαπά και αγαπιέται, χαίρεται και δίνει χαρά. Από πάνω από τη συντροφιά των σαρκικών ανθρώπων στέκεται ο διάβολος και τους κάνει να μιλάνε ολοένα για λεφτά και για τα όμοια, για να μη γροικήσουνε ούτε το φαγί που τρώνε. Από πάνω από τη συντροφιά των ταπεινών στέκεται ο Θεός, κι’ όλα είνε ευλογημένα.

Πετάξετε από πάνω σας την ψευτιά. Ανοίξετε τα πανιά, να τα φουσκώσει ο καθαρός αγέρας του πελάγου. Να δροσισθεί η ψυχή σας, να νοιώσετε πως ζήτε αληθινά κι’ όχι ψεύ­τικα….

Φώτης Κόντογλου

«ΚΙΒΩΤΟΣ» ΕΠΙΣΤΑΣΙΑ Φ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ-Β.ΜΟΥΣΤΑΚΗ – ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΛ. & Ε. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΕΤΟΣ Γ’ ΙΟΥΝΙΟΣ—ΙΟΥΛΙΟΣ 1954 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛ. 30—31– ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ