Αββάς Παχώμιος: «Επίτρεψέ μου όμως να σου πω για μια μεγάλη οπτασία»
Ορθοδοξία ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ-Blog

Αββάς Παχώμιος: «Επίτρεψέ μου όμως να σου πω για μια μεγάλη οπτασία»

«Μίλησέ μας για τις θείες οπτασίες που έχεις», είπε κάποτε ένας μοναχός στον Αββά Παχώμιο (286-346). Ένας αμαρτωλός σαν εμένα δεν περιμένει να έχει καμιά οπτασία από το Θεό», απάντησε ο Παχώμιος.

Είπε άγγελος Κυρίου στον αββα Παχώμιο:
«Οι τέλειοι, δεν έχουν ανάγκη νόμου, αφού στο κελλί τους αφιερώνουν όλη την ζωή τους στην θεωρία του Θεού».

«Μίλησέ μας για τις θείες οπτασίες που έχεις», είπε κάποτε ένας μοναχός στον Αββά Παχώμιο (286-346). Ένας αμαρτωλός σαν εμένα δεν περιμένει να έχει καμιά οπτασία από το Θεό», απάντησε ο Παχώμιος.

«Επίτρεψέ μου όμως να σου πω για μια μεγάλη οπτασία. Αν δεις έναν άγιο και ταπεινό άνθρωπο, αυτό είναι μια μεγάλη οπτασία. Γιατί ποια άλλη μεγαλύτερη οπτασία απʼ αυτή μπορεί να υπάρξει: να δεις τον αόρατο Θεό να φανερώνεται στο ναό του, σʼ ένα ορατό ανθρώπινο πρόσωπο»;

Αυτή είναι η ανώτερη οπτασία από όλες, το αληθινό θαύμα: μια ανθρώπινη ύπαρξη φτιαγμένη κατʼ εικόνα και καθʼ ομοίωσιν Θεού. «Εξομολογήσομαί σοι, ότι φοβερώς εθαυμαστώθην» (Ψαλμ. 138::14). π. Κάλλιστος Ware επισκόπος Διοκλείας

Μας διηγήθηκαν απ’ τους πατέρες του Σινά για τον αββά Σέργιο, τον αναχωρητή λέγοντας ότι:

” Όταν έμενε στο Σινά, ο οικονόμος τον τοποθέτησε στα μουλάρια. Μία μέρα καθώς επέστρεφε, ένα λιοντάρι ήταν ξαπλωμένο στο δρόμο. Μόλις το είδαν τα μουλάρια και οι οδηγοί τους ζάρωσαν από το φόβο τους, το έβαλαν στα πόδια. Τότε ο αββάς Σέργιος αφού πήρε από το σάκο του ένα κομμάτι ψωμί, πλησίασε το λιοντάρι και του λέει:
– Πάρε την ευλογία των πατέρων και φύγε από τον δρόμο για να περάσουμε.
Αφού πήρε το λιοντάρι την τροφή, έφυγε”.

Για τον ίδιο τον αββά Σέργιο, τον αναχωρητή, μας διηγήθηκε ο μαθητής του, ο αββάς Σέργιος ο Αρμένης ότι:

– Με ενοχλούσε πολύ που ο αββάς Γρηγόριος, ο οποίος ήταν ηγούμενος του μοναστηριού των Φάρων να τον πάω στο γέροντα (αββά Σέργιο). Μια μέρα λοιπόν τον πήγα στον γέροντα . Βρισκόταν εκείνη την εποχή ο γέροντας στα μέρη της Νεκρά θάλασσας. Μόλις λοιπόν τον αντίκρισε ο γέροντας, τον ασπάσθηκε με πάρα πολύ χαρά και αφού έφερε νερό του έπλυνε τα πόδια και ολόκληρη τη μέρα συζητούσε μαζί του για την ωφέλεια της ψυχής. Την επόμενη μέρα τον ξεπροβόδισε.

Όταν λοιπόν έφυγε ο αββάς Γρηγόριος λέω στον γέροντα:

– Γνωρίζεις πάτερ, ότι σκανδαλίσθηκα, γιατί ενώ σου έφερα πολλούς επισκόπους και πρεσβύτερους και μερικούς άλλους, ποτέ κανενός απ’ αυτούς δεν έπλυνες τα πόδια παρά μόνο του αββά Γρηγορίου;

Τότε μου απαντά ο γέροντας:

– Εγώ, ποιος είναι ο αββάς Γρηγόριος δεν γνωρίζω• αυτό μόνο γνωρίζω, ότι πατριάρχη δέχτηκα στη σπηλιά μου. Γιατί είδα να φορά ωμοφόριο και να κρατά το Ευαγγέλιο.

Πράγματι αυτό πραγματοποιήθηκε, γιατί ύστερα από έξι χρόνια αξίωσε ο Θεός τον αββά Γρηγόριο να γίνει πατριάρχης στη Θεούπολη. όπως προέβλεψε ο γέροντας. Ο αββάς Γρηγόριος ο αναχωρητής μας διηγήθηκε τα εξής: Στο πλοίο καθώς ερχόμουν από το Βυζάντιο μπήκε και κάποιος σκριβών* (σωματοφύλακας του βασιλιά) με τη γυναίκα του, ο οποίος είχε τάμα να προσκυνήσει στην αγία πόλη. Κι ήταν ο πλοίαρχος πολύ ευλαβής και νηστευτής. Καθώς λοιπόν ταξιδεύαμε, ξόδευαν σπάταλα το νερό οι υπηρέτες του σκριβώνα.

Όταν λοιπόν φτάσαμε στη μέση του πελάγους μάς έλειψε το νερό κι ήμασταν σε πολύ δύσκολη θέση· κι ήταν ελεεινό θέαμα να βλέπεις γυναίκες και νεαρούς και μικρά παιδιά να λιποθυμούν από τη δίψα και να είναι σαν νεκροί. Αφού λοιπόν κάναμε τρεις μέρες σ’ αυτή την τόσο επικίνδυνη κατάσταση και δεν είχαμε πια ελπίδα ζωής, ο σκριβών, μη υποφέροντας τη δύσκολη κατάσταση, έβγαλε το ξίφος του θέλοντας να σκοτώσει και τον πλοίαρχο και τους ναύτες, γιατί έλεγε, ότι αυτοί ήσαν αίτιοι που χανόμασταν, μια και δεν γέμισαν νερό για τις ανάγκες μας.

Εγώ παρακαλούσα το σκριβώνα και του έλεγα: «Μην το κάνεις, αλλά μάλλον ας παρακαλέσουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό μας, τον ‘ποιούντα μεγάλα και ανεξιχνίαστα ων ουκ έστιν αριθμός’. Να που κι ο πλοίαρχος, όπως βλέπεις, συμπληρώνει τρίτη μέρα που καταγίνεται με την προσευχή και τη νηστεία».

Ησύχασε τότε ο σκριβών και την τέταρτη μέρα κατά το μεσημέρι σηκώθηκε ο πλοίαρχος κι έκραξε μεγαλόφωνα «δόξα Σοι, Χριστέ, ο Θεός ημών», τόσο που εμείς καταπλαγήκαμε από τη φωνή του.

Και λέει στους ναύτες: «Ξεδιπλώστε τις δερμάτινες τέντες»· και καθώς τις άπλωσαν, να ένα σύννεφο που ήρθε πάνω από το πλοίο κι έβρεξε τόσο νερό, μέχρι που γέμισαν όλα τα δοχεία μας. Ήταν δε το θαύμα μέγα και φοβερό, επειδή, αν και το πλοίο αρμένιζε, μας συνακολουθούσε το σύννεφο και δεν έβρεξε έξω από το πλοίο».

Από το βιβλίο του Ιωάννου Μόσχου, «Λειμωνάριον», μετάφραση μοναχού Θεολόγου, έκδοση Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα.

Πηγή: iconandlight