Ορθοδοξία

Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης: Οι Δ΄ Χαιρετισμοί

Οι Χαιρετισμοί της Παναγίας είναι η λύση σε όλα τα προβλήματα
Άσμα, αγαπηγοί μου, άσμα δηλαδή τραγούδι, που έψαλαν οι πρόγονοί μας, οι Χριστιανοί του Βυζαντίου, είνε ο Ακάθιστος ύμνος. Περιλαμβάνει εκατόν σαραντατέσσερα (144) «Χαίρε», με τα οποία επαναλαμβάνει τον χαιρετισμό που είπε ο αρχάγγελος Γαβριήλ προς την Θεοτόκο «Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σού…» (Λουκ. 1,28).

«Χαίρε, δι᾿ ής εγείρονται τρόπαια· χαίρε, δι᾿ ής εχθροί καταπίπτουσι» (Ακάθ. ύμν. Ψ5)

Άσμα, αγαπηγοί μου, άσμα δηλαδή τραγούδι, που έψαλαν οι πρόγονοί μας, οι Χριστιανοί του Βυζαντίου, είνε ο Ακάθιστος ύμνος. Περιλαμβάνει εκατόν σαραντατέσσερα (144) «Χαίρε», με τα οποία επαναλαμβάνει τον χαιρετισμό που είπε ο αρχάγγελος Γαβριήλ προς την Θεοτόκο «Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σού…» (Λουκ. 1,28).

Συνήθως, σε ολιγόλεπτα κηρύγματα, ερμηνεύουμε ένα η δύο χαιρετισμούς του Ακαθίστου ύμνου. Σήμερα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια ερμηνεία στο «Χαίρε, δι᾿ ής εγείρονται τρόπαια· χαίρε, δι᾿ ής εχθροί καταπίπτουσι» (Ακάθ. ύμν. Ψ5). Τι σημαίνει αυτό· Χαίρε, Παναγία, γιατί με τη δική σου βοήθεια υψώνονται από μας μνημεία νίκης, ενώ οι εχθροί μας καταπίπτουν νικημένοι.


⃝ Ο χαιρετισμός αυτός, αγαπητοί μου, μας υπενθυμίζει το ιστορικό εκείνο γεγονός που συνέβη στην πόλι των ονείρων μας, την Κωστατινούπολι, το 626 μ.Χ..

Πάνε από τότε αιώνες πολλοί. Η Πόλις μας το έτος εκείνο πολιορκήθηκε από την ξηρά και από τη θάλασσα. Και ήταν αδύνατον οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας να νικήσουν, γιατί ο ένδοξος τότε αυτοκράτωρ, ο Ηράκλειος, με το στρατό του απουσίαζε χιλιόμετρα μακριά αγωνιζόμενος εναντίον των Περσών. Τότε λοιπόν οι Άβαροι έκαναν επιδρομή, και νομίζοντας πως εύκολα θα νικήσουν αποθρασύνθηκαν· ιταμοί, υπερήφανοι και εγωισταί, έλεγαν στους Βυζαντινούς· Δεν γλυτώνετε, αδύνατον να σωθήτε· μόνο αν γίνετε ψάρια και κολυμπήσετε στο Βόσπορο η γίνετε πουλιά και πετάξετε, τότε μόνο θα ζήσετε.

Αλλά έκανε ο Θεός το θαύμα και ταπείνωσε τους υπερηφάνους. Τη νύχτα – τα μεσάνυχτα φύσηξε άνεμος σφοδρός, τα πλοία των εχθρών έγιναν συντρίμμια, κι αυτοί το πρωί διαλύθηκαν· έφυγαν ντροπιασμένοι, και η Βασιλεύουσα ε­λευθερώθηκε.

Τότε οι Χριστιανοί, ευγνωμονώντας τον Κύριο και την υπεραγία Θεοτόκο για τη σωτηρία, πήγαν στο ναό των Βλαχερνών και δοξολογούσαν. Και τότε για πρώτη φορά εψάλη ο υπέροχος αυτός ύμνος, το «Τη υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια…».

⃝ Και δεν είνε αυτή η μόνη φορά. Άλλη μια φορά, δευτέρα φορά, η Παναγία έδειξε την προστασία της στο γένος μας, και τότε ακούστηκε πάλι ο ύμνος αυτός.

Ήταν το 1821. Τότε οι πρόγονοί μας σήκωσαν τη σημαία της ελευθερίας, είπαν «ελευθερία η θάνατος», και πήραν μεγάλο θάρρος από την υπεραγία Θεοτόκο. Ως ημέρα εθνεγερσίας ώρισαν την 25η Μαρτίου 1821, ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

Ήταν και τότε μία πολύ δύσκολη περίοδος. Ο Ιμπραήμ με τα στρατεύματά του κατέκλυσε την Πελοπόννησο και είχε πέσει κάποια απογοήτευσις. Τότε ο αείμνηστος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πήγε μόνος σ᾿ ένα εξωκκλήσι· εκεί όλη τη νύχτα προσευχόταν μετά δακρύων στο Θεό και παρακαλούσε την υπεραγία Θεοτόκο. Όταν βγήκε έξω η ελπίδα του είχε αναπτερωθή και είπε εκείνο το λόγο· Η Παναγία δεν είνε όπως οι μεγάλες δυνάμεις που λησμονούν την Ελλάδα· η Παναγία υπέγραψε την ελευθερία μας, και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή της, θα πραγματοποιήση την υπόσχεσί της.

Έτσι πήραν πάλι θάρρος, αγωνίστηκαν μέχρι εσχάτων, και ελευθέρωσαν τη μικρή αυτή γωνία της γης από τον Τούρκο.

⃝ Πρώτη φορά λοιπόν το 626 μ.Χ., δευτέρα το 1821, υπάρχει όμως και τρίτη φορά. Ποιά είνε η τρίτη· το 1940, στον ελληνοϊταλικό πόλεμο.

Θυμάμαι τότε στην επιστράτευσι του ᾽40, ότι οι μανάδες, καθώς τα παιδιά τους έφευγαν για το μέτωπο, τα εμπιστεύονταν στην Παναγία. Και πολλοί μαχηταί μας βεβαίωναν, ότι στα βουνά της Βορείου Ηπείρου είδαν την Παναγία να τους σκεπάζη και να τους εμψυχώνη.

Ζούσαν ακόμη μέχρι τις ημέρες μας αγωνισταί του Αλβανικού έπους· γεροντάκια πιά, που δεν τους δίνει κανείς σημασία και η νεολαία τα περιφρονεί και τα εμπαίζει, μια νεολαία που ξέρει μόνο τα κέντρα διασκεδάσεως, ενώ από το ναό κατά κανόνα απουσιάζει. Τέτοια ανάγωγα παιδιά στην Αθήνα, όταν είδαν στο δρόμο ένα γεροντάκι, του έρριξαν ένα κεσέ με γιαούρτι και τον έχρισαν. Γιά την πράξι τους αυτή ωδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα, και εκεί οι νέοι μας έμαθαν, ότι ο γέρος εκείνος ήταν λοχίας στη μάχη της Πίνδου και είχε τιμηθή με αριστείο ανδρείας!

Τέτοιοι αγωνισταί, κάθε φορά που κατελάμβαναν μια κορυφή και έστηναν την Ελληνική σημαία, πανηγύριζαν και έψελναν «Τη υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια…».


Και σήμερα, αγαπητοί μου, η πατρίδα μας περνάει άλλη δοκιμασία και περιμένει πάλι ένα θαύμα. Γιατί πάλι τα ίδια μας κάνουν. Μάς εγκατέλειψαν αυτοί που υπόσχονταν πως θα μας ενισχύσουν, αυτοί που διακήρυτταν τότε· «Μέχρι τώρα λέγαμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, στο εξής θα λέμε ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες». Μάς εγκατέλειψαν αυτοί· άς μη μας εγκαταλείψη η υπεραγία Θεοτόκος.

Και η Παναγία είνε παρήγορος άγγελος όχι μόνο εν καιρώ πολέμου, αλλά και σε άλλες δύσκολες στιγμές. Είνε άρρωστο το παιδί, και η μάνα προσεύχεται· Παναγία μου, κάνε το καλά! Έμεινε η γυναίκα χήρα και το παιδί ορφανό, και αυτήν παρακαλούν· Παναγία, προστάτεψέ μας! Ταξιδεύει κανείς στη θάλασσα, έπεσε σε φουρτούνα καί, Παναγία μου, σώσε με! φωνάζει. Φοβάται στο αεροπλάνο η στο αυτοκίνητο καί, Παναγία μου! λέει αυθόρμητα. Φτάνουμε και στο τέλος της ζωής, και εκείνην πάλι καλούμε να σταθή δίπλα μας.

Το θλιβερό είνε ότι, όταν περνάη η δυσκολία, λησμονούμε τις ευεργεσίες της Παναγίας και δεν της λέμε ούτε ένα ευχαριστώ. Και το αξιοθρήνητο είνε ότι, είτε σε μια αντιξοότητα είτε κι από μια επιπολαιότητα και κακή συνήθεια, πολλοί ανοίγουν τα άθλια στόματά τους και αντί για προσευχές βγάζουν ύβρεις και βλαστήμιες. Το δε αποκορύφωμα του παραλογισμού ποιο είνε· ότι, ενώ μέσα στους ναούς ψάλλουμε «Τη υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια…» και «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε», όταν βγούμε έξω και μετρήσουμε τις βλαστήμιες που ξεστομίζουν οι νεοέλληνες, βλέπουμε ότι αυτές είνε πολύ περισσότερες. Φρίκη! Κάποτε στην Ελλάδα, στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, παντού στα ευλογημένα μας μέρη, δεν ακουγόταν βλαστήμια· τώρα το φοβερό αυτό αμάρτημα έχει διαδοθή τόσο, ώστε μολύνει και τον αέρα ακόμη.

Είνε ανάγκη να εξαλειφθή, να σβήση η βαστήμια, αν θέλουμε να έχουμε τη βοήθεια και την προστασία της Παναγίας. Σας υπενθυμίζω τι έλεγε γι᾽ αυτό ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός· «Ένας άνθρωπος να με υβρίση, να φονεύση τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου, και ύστερα το μάτι να μού βγάλη, έχω χρέος ωσάν Χριστιανός να τον συγχωρήσω· το δε να υβρίση τον Χριστόν μου και την Παναγίαν μου, δεν θέλω να τον βλέπω» (βλ. στα βιβλία μας Κοσμάς ο Αιτωλός, Αθήναι 201331, σ. 185 και Αντιβλασφημικός αγών, Αθήναι 19892, σ. 82).

Ο δε άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αυστηρότερος από τον άγιο Κοσμά, έλεγε ότι δεν ευθύνονται μόνο αυτοί που βλαστημούν, υπεύθυνοι είνε κι αυτοί που τους ακούνε και αδιαφορούν. Τι θα έκανες αν βλαστημούσαν τη μάνα σου η κατηγορούσαν τον πατέρα σου; δεν θα διαμαρτυρόσουν; Έτσι συνέβη κάποτε στην Καλαμάτα. Βλαστημούσε ένας, και πως τον διώρθωσε ο άλλος· βγαίνει από το μαγαζί και του λέει· –Γιατί βλαστήμησες τον πατέρα μου; Εννοούσε τον ουράνιο Πατέρα (βλ. το περιστατικό στο βιβλίο μας Αντιβλασφημικός αγών, σσ. 21 και 178-9). Καμμιά γυναίκα, και η πιό διεφθαρμένη, δεν υβρίζεται όπως η υπεραγία Θεοτόκος. Θεέ μου, πως μας ανέχεσαι; Γι᾽ αυτό ο ιερός Χρυσόστομος λέει· Άκουσες βλαστήμια; μη μείνης αδιάφορος. Έχεις γλώσσα; συμβούλεψε το βλάσφημο. Δεν σ᾽ ακούει; χτύπα τον· χέρι που θα χτυπήση βλάστημο θα αγιάση (βλ. Ε.Π. Migne 49,32).

Κ᾽ εμείς λοιπόν, εκεί που βρισκόμαστε κι από μέρα σε μέρα δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει, για να έχουμε πάλι βοηθό μας την υπεραγία Θεοτόκο, άς αγωνιστούμε να απαλλάξουμε τον τόπο μας από τη φοβερή πληγή της βλασφημίας. Κ᾽ έτσι η πατρίδα μας, όπως το 626, όπως το 1821, όπως το 1940, αλλά και σ᾿ άλλες περιπτώσεις, για άλλη μια φορά να σωθή. Και τότε όλα μαζί τα στόματα στους ναούς να πούμε· Χαίρε, Παναγία! «Χαίρε, δι᾿ ής εγείρονται τρόπαια· χαίρε, δι᾿ ής εχθροί καταπίπτουσι»· αμήν.

(†) επίσκοπος Αυγουστίνος