Δείτε τις προσφορές μας
Ορθοδοξία

Δόξα να έχεις Κύριε και τον σταυρό που μας έδωσες να τον κρατήσουμε ως το τέλος

Δόξα να έχεις Κύριε και τον σταυρό που μας έδωσες να τον κρατήσουμε ως το τέλος
Ορθοδοξία | Δόξα να έχεις Κύριε και τον σταυρό που μας έδωσες να τον κρατήσουμε ως το τέλος
Προσφορές σε Εκκλησιαστικά & είδη για το σπίτι

Μια ιστορία βγαλμένη από τη ζωή, για τα βάσανα, την υπομονή, τον σταυρό που μας δίνει να κουβαλήσουμε ο Κύριος και την σοφή ματιά που η γιαγιά Σταυρούλα είχε σε αυτά.

14 του Σεπτέμβρη, με το τέλος της Θείας Λειτουργίας σκέφτηκε να πάει κατευθείαν στο γηροκομείο να δεί τη γιαγιά Σταυρούλα κι ύστερα να πάει σπίτι.
Στην πραγματικότητα δεν είχε και πολλή όρεξη για κουβέντες. Βαριά ένιωθε την ψυχή της αυτές τις μέρες, αλλά το ήξερε ότι αν πήγαινε πρώτα σπίτι, μάλλον δε θα έμενε περιθώριο και για τη γιαγιά.

Αδικημένη την είχαν πάντα, αλλά εκείνη ποτέ δεν είχε απαίτηση. Χαιρόταν τόσο, όταν τους έβλεπε, αλλά δεν παραπονιόταν ποτέ αν αργούσαν να πάνε.
Σήμερα, μια που γιόρταζαν κι οι δύο τους, έπρεπε να πάει. Από τη γιαγιά Σταυρούλα πήρε τo όνομά της η ίδια κι είχαν ιδιαίτερη αδυναμία η μία στην άλλη. «Και τι να της ευχηθώ»; σκεφτόταν. «Τα χρόνια πολλά σαν αστείο ακούγεται».

Τα είχε τα πολλά χρόνια στην πλάτη η γιαγιά και δεν επιθυμούσε περισσότερα. «Καλό παράδεισο» ή «καλή υπομονή» ήθελε να της εύχονται, ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, που βασανιζόταν πολύ από τις αρρώστιες πού  έφθειραν σιγά-σιγά το εξασθενημένο σώμα της.

Με τον βασιλικό που της έδωσε ο Ιερέας μπήκε στο δωμάτιό της. Φωτίστηκε το πρόσωπο της γιαγιάς, σαν παιδάκι έκανε απ’ τη χαρά της. Πήρε το βασιλικό και το φιλούσε, να πάρει κι αυτή λίγη χάρη, όπως έλεγε. «Την ευχή μου να ’χεις που μου έφερες λίγη χάρη του Σταυρού, Σταυρούλα μου».

-Πως είσαι, γιαγιά;
-Καλά, κόρη μου, καλά δόξα να ̓χει ο Κύριος. Εκείνος καλά μας έχει. Εμείς δεν είμαστε καλοί.
«Αχ, γιαγιά», σκέφτηκε.

«Τόσα βάσανα στη ζωή σου… όσα ξέρουμε δηλαδή, γιατί μόνη σου τα τραβούσες και πάντα με το δόξα σοι ο Θεός. Κι αν δεν ήσουν καλή, δεν ξέρω εμείς που θα βρισκόμαστε τώρα. Ποιος θα κρατούσε το βάρος στη δική μας οικογένεια, αν θα βρίσκαμε εμείς τα εγγόνια σου, ένα αποκούμπι στις μεγάλες φουρτούνες της δικής μας παιδικής ζωής. Αχ, γιαγιάκα! Αν δεν ήσουν καλή»!

Βούρκωσαν τα μάτια της, άθελά της, γιατί αυτές τις μέρες πεθύμησε τόσο να έχει ένα αποκούμπι σαν εκείνο της γιαγιάς… Πολύ δύσκολα κυλούσε η δική της ζωή. Κόπος πολύς, ασυνεννοησία, ευθύνες υπερβολικές… Οι άλλοι φαίνονταν ανέμελοι, η ίδια ένιωθε πολύ φορτωμένη… Πολύ βαρύς της φαινόταν ο δικός της σταυρός.
Με κάποιο παράπονο άκουσε σήμερα στο Ευαγγέλιο το, «αράτω τον σταυρόν αυτού…»

Άρχισαν την κουβέντα τους, ρωτούσε η γιαγιά για τα δισέγγονα και για τα εγγόνια, αλλά δεν μπόρεσαν να μιλήσουν για πολύ. Η διπλανή γιαγιά άρχισε να φωνάζει γεμάτη θυμό, να παραπονιέται για τις φροντίστριες, να απαιτεί να τις φωνάξουν αμέσως…

Δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν αυτό, αλλά σήμερα ήταν ιδιαίτερα έντονες οι φωνές της. Πρόβαλε στην πόρτα μία φροντίστρια, για να δεί τι συνέβαινε.

-Χαρά στην υπομονή της! είπε δείχνοντας με το βλέμμα τη γιαγιά Σταυρούλα. Όλη τη νύχτα φωνάζει και δεν την αφήνει να ησυχάσει κι αυτή άρρωστη γυναίκα. Και δεν λέει λέξη, δεν απαντά, δεν παραπονιέται. Άλλη θα μας έκανε χίλια παράπονα για να την πάρουμε αλλού.

Αυτό δεν το γνώριζε. Έτσι, λοιπόν! Κι εκεί, μεσ’ την ταλαιπωρία η γιαγιά; Σηκώθηκε αμέσως από τη θέση της.

-Που πας; Φεύγεις κιόλας;
-Όχι, πάω μία στιγμή έξω και έρχομαι.

Πήγε κατευθείαν στην διευθύντρια, για να απαιτήσει να αλλάξουν συγκάτοικο στη γιαγιά.

Δεν γίνεται και τώρα στο τέλος της ζωής της να μην μπορεί να ησυχάσει ένα βράδυ.
Αρκετά βάσανα πέρασε στη ζωή της. Λίγη άνεση στο τέλος, είχε δικαίωμα να τη ζητήσει. Καλά καλά δεν τελείωσε την πρότασή της στην διευθύντρια και πήρε την απάντηση.

–Εγώ η ίδια στενοχωριέμαι γι’ αυτή την κατάσταση. Εδώ παραπονιούνται από πλαινά δωμάτια… Ψες άδειασε ένα κρεβάτι. Πήγα αμέσως και είπα στη γιαγιά σου ότι θα μετακόμιζε, για να είναι πιο ήσυχη.

Ξέρεις τι μου απάντησε; «ευχαριστώ, κόρη μου, αλλά αφήστε με εκεί που είμαι. Εγώ σε λίγο θα πεθάνω. Θα βρεθώ μπροστά στον Κύριο, θα δώσω λόγο για όλα. Αν μου πεί ότι τον τελευταίο σταυρό μου δεν τον άντεξα, δεν τον κράτησα; Είναι και του Σταυρού αύριο. Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν αράτω τον σταυρόν αυτού». Της είπα ότι δεν θα δυσκόλευε κανέναν. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό που ήθελε. «Μπορεί σήμερα-αύριο να έλθει κάποια άλλη. Που θα τη βάλετε; Μπορεί να μην αντέχει τις φωνές. Εγώ αντέχω…».

Γύρισε πίσω στο δωμάτιο της γιαγιάς. Η άλλη συνέχιζε την γκρίνια. Κύλησε το τροχοκάθισμα της γιαγιάς να πάνε «βόλτα» και κάθισαν στο σαλονάκι, όπου ήταν κι άλλες «φιλενάδες». Άλλες καταγίνονταν με κάποιο εργόχειρο, άλλες βυθισμένες στον «κόσμο» τους. Εκεί ήταν και η γιαγιά Ελένη, χαρούμενη που είχε κοντά της τον εγγονό της. Της προκάλεσε κάποια έκπληξη η παρουσία του, γιατί ως τώρα δεν είχε δεί κάποιο παιδί της γιαγιάς Ελένης και από λεπτότητα δεν τη ρώτησε ποτέ.

-Έχεις τόσο μεγάλο εγγονό, κυρία Ελένη! Να τον χαίρεσαι!
-Τρεις έχω, ο Θεός να τους έχει καλά. Έρχονται όποτε μπορούν, πότε ο ένας, πότε ο άλλος.
-Για μας η γιαγιά ήταν το μεγάλο στήριγμα. Της χρωστούμε πολλά. Είπε ο εγγονός, χωρίς να ακούσει η γιαγιά. Και δείχνοντας με το βλέμμα του τη γριά, πρόσθεσε. Μεγάλη ηρωίδα αυτή που βλέπετε.

Της κίνησαν την περιέργεια τα λόγια του.

-Πόσα παιδιά έχεις, κυρία Ελένη;
-Ο γιός μου ο Αντρέας είναι αγνοούμενος από την εισβολή… Δόξα σοι ο Θεός! Ο γιός μου ο Ιάκωβος πέθανε τριανταπέντε χρονών και μας άφησε τούτα τα τρία παιδιά. Δόξα να ᾽χει ο Κύριος. Δεν παραπονέθηκα ποτέ.

Με τη νύφη μου τα μεγαλώσαμε, με στερήσεις, με δυσκολίες… Όμως, να τρεις λεβέντες με τη μόρφωσή τους, με τη δουλειά τους, καλοί και χρυσοί άνθρωποι. Δόξα να ᾽χεις, Κύριε!

-Για κάτι τέτοιες ηρωίδες έπρεπε να φτιάχνουν μνημεία στις πλατείες, να περνούμε να υποκλινόμαστε. Συμπλήρωσε την κουβέντα του ο εγγονός σιγά, να μην ακούσει η γιαγιά.

Τη συζήτηση παρακολουθούσε κι η φροντίστρια σιωπηλή ως εκείνη τη στιγμή. Στράφηκε σε μία άλλη γιαγιά που καθόταν σε αναπηρικό κάθισμα. «Άλλη ηρωίδα της υπομονής και της ανεξικακίας αυτή», είπε και την προκάλεσε.

-Πες τίποτα κι εσύ, κυρία Ελπινίκη.
-Τι να πω, κόρη μου; Οι νέοι να μας πούν τα δικά τους. Εμείς τελειώσαμε, πήραμε δρόμο…
-Με το καροτσάκι πήρες τον δρόμο; Την αστείεψε μία άλλη.
-Με το καροτσάκι θα μπεί στον παράδεισο, συνέχισε η φροντίστρια και τη ρώτησε ξανά. Τι έπαθες, κυρία Ελπινίκη και δεν μπορείς να περπατήσεις;

-Αφού σου είπα άλλη φορά. Είχα ένα ατύχημα. Τώρα… πέρασαν και δέκα χρόνια. Περασμένα ξεχασμένα. Ευτυχώς που υπάρχουν και τα τροχοκαθίσματα και δε μένουμε σ’ ένα κρεβάτι μια ζωή. Δόξα σοι ο Θεός.
-Την κτύπησε κάποιος με το αυτοκίνητο και την άφησε αβοήθητη στον δρόμο. Συμπλήρωσε με κάποια δόση θυμού η φροντίστρια. Αλλά αυτή, όλο «δόξα σοι ο Θεός».
-Δόξα να ᾽χείς, Κύριε, επανέλαβε σαν ηχώ η γιαγιά Σταυρούλα. Και τον σταυρό που μας έδωσες να τον κρατήσουμε ως το τέλος.

-Μα κάποτε, είναι πολύ βαρύς, γιαγιά. Δεν αντέχουμε.
-Βαρύς είναι. Πιο βαρύς από του Χριστού μας δεν είναι. Κι Εκείνος δεν είχε ανάγκη να σταυρωθεί. Για μας σταυρώθηκε.
-Και να μη θέλουμε, τα βάσανα κι ο σταυρός εδώ είναι. Είπε η φροντίστρια με έναν αναστεναγμό, που έδειχνε ότι
σκεφτόταν κι εκείνη τα δικά της βάσανα.

-Κι όμως, είναι φορές που προσπαθούμε κι ίσως και τον αποτινάζουμε, επενέβηκε άλλη επισκέπτρια. Μήπως σήμερα ιδιαίτερα, με όλα τα μέσα που έχουμε, με τις λύσεις που δίνουμε στα προβλήματά μας, με τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων, της άνεσης, της προσωπικής ζωής… όχι εκεί που πρέπει και είναι θεμιτό, αλλά και με αμαρτωλούς τρόπους ακόμη, και με λύσεις τόσο αντίθετες με το θέλημα του Θεού, αυτό δεν κάνουμε; Αποτινάζουμε τον σταυρό μας. Κι ύστερα φτιάχνουμε μόνοι το δικό μας Γολγοθά…

-Αν γινόταν να τον αλλάζαμε; Ρώτησε η φροντίστρια, αλλά κανένας δεν της απάντησε.

Η Σταυρούλα σκέφτηκε λίγο. Σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό της η σκέψη, «αν είχα εγώ τον σταυρό της γιαγιάς Σταυρούλας ή της Ελένης ή της Ελπινίκης»… Έδιωξε αμέσως τη σκέψη σαν γρουσουζιά.
«Αχ, το δικό μου σταυρό πρέπει να κρατώ», είπε μέσα της.

-Γιαγιά, που βρήκες την τόση υπομονή σου; Πως αντέχεις; Ρώτησε τη γιαγιά Σταυρούλα.|
-Τι σημαίνει πως αντέχω; Τόσον καιρό δεν έμαθες; Άμα κρατάς τον Θεό απ’ το χέρι τι έχεις να φοβηθείς; Άμα βλέπεις μπροστά σου τον Χριστό σταυρωμένο, τολμάς να παραπονεθείς;

Για την αγάπη Του θα σηκώσεις κι εσύ το δικό σου σταυρό, κι άμα φοβάσαι ότι δεν θα αντέξεις, θα Του ζητάς να σου δώσει υπομονή.
Κοίταξε στις εικόνες τους Μάρτυρες, που κρατούν έναν σταυρό ο καθένας. Πόσο σφικτά και σταθερά τον κρατούν, αλλά και κοιτάζουν ψηλά, στον Κύριο.
Αχ! αν αγαπούσαμε τον Χριστό, αν θέλαμε να είμαστε κοντά Του στη βασιλεία Του, ποιος σταυρός και ποιος αγώνας θα μας φαινόταν βαρύς; Με χαρά θα προχωρούσαμε κι ας μάνιαζαν τα κύματα της ζωής γύρω μας. Να ᾽χεις πάντα υπομονή, Σταυρούλα μου.

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Παρέμβαση Εκκλησιαστική
Ορθόδοξο πνευματικό έντυπο – Εκκλησία της Κύπρου
Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2014 – Έτος 7ο – Τεύχος 28ο

Evagelidis

Καραμανλής – Εκκλησιαστικά