Χριστός
Ορθοδοξία ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ-Blog

Ο Χριστός κρίνεται από τον Πιλάτο Δ’

Αλλά επακολουθεί και τρίτη φάσις, δραματικώτατη, των παθών τού Κυρίου κοντά στον Πιλάτο. Γι' αυτήν μας ομιλεί μόνο ο Ιωάννης, ο μόνος αυτόπτης.

Δ’. Η ΤΡΙΤΗ ΦΑΣΙΣ
Αλλά επακολουθεί και τρίτη φάσις, δραματικώτατη, των παθών τού Κυρίου κοντά στον Πιλάτο. Γι’ αυτήν μας ομιλεί μόνο ο Ιωάννης, ο μόνος αυτόπτης.

Η προηγούμενη δεύτερη φάσις της παραστάσεως τού Ιησού εμ­πρός στον Πιλάτο, δηλαδή η φάσις κατά την οποία προσπαθούσε ο Πι­λάτος να απολύση τον Ιησού, έγινε έξω από το οίκημα τού πραιτωρίου, στο «λιθόστρωτο», όπου ήταν η δικαστική έδρα. Στην έδρα καθόταν ο ηγεμών, δίπλα του στεκόταν ο Ιησούς και κάτω από το πραιτώριο, στον χώρο εμπρός από αυτό ούρλιαζε το εβραϊκό πλήθος.

Η μαστίγωσις, με την οποία κατά τρόπο επονείδιστο για τον Πι­λάτο και με απροσδόκητη αντινομία προς την δικαστική κρίσι για την αθωότητα τού Ιησού, έκλεισε η πιο πάνω δεύτερη φάσις, έγινε μέσα στο πραιτώριο, όπως συμπεραίνεται από τις πληροφορίες τού Ιωάννη. (Ιωάν. 19,1: «έλαβε ο Πιλάτος τον Ιησού και τον εμαστίγωσε». 19,4 και 5: «Και βγήκε πάλι έξω ο Πιλάτος και τους λέγει˙ να, σάς τον φέρνω έξω… Βγήκε λοιπόν ο Ιησούς έξω…»).

Α. Οι εμπαιγμοί. Η επονείδιστη πράξις τού Πιλάτου, δηλαδή η διαταγή προς τα εκτελεστικά του όργανα στο πραιτώριο να μαστιγώ­σουν τον Ιησού, όπως ήταν επόμενο, τους αποθράσυνε στην συμπερι­φορά τους απέναντί του. Όπως πιο πάνω το εκθέσαμε με κάθε λεπτο­μέρεια, από τις πηγές, στο περί σταυρώσεως μέρος10 τού κεφαλαίου «περί ρωμαϊκού πολιτισμού» η μαστίγωσις προηγείτο της σταυρώσεως για να επιτείνη τον ατιμωτικό της χαρακτήρα. Ήταν προσταυρωτική διατύπωσις.

Ήταν λοιπόν φυσικό, oι στρατιώτες να συμπεράνουν από την μαστίγωσι, ότι ο Πιλάτος απεφάσισε να σταυρωθή ο Ιησούς, μάλιστα με­τά τις κραυγές τού όχλου για σταύρωσί του και να θεωρήσουν ότι άνη­κε σ’ εκείνη την κατηγορία των εγκληματιών, που η ρωμαϊκή δικαιοσύ­νη τιμωρούσε με σταύρωσι.

Από την συνέχεια της αφηγήσεως συμπεραίνεται και το εξής: ότι οι στρατιώτες είχαν παρακολουθήσει την ανάκρισι τού Ιησού εμπρός στον Πιλάτο και είχαν δώσει προσοχή, ιδιαίτερα στο σημείο της κατη­γορίας για αντιποίησι βασιλικού αξιώματος. Διότι ακριβώς για να διακω­μωδήσουν το βασιλικό αυτό αξίωμα, και μάλιστα τον τίτλο, «βασιλεύς των Ιουδαίων», που οι Εβραίοι ισχυρίζονταν ότι οικειοποιήθηκε ο Ιησούς, πράττουν όσα πράττουν στο εξής, αυτά δηλαδή που μας διέσωσε ο αυτόπτης μάρτυς. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες αρέσκονταν να μυκτηρίζουν τους Εβραίους11.

Αφού λοιπόν ο Ιησούς μαστιγώθηκε κατά διαταγήν τού ηγεμόνος, «οι στρατιώτες, έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια και τα τοποθέτησαν στο κεφάλι του, τού φόρεσαν έναν κόκκινο μανδύα και πλησίαζαν και τού έλεγαν, «χαίρε ο βασιλεύς των Ιουδαίων», και τού έδιναν ραπίσμα­τα» (Ιωάν. 19,2-3).

ΟΙ δύο πρώτοι συνοπτικοί Ευαγγελιστές ομιλούν για εμπαιγμό από τους στρατιώτες, αλλά σ’ αυτούς επακολουθεί αμέσως η προς σταύρωσι πορεία, ενώ στον Ιωάννη που ήταν ο μόνος που απόμεινε ακόλουθος τού Ιησού και αυτόπτης τού δράματος μέχρι τέλους, το πράγματα έχουν ως εξής: Ανάμεσα στον εμπαιγμό τού Ιησού και στο ξεκίνημά του για την σταύρωσι, παρεμβάλλεται μία δραματική προσπά­θεια τού Πιλάτου για να τον διασώση. Αλλά και αυτή κλείνει επονείδιστα με την παράδοσί του στο μανιασμένο πλήθος για σταύρωσι.

Αυτήν την τελευταία σκηνή δεν την μνημονεύουν οι δύο πρώτοι συνοπτικοί, ενώ διαδραματίσθηκε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο τού αυτόπτου Ιωάννου. Και πρέπει βέβαια προς τον Ιωάννη να εναρμονισθούν οι παράλληλες πληροφορίες των δύο άλλων Ευαγγελιστών για τον εμπαιγμό τού Ιησού. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά, μετά την μαστίγωσι έγινε ο εμπαιγμός, και μετά τον εμπαιγμό η νέα δραματική μάχη τού Πιλάτου με τον εβραϊκό όχλο και με τον ίδιο τον Ιησού, και τέλος η παράδοσίς του για σταύρωσι. Οι παράλληλες πληροφορίες για τον εμπαιγμό τού Ιησού, αν εναρμονισθούν με την πληροφορία τού Ιωάννη σε ενιαία σύνθεσι, παρουσιάζουν την επόμενη εικόνα:

«Και τότε oι στρατιώτες του ηγεμόνος, αφού παρέλαβαν τον Ιησού τον έσυραν μέσα από την αυλή, στο πραιτώριο δηλαδή, και συγκαλούν και συγκεντρώνουν εναντίον του όλη την σπείρα. Και αφού τον έγδυσαν του φόρεσαν κόκκινη χλαμύδα12 [τον ενδύουν πορφύρα, τον έντυσαν πορφυρό Ιμάτιο13]. Και αφού έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια, το τοποθέτησαν πάνω στο κεφάλι του (περιέθεσαν σ’ αυτόν) και καλά­μι στο δεξιό του χέρι. Και τον επλησίαζαν. Και αφού γονυπέτησαν μπροστά του, τον περιέπαιζαν, και άρχισαν να τον χαιρετούν λέγοντας, «χαίρε ο βασιλεύς των Ιουδαίων». Και πήραν το καλάμι και τού χτυ­πούσαν μ’ αυτό το κεφάλι και τον έφτυναν, τού έδιναν ραπίσματα και γονάτιζαν και τον προσκυνούσαν».

Με την κόκκινη χλαμύδα, το ακάνθινο στεφάνι και το καλάμι στο δεξιό του χέρι διακωμωδούνται τα βασιλικά εμβλήματα, δηλαδή η κόκ­κινη βασιλική χλαμύδα, το στέμμα και το σκήπτρο. Η γονυκλισία και το προσκύνημα είναι διακωμωδήσεις των αντιστοίχων κινήσεων σε πρα­γματικό βασιλέα. Τα ραπίσματα, οι εμπτυσμοί και τα κτυπήματα με το καλάμι συμπληρώνουν την όλη εικόνα τού ευτελούς εμπαιγμού, ο οποίος ας σημειωθή γίνεται με την παρουσία και την ανοχή τού Πιλά­του. Και τούτο, ενώ είναι εντελώς βέβαιος ότι διακωμωδείται και διαπομπεύεται ένας αθώος, γεγονός που συνιστά αδιαμφισβήτητη γι’ αυ­τόν ενοχή.

Αν είχε ατονήσει η επιβολή της διοικητικής εξουσίας τού Πιλάτου απέναντι στον εβραϊκό όχλο, είναι εντελώς ακατανόητο και ασυγχώρη­το να εξασθενήση η εξουσία του στους ιδικούς του στρατιώτες. Αυτοί οργιάζουν στον εμπαιγμό τού Ιησού, μπροστά στον Πιλάτο, σαν αυτός να μην ήταν παρών.

Κι αν ακόμη ο Ιησούς ήταν κατηγορούμενος, στον χρόνο πριν από την ανάκρισι, έπρεπε να προστατευθή από τον Πιλάτο, από την δι­καστική και διοικητική του ιδιότητα. Κι αν ακόμη είχε κηρυχθή ένοχος, δεν επιτρεπόταν να χλευασθή μέσα στο πραιτώριο. Το ότι ο ηγεμών ανεχόταν να οργιάζουν oι υφιστάμενοί του στρατιώτες περιπαίζοντας ένα ανυπεράσπιστο θύμα, που η συνείδησίς του το παραδεχόταν και το ανεκήρυττε αθώο και δίκαιο, αυτό δημιουργεί στον Πιλάτο ασυγχώρη­τη ευθύνη.

Β. Νέα αντιπαράστασις Πιλάτου και Εβραίων. Μετά την μαστίγωσι και τους εμπαιγμούς, ο Πιλάτος διατηρώντας και ομολογώντας την απόλυτη βεβαιότητά του για την αθωότητα τού Ιησού, προσπαθεί ν’ απαλλαγή από την ενόχλησι των Εβραίων, παραδίδοντάς τον εξευτε­λισμένο σ’ αυτούς. Το αξιοθρήνητο είναι ότι και πάλι το εκκρεμές τού ασταθούς χαρακτήρος του κινείται ανάμεσα στην δικαιοσύνη και στην αδικία. Τώρα αποκλίνει προς την ικανοποίησι τού μανιασμένου όχλου, που ζήτησε και έλπισε να χορτάση μαστιγώνοντας τον Ιησού. «Τον μα­στίγωσε ο Πιλάτος θέλοντας κάπως να μαλακώση και να καθησύχαση το Ιουδαϊκό πάθος» (Ι. Χρυσόστομος).

Αλλά για τους Εβραίους η μαστίγωσις θεωρήθηκε σαν δείγμα ό­τι κάμφθηκε ο Πιλάτος στην σταύρωσι που ζητούσαν, αφού αυτή απο­τελούσε προσταυρωτική διαδικασία που επέτεινε το μαστίγωμα από τον σταυρικό θάνατο. Ο Πιλάτος όμως κατέφυγε στην μαστίγωσι σαν αυτοτελή ποινή, για να αρκεσθούν σ’ αυτήν οι Εβραίοι και να αποφευχθή η σταύρωσις. Η μαστίγωσις, όπως το είδαμε σε ειδικό κεφάλαιο14 ήταν και αυτοτελής ποινή.

«Βγήκε λοιπόν πάλι έξω ο Πιλάτος και τους λέγει: «Να, σάς τον φέρνω έξω, για να γνωρίσετε ότι δεν βρίσκω σ’ αυτόν καμμία ενοχή». Βγήκε λοιπόν έξω ο Ιησούς φορώντας το ακάνθινο στεφάνι και τον κόκκινο μανδύα. Και τους λέγει˙ «ίδε ο άνθρωπος» (Ιωαν. 19, 4-6). Μετά από όσα διαδραματίσθηκαν εναντίον τού Αθώου, βγαίνει ο Πι­λάτος από το οίκημα στον λιθόστρωτο εξώστη, κάτω από τον οποίο μαινόταν ο εβραϊκός όχλος που αναταρασσόταν από τους άρχοντές του. Τους αναγγέλλει ότι σε λίγο θα εμφανισθή ο Ιησούς, επαναλαμβά­νοντας και πάλι ότι δεν βρίσκει να ευσταθή καμμία ενοχή σε όσα τον κατηγορούν. Επαναλαμβάνει δηλαδή την απόλυτη και ανεπιφύλακτη βεβαιότητα της δικαστικής του συνειδήσεως για την τελεία αθωότητα τού Ιησού. Αυτή την βεβαιότητα την κρατεί και την ομολογεί από την αρχή μέχρι το τέλος της προσωπικής του επαφής με τον Ιησού: «Ιδού σάς τον φέρνω πάλι έξω, για να μάθετε επί τέλους οριστικά, πως δεν βρίσκω σ’ αυτόν καμμία κατηγορία».

Μετά από λίγο πράγματι, προφανώς με εντολή και νεύμα τού Πι­λάτου, βγαίνει ο Ιησούς φορώντας τα ψευτοβασιλικά εμβλήματα με το πληγωμένο και συσπώμενο από την μαστίγωσι σώμα, με τους πόνους τού ακάνθινου στεφάνου, με τα σημάδια από τους εμπτυσμούς και τα ραπίσματα. Και δείχνοντας ο Πιλάτος στους Εβραίους τον Ιησού που πρόβαλε από το πραιτώριο, άθλια ταλαιπωρημένο και εξουθενωμένο, τους λέγει˙ «ίδε ο άνθρωπος».

Η οικτρά εκείνη θέα του Αθώου των αιώνων, ο οποίος με τόση καρτερία υπέμεινε τους εξευτελισμούς, τους πόνους και την οδύνη της ανθρώπινης μοχθηρίας και αγνωμοσύνης, κάθε άλλο μαρτυρούσε παρά ότι επρόκειτο για επαναστάτη, που διεκδικούσε η οικειοποιείτο βασιλι­κή ιδιότητα, και για επικίνδυνο στο κράτος, όπως ισχυρίζονταν οι Εβραίοι. Και αυτό επεδίωκε μ’ εκείνη την χειρονομία ο Πιλάτος, να δείξη στους Εβραίους πόσο ακίνδυνος ήταν ο Ιησούς και πόσο άξιζε την λύπη και την συμπόνια, διότι υπέφερε όσα υπέφερε χωρίς να φταίη.

Όταν λοιπόν τον είδαν οι αρχιερείς και oι υπηρέτες εκραύγασαν λέγοντας, «να τον σταυρώσης, να τον σταυρώσης». Επαναλάμβαναν δηλαδή την ίδια κραυγή με την οποία ωρύονταν κατά την δεύτερη φάσι. Βιάζονταν για τον τελικό τους σκοπό, την θανάτωσι τού Ιησού με σταύρωσι. Έδειχναν σκληροί και αμείλικτοι σε κάθε άκουσμα αθωότητος και προς το άθλιο θέαμα τού Αθώου, και αμείλικτοι απέναντι στον Πιλάτο, ο οποίος με την ανεπίτρεπτη και ασυγχώρητη υποχωρητικότη­τά του ανέχθηκε να αρπάξουν οι Εβραίοι από την εξουσία του τον χει­ρισμό τού θέματος και να το κατευθύνουν στην λύσι που αυτοί αξίω­ναν.

Ενώ ακούσθηκαν πάλι οι κραυγές αυτές, ο Ιησούς μ’ ένα βλέμμα τού Πιλάτου μπήκε πάλι στο πραιτώριο. Αυτό βέβαια δεν λέγεται, αλλά συμπεραίνεται με βεβαιότητα από την συνέχεια της διηγήσεως. Ο Πι­λάτος μένει έξω μόνος, εξωργισμένος για την σκληρότητα των Εβραίων, την απάνθρωπη ακαμψία τους και την φονική τους διάθεσι. Τότε με αγανάκτησι και ειρωνεία τους λέγει: «Πάρτε τον εσείς και σταυρώστε τον, γιατί εγώ δεν βρίσκω σ’ αυτόν καμμία ενοχή» (Ιωάν. 19,6).

Καινούργια λοιπόν έντονη ομολογία τού Πιλάτου για την απόλυτη αθωότητα τού Ιησού και κατηγορηματική άρνησίς του να σταυρώση αυτός τον Αθώο.

Στην νέα αυτή τόσο απροσδόκητη όσο και έντονη άρνησι τού Πι­λάτου να υποκύψη στην πίεσί τους, έβλεπαν ότι διαγραφόταν ο κίνδυ­νος να ματαιωθούν τα σχέδιά τους. Διότι αν επέμενε ο Πιλάτος στην αθωότητα τού Ιησού, η αξίωσίς τους να σταυρωθή εστερείτο το απα­ραίτητο νόμιμο στήριγμα. Βέβαια αυτοί δεν ενδιαφέρονταν για την νο­μική βάσι της σταυρώσεως, αλλά προσπαθούσαν να τηρήσουν, «αναλώμασι» της ρωμαϊκής Αρχής, τα προσχήματα, εκβιάζοντάς την να θεωρήση ένοχο τον Ιησού παρά την ανεπιφύλακτη διακήρυξι τού Ηγεμόνος για την αθωότητά του.

Ο Ιησούς έπρεπε οπωσδήποτε να σταυρωθή εκείνη την ημέρα, διότι από το βράδυ ερχόταν το Πάσχα και ο σκοπός τους θα ματαιωνό­ταν. Δεν σημείωσαν επιτυχία αποδίδοντας στον Ιησού πολιτική κατη­γορία που αποδείχθηκε ψεύτικη και ανυπόστατη. Γι’ αυτό επανέρχονται τώρα στην θρησκευτική κατηγορία. Σ’ αυτήν δηλαδή για την οποία κατεδίκασαν τον Ιησού σε θάνατο κατά την δίκη ενώπιον τού Μεγάλου Συνεδρίου την προηγούμενη νύκτα.

Όπως ελέχθη, αυτή την κατηγορία, καθώς και την θανάσιμη ενοχοποίησι τού Ιησού γι’ αυτή, τα μέλη τού Συνεδρίου την απέκρυψαν από τον Πιλάτο, για τους λόγους που πιο πάνω είπαμε. Τώρα όμως που παραπαίουν την εκστομίζουν μπροστά στον Πιλάτο για πρώτη φορά: «Αποκρίθηκαν σ’ αυτόν οι Ιουδαίοι˙ «εμείς έχουμε νόμο, και σύμφωνα με το νόμο μας15 οφείλει να θανατωθή, διότι έκανε τον εαυτό του υιό τού Θεού» (Ιωάν. 19,7).

Με άλλα λόγια: «Εάν εσύ τον ανακηρύσσης αθώο από κάθε πο­λιτική κατηγορία, εμείς σύμφωνα με τον δικό μας νόμο, τον θεωρούμε ένοχο θανάτου, γιατί ανύψωσε τον εαυτό του σε υιό τού Θεού και οι­κειοποιήθηκε έτσι θεϊκή ιδιότητα που μόνο στον Θεό αρμόζει».

«Όταν ο Πιλάτος άκουσε αυτόν τον λόγο φοβήθηκε περισσότε­ρο» (Ιωάν. 19,8). Το εκκρεμές του που αιωρείτο ανάμεσα στην συνεί­δησι και στον ασταθή χαρακτήρα του κινήθηκε περισσότερο προς τον αρνητικό πόλο, της αναποφασιστικότητας. Σ’ αυτόν τον πόλο προστέ­θηκε τώρα και το στοιχείο τού φόβου. «Τι φοβήθηκε όμως»; ερωτούν οι ερμηνευτές. Μήπως τον ανυποχώρητο φανατισμό τού όχλου; Μή­πως την αυτοκρατορική εξουσία, που επέβαλλε σαν καθήκον στα όργα­νά της να προστατεύουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των υπηκόων λαών; Ή μήπως ο Πιλάτος δεν βλέπει πια στο πρόσωπο τού Ιησού έ­ναν αθώο άνθρωπο, αλλά ένα ανώτερο Ον, υπερανθρώπινο, στο οποίο οφείλει να απονείμη τιμή, και από το οποίο πρέπει να απομακρυνθή με φόβο, εξασφαλίζοντάς το συγχρόνως από κάθε κακοποίησι;

Το κλειδί για την απάντησι στο πιο πάνω ερώτημα, «τι φοβήθηκε ο Πιλάτος», μας το δίνει διπλό το ίδιο το Ευαγγέλιο τού Ιωάννου που έ­χουμε μπροστά μας. Από το ένα μέρος μας πληροφορεί ότι ο Πιλάτος φοβήθηκε ευθύς μόλις άκουσε «αυτόν τον λόγο», ότι δηλαδή ο Ιησούς έκανε τον εαυτό του Υιό τού Θεού. Και από το άλλο μέρος ότι ο Πιλά­τος, ευθύς μόλις άκουσε αυτόν τον λόγο μπήκε φοβισμένος πάλι στο πραιτώριο και λέγει στον Ιησού, «από πού είσαι συ»; Δηλαδή σπεύδει να μάθη από το στόμα του Ιησού την προέλευσί του. Συγχρόνως διαφαινόταν με αυτό το ερώτημα ότι στην σκέψι του υπήρχε η ιδέα ότι ο Ιησούς προερχόταν από τον Θεό.

Εκείνη την εποχή και μάλιστα στον ελληνορωμαϊκό κόσμο δεν ή­ταν ασυνήθιστο ν’ ακούσης ότι οι θεοί εμφανίζονται στους ανθρώπους με ανθρώπινη μορφή (ανθρωπόμορφες θεοφάνειες, θεανθρωπισμός). Έτσι λ.χ. από τις Πράξεις των Αποστόλων πληροφορούμεθα ότι μετά από μερικά έτη, οι κάτοικοι στα Λύστρα της Λυκαονίας θεώρησαν τον Απόστολο Παύλο σαν Ερμή και τον συνοδό του Βαρνάβα σαν Δία, και αναβόησαν: «Οι θεοί πήραν μορφή ανθρώπων και κατέβηκαν σ’ εμάς», «ο δε Ιερέας τού Δία μαζί με το πλήθος ήθελε να κάνη θυσία», και οι Απόστολοι παρά τις διαμαρτυρίες τους και τις εξηγήσεις τους «με δυ­σκολία σταμάτησαν το πλήθος να μη τους προσφέρη θυσία» (κεφ. 14).

Αργότερα και oι κάτοικοι της Μελίτης βλέποντας ότι ο Παύλος δεν έπαθε τίποτε από το θανατηφόρο δάγκωμα της οχιάς «έλεγαν ότι αυτός είναι Θεός» (Πράξεις, κεφ. 28). Άλλωστε η παγκόσμια ατμό­σφαιρα ήταν σε πνευματική και ψυχική διέγερσι, θα λέγαμε σήμερα ηλεκτρισμένη, από την παγκόσμια προσδοκία Θεανθρώπου. Σ’ αυτό το θέμα αφιερώνουμε πιο κάτω ιδιαίτερο κεφάλαιο16. Αν σ’ αυτά προσ­θέσουμε και το τρομακτικό όνειρο της συζύγου τού Πιλάτου, αλλά και την εξαιρετική εντύπωσι που είχε προξενήσει σ’ αυτόν η ηρεμία, η γλυ­κύτητα, η πραότητα, η σοφία, η αθωότητα, η ανεξικακία και το μεγαλείο γενικά τού Ιησού, στις φρικτές εκείνες ώρες της οδύνης και τού πόνου, έχουμε όλες τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την ταραχή τού Πιλά­του, μόλις άκουσε από τους Εβραίους, ότι ο Ιησούς ισχυρίζεται για τον εαυτό του ότι προέρχεται από τον Θεό.

Φοβισμένος λοιπόν σπεύδει να διαπιστώση γι’ αυτό από το στόμα τού ίδιου τού Ιησού, αφού είχε λάβει πείρα από τις εβραϊκές ψευδολογίες στις προηγούμενες κατηγορίες που αποδείχθηκαν ανυπόστατες. Ερωτά λοιπόν τον Ιησού: «Από πού είσαι συ; πες μου, από πού προέρχεσαι»;

Τον φόβο του τον είχε επαυξήσει, όπως ήταν φυσικό, και το συν­αίσθημα της ενοχής του, αφού κατέβασε τον Ιησού στο επίπεδο τού ληστή Βαραββά ιδιαίτερα το ότι τον μαστίγωσε, παρά την ανεπιφύλα­κτη βεβαιότητα της δικαστικής του συνειδήσεως για την πλήρη αθωό­τητά του και το ότι ανέχθηκε τον εμπαιγμό και τα ραπίσματα των στρα­τιωτών, ενώ αυτός ήταν παρών. Έτσι εξηγείται το αγωνιώδες ερώτημα που υπέβαλε στον Ιησού.

«Αλλ’ ο Ιησούς δεν του έδωσε απάντησι» (Ιωάν. 19,9). Ο Ιη­σούς σιωπά. Τι να πη; Είχε πια δώσει όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις για τον εαυτό του, την προέλευσί του και το έργο του. Ο Πιλάτος όμως, στην ψυχολογική κατάστασι που βρισκόταν, θίγεται από την σιω­πή τού Ιησού, η οποία πάλι τού επαυξάνει τον φόβο. Νοιώθει φόβο, που δύσκολα τον αποκρύπτει, εμπρός στον μυστηριώδη πια αυτόν άν­θρωπο που είχε ενώπιόν του. Και δημιουργώντας αντίδρασι σ’ αυτόν του τον φόβο, απευθύνει προς τον Ιησού μία εκφοβιστική ερώτησι για να τον εξαναγκάση να απαντήση, ώστε να βγή από την ψυχολογική εκείνη κατάστασι. «Σ’ εμένα δεν ομιλείς; Δεν γνωρίζεις ότι έχω εξουσία να σε σταυρώσω και έχω εξουσία να σε απολύσω»; (Ιωάν. 19,10).

Φαινομενικά υπενθυμίζει στον Ιησού την απεριόριστη εξουσία ζωής και θανάτου που είχε πάνω του˙ εξουσία όμως που δεν μπόρεσε να συγκρατήση μπροστά στον εκβιασμό των Εβραίων. Η δυναμικότη­τά τους υπερφαλάγγισε την εξουσία του, την οποία τώρα επισείει στον ανθρωπίνως αδύναμο δέσμιό του. Η ανανδρία αυτή να κάνη επίδειξι ισχύος απέναντι στον ανίσχυρο υποκρύπτει την κρίσι τού εσωτερικού του κόσμου. Ουσιαστικά αυτή η επίδειξις ισχύος με τα λόγια ήταν υπο­συνείδητη αυτοάμυνα στον φόβο και στην ταραχή που τον κατέλαβε σαν άκουσε για θεϊκή προέλευσι τού Ιησού. Για να εξουδετερώση αυ­τά και κυρίως για να προασπισθή τον εαυτό του, ανέσυρε ο ίδιος την ανάμνησι της εξουσίας του.

Από το άλλο μέρος η στομφώδης και εγωιστική αυτή δήλωσις τού Πιλάτου, χωρίς την στιγμή εκείνη να το αντιληφθή, είναι η μεγαλύ­τερη καταδίκη που εκφέρει εις βάρος τού εαυτού του, καθώς ομολογεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ότι στα χέρια του κρέμεται η τύχη τού Ιησού, η σταύρωσίς του ή η απόλυσίς του. Έτσι ο ίδιος παίρνει στους ώμους του την πλήρη και αποκλειστική ευθύνη για τον Ιησού, λησμονώντας ότι προηγουμένως είχε νίψει τα χέρια του και είχε κηρύ­ξει τον εαυτό του αθώο «από το αίμα τού δικαίου τούτου», και ότι είχε επιρρίψει στους Εβραίους την αποκλειστική ευθύνη.

Εύστοχα παρατηρεί ο Ιερός Χρυσόστομος πάνω σ’ αυτήν την ερώτησι του Πιλάτου: «Βλέπεις πώς ίδιος κατέκρινε από πριν τον εαυτό του; Εάν λοιπόν το παν εξαρτάται από σένα, για ποιον λόγο δεν τον απολύεις, αφού δεν βρίσκεις καμμία ενοχή»;

Απ’ αυτά συμπεραίνουμε ότι ο Πιλάτος παραπαίει όχι μόνο απέ­ναντι στον Ιησού και στους Εβραίους, αλλά και απέναντι στον εαυτό του. Όλο δε το σκηνικό κάθε άλλο είναι παρά δίκη, παρά διαδικασία δηλαδή που διεξάγεται κατά την Ισχύουσα δικονομική τάξι. Ωστόσο η δήλωσις για εξουσία να σταυρώση ή ν’ απολύση τον Ιησού δεν εστερείτο νομότυπης βάσεως. Στους Πανδέκτες17 αναγραφόταν η θέσις, ότι «κανένας που μπορεί να καταδικάση δεν αδυνατεί και ν’ απολύση».

Στην υπεροπτική ερώτησι τού Πιλάτου, την τόσο αντίθετη προς την άβουλη συμπεριφορά που επέδειξε, η οποία συμπεριφορά κάθε άλ­λο παρά άσκησις διοικητικής και δικαστικής εξουσίας ήταν, απαντά ο Ιησούς με θεϊκή γαλήνη, αλλά και με θεϊκό κύρος: «Δεν θα είχες καμμία εξουσία εναντίον μου, εάν δεν σου είχε δοθή από πάνω. Για τούτο εκείνος που με παρέδωσε σ’ εσένα έχει μεγαλύτερη αμαρτία» (Ιωάν. 19,11).

Με άλλα λόγια: Καμμία απολύτως εξουσία δεν θα είχες επάνω μου, εάν δεν σου είχε δοθή τέτοια εξουσία από πάνω, δηλαδή από τον Θεόν. Είσαι λοιπόν ταγμένος από τον Θεό να κρίνης, και οφείλεις να κρίνης δίκαια. Εσύ εν τούτοις με πέρασες από τόσους εξευτελισμούς μέχρι και από την μαστίγωσι, αν και έχεις πεισθή για την αθωότητά μου. Με την πράξι σου αυτή οπωσδήποτε βαρύνεις τον εαυτό σου. Επειδή όμως δεν το κάνεις αυτό χωρίς ν’ αντιστέκεσαι στους Εβραίους που ζητούν άδικα και φθονερά τον θάνατό μου, η ευθύνη σου και η αμαρτία σου είναι μικρότερη από εκείνη που έχουν όσοι με παρέδωσαν στα χέρια σου (ο Ιούδας και η παρέα του). Την μεγαλύτερη αμαρτία την έχουν αυτοί και περισσότερο απ’ αυτούς ο Ιούδας.

Η απάντησις τού Ιησού και καθ’ εαυτήν, αλλά και για το θεϊκό της κύρος είναι σπουδαιότατη για τον καθορισμό της νομικής ευθύνης τού Πιλάτου και των Εβραίων στο δράμα τού Ιησού. Ο Ιησούς προσδιορίζει το μέτρο αυτής της ευθύνης με λίγες λέξεις, αλλά τόσο καθαρά, ώστε και από τον ομιλούντα και από την διατύπωσι προβάλλει το θεϊκό κύρος τού κλιμακωτού καταλογισμού της ευθύνης. Ρίχνεται έτσι άπλετο φως στην έρευνα για επιμερισμό της ευθύνης στούς συν­τελεστές τού θεϊκού δράματος κατά το μέτρο της ενοχής τους.

Ο Πιλάτος έμεινε έκπληκτος! Τα λόγια αυτά του Ιησού, αυτός ο τόσο κατηγορηματικός καταμερισμός της ευθύνης κάθε ένοχου έκανε στον ηγεμόνα βαθειά εντύπωσι. Και η πρέπουσα ευθύνη τού καταλογι­ζόταν, αλλά και τα ελαφρυντικά δεν παραγνωρίζονταν. Ο Πιλάτος που ενοχλείτο από όλη την καλή εντύπωσι που είχε από τον Ιησού και από την βεβαιότητα της δικαστικής του συνειδήσεως για την αθωότητά του, τώρα ύστερα από αυτό ξεκινάει να δείξη πάλι την αρχική του διάθεσι για απόλυσί του. Θέλει να διαχωρίση την ευθύνη του από την ευθύνη των κατηγόρων τού Ιησού, των οποίων είχε καταντήσει, αντίθετα προς την συνείδησι και την δικαιοσύνη, άβουλο όργανο. «Γι’ αυτόν τον λόγο ζητούσε ο Πιλάτος να τον απολύση» (Ιωάν. 19,12).

Ο Πιλάτος βγήκε έξω από το πραιτώριο, όπως συμπεραίνεται από τα συμφραζόμενα, 19, 13, και ανακοίνωσε στους Εβραίους την θέσι του αυτή. Η νέα αυτή προσπάθειά του έκανε τους Εβραίους να απελ­πισθούν και να βλέπουν πια ότι ματαιώνονται τα σχέδιά τους. Εγνώριζαν πως αν επέμεναν στην θρησκευτική κατηγορία, ο Πιλάτος θα παρέπεμπε την υπόθεσι στα δικαστήριά τους. Γι’ αυτό επανέρχονται στην πρώτη κατηγορία εναντίον τού Ιησού, την πολιτική. «Επειδή πα­ρουσιάζοντας κατηγορία από τον θρησκευτικό νόμο, δεν κατώρθωσαν τίποτε, στρέφονται με κακούργο τρόπο προς τους έξω νόμους» (Ιω. Χρυσόστομος). Και έρριξαν μάλιστα στον Πιλάτο καταπρόσωπα την απειλή:

«Αν συ πείσθηκες ότι ο Ιησούς δεν οικειοποιείται βασιλική ιδιό­τητα, δεν πεισθήκαμε όμως κι εμείς. Και αφού δεν θέλεις να εφαρμόσης τον νόμο τού κράτους και να σταυρώσης, όπως αυτός ορίζει, έναν πολιτικό εγκληματία, σφετεριστή αξιώματος που ανήκει μόνο στον αυ­τοκράτορα, αυτό σημαίνει για μας ότι συ δεν είσαι πιστός φίλος τού αυ­τοκράτορα, διότι καθένας που οικειοποιείται βασιλική εξουσία έρχεται σε αντίθεσι προς τον αυτοκράτορα».

«Οι Ιουδαίοι όμως έκραζαν: «Εάν απολύσης αυτόν, δεν είσαι φί­λος τού Καίσαρος18. Όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλέα αντιτίθεται στον Καίσαρα» (Ιωάν. 19,12).

Οι πλάγιες αλλά βαρείες αυτές απειλές σε μία εποχή κατά την οποία εθεωρείτο κανείς ένοχος από την στιγμή που κρινόταν ύποπτος, συγκλόνισαν τον Πιλάτο. Οι Εβραίοι τον προειδοποιούσαν ότι θα τον καταγγείλουν στον αυτοκράτορα για απιστία, δηλαδή για έσχατη προ­δοσία. Έτσι χαρακτηριζόταν η εύνοια προς έναν επαναστάτη. Στα χρό­νια δε τού Τιβερίου το αδίκημα αυτό είχε βαρύτατες συνέπειες και ετιμωρείτο σκληρότατα, γιατί εθεωρείτο το αποκορύφωμα κάθε κατηγο­ρίας.

Για τον Πιλάτο, που τόση πικράν πείραν είχε από εβραϊκές επανα­στάσεις και καταγγελίες προς τον αυτοκράτορα, η νέα αυτή βαρειά απειλή των Εβραίων για έγκλημα που στρεφόταν εναντίον τού αυτο­κράτορα, σήμαινε γι’ αυτόν έσχατο κίνδυνο. Γι’ αυτό, κάτω από το κρά­τος της αγανακτήσεως και ταραχής, διαπιστώνοντας και πάλι πως ήταν ανώφελο και μάταιο να μεταστρέψη τον εβραϊκό όχλο, παίρνει την απόφασι να τερματίση την μεγάλη αυτή περιπέτεια κατά τον πλέον ακίνδυ­νο σ’ αυτόν τρόπο.

Αυτό απαιτούσε το προσωπικό του συμφέρον, στο οποίο κατά την κρίσιμη αυτή στιγμή, από την οποία κρίνεται τελικά και η ευθύνη του και ολόκληρος ο χαρακτήρας του, εσφαγίασε και θυσίασε την έν­νοια τού δικαίου και της δικαιοσύνης. Θυσίασε ακόμη την ανεπιφύλα­κτη και απόλυτη βεβαιότητα της δικαστικής του συνειδήσεως που κατ’ επανάληψι ο ίδιος διεκήρυξε για την πλήρη αθωότητα τού Ιησού.

Θυσίασε επίσης το όλο γόητρό του σαν ανθρώπου και Ρωμαίου ηγεμόνος. Το εκκρεμές τού ασταθούς χαρακτήρος του που αιωρείτο μεταξύ δικαιοσύνης και αδικούσης αναποφασιστικότητος, το οποίο δια­πιστώσαμε κατ’ επανάληψι και πιο πάνω, κινήθηκε και πάλι έντονα προς τον αρνητικό πόλο, και καρφώθηκε σ’ αυτόν κάτω από την ισχυρή πίεσι τού φόβου για την προσωπική του τύχη.

Μόλις λοιπόν άκουσε ο Πιλάτος την απειλή που εκτόξευσαν οι Εβραίοι, διατάσσει να βγη από το πραιτώριο ο Ιησούς. Από αυτό επί­σης συμπεραίνεται καθαρά ότι η προηγούμενη στιχομυθία Πιλάτου και Ιησού (στ. 9-11) έγινε μέσα στο πραιτώριο, όπως το πληροφορούμεθα και από την αρχή τού στίχου 9. Ο Πιλάτος κάθεται «επί τού βήματος», δηλαδή στην δικαστική καθέδρα που υψωνόταν στο λιθόστρωτο δάπε­δο της θολωτής αψίδας που προεξείχε τού πραιτωριακού μεγάρου. Αφού βγήκε ο Ιησούς, τον δείχνει και λέγει στους Εβραίους με οργή, απέχθεια και ειρωνεία, «ιδού ο βασιλεύς σας», αφού οι ίδιοι είχαν επι­νοήσει την κατηγορία, ότι ο Ιησούς θεωρούσε τον εαυτό του βασιλέα, για να τον ενοχοποιήσουν για πολιτικό έγκλημα. «Όταν λοιπόν άκουσε ο Πιλάτος αυτόν τον λόγο, έφερε έξω τον Ιησού, και αυτός κάθησε στην δικαστική έδρα, στον τόπο που λέγεται Λιθόστρωτο, στα εβραϊκά Γαββαθά… και λέγει στους Ιουδαίους, «ιδού ο βασιλεύς σας» (Ιωάν. 19,13-14).

Στο μέρος τού χωρίου τούτου που σημειώσαμε αποσιωπητικά παρεμβάλλεται μία χρονική πληροφορία για την ώρα που έγιναν αυτά, που διασπά την συνέχεια του λόγου. Από αυτό νομίζουμε ότι δεν προέρχεται από τον Ιωάννη, καθόσον ο Ιωάννης πουθενά στις αφηγή­σεις των παθών δεν προσδιορίζει ώρες, ούτε μνημονεύει το γενόμενο σκότος. Είναι εμβόλιμη και προέρχεται από μεταγενέστερο χέρι, που εί­χε υπ’ όψιν το ωράριο των δύο συνοπτικών Ματθαίου 27,45 εξ. και Λουκ. 23,44. Σύμφωνα με την άποψι μερικών ερμηνευτών έγινε για να διορθωθή η εσφαλμένη πληροφορία του Μάρκ. 15,25. Αυτό δεν το δέχομαι για τους λόγους που εκθέτω πιο κάτω.

Η χρονική πληροφορία τού Ιωάννου που σύμφωνα με την άποψί μας θεωρείται εμβόλιμη είναι η εξής: «Ήταν δε Παρασκευή τού Πάσχα, ώρα δε περίπου έκτη» (Ιωάν. 19,14β) κατά το Ιουδαϊκό ωρολόγιο, δηλαδή περίπου δωδέκατη μεσημβρινή.

Το εμβόλιμο της πληροφορίας αυτής πιστώνεται και από την προ­χειρότητά της για να προσαρμοσθή στις αντίστοιχες πληροφορίες των δύο ευαγγελιστών. Και την προχειρότητα προδίδει το γεγονός ότι ενώ κατά τους δύο συνοπτικούς (Ματθ. 27,45 εξ. και Λουκ. 23,44) η σταύρωσις άρχισε πολύ πριν από την έκτη ώρα και μάλιστα γύρω στην τρίτη ώρα (Μάρκ. 15,25) δηλαδή 9.00 π.μ., διότι οι διατυπώσεις της καθώς και της σταυρώσεως των άλλων ληστών και τα γεγονότα που εφεξής αναφέρονται χρειάσθηκαν τουλάχιστον τρεις ώρες και τερματίσθηκε με τον θάνατο τού Ιησού γύρω στην ένατη ώρα (3.00 μ.μ.) αντίθετα η εμβόλιμη πληροφορία στον Ιωάννη τοποθετεί στην έκτη ώρα την τε­λευταία παρουσίασι τού Ιησού από τον Πιλάτο, (την σκηνή: Ίδε ο άν­θρωπος), οπότε η σταύρωσις θα πρέπει να έλαβε χώραν μετά την έκτη ώρα, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα που οι συνοπτικοί Ευαγγελι­στές αναφέρουν το σκότος. Αλλά και από την έκτη ώρα (δωδέκατη με­σημβρινή), αν άρχιζε η σταύρωσις, που η διάρκειά της έφθασε οπωσδήποτε τις τρεις ώρες, τότε το τρίωρο σκοτάδι που επακολούθη­σε πρέπει να τοποθετηθή ανάμεσα στην ένατη (3.00 μ.μ.) και την έκτη εσπερινή της Παρασκευής. Από τότε όμως άρχιζε το Σάββατο τού Πάσχα και δεν υπολειπόταν χρόνος για την αποκαθήλωσι και την ταφή πριν από την έναρξι τού Σαββάτου (6.00 μ.μ. της Παρασκευής).

Για όλους αυτούς τους λόγους η χρονική αυτή πληροφορία στον Ιωάννη, που διασπά την συνέχεια τού λόγου, παρεμβλήθηκε μεταγε­νέστερα και με προφανή προχειρότητα ως προς τον προσδιορισμόν της ώρας και σε ασυναρτησία με τα κατ’ αυτήν γεγονότα.

Ως προς την ημέρα συμφωνούν όλοι οι Ευαγγελιστές ότι αυτή ή­ταν «η Παρασκευή τού Πάσχα, η οποία ήταν πριν από το Σάββατο˙ η δε αυριανή ημέρα, η οποία ήταν μετά την Παρασκευή ήταν το Σάββατο», που άρχιζε στις 6.00 μ.μ. την Παρασκευή. Η ημέρα αυτή λεγόταν «Πα­ρασκευή τού Πάσχα», γιατί κατ’ αυτήν έπρεπε να τελειώση όλη η προ­παρασκευή τού σπιτιού και της λατρείας που απαιτούσε ο Ιουδαϊκός νόμος για το Πάσχα, δηλαδή η προμήθεια άζυμου άρτου, αρνιού και άλ­λων αναγκαίων.

Το Πάσχα εωρταζόταν στις 15 Νισάν που τότε συνέπιπτε με το Σάββατο και άρχιζε από τις 6.00 το απόγευμα της προηγουμένης ημέ­ρας. Η προηγούμενη αυτή ημέρα, η «Παρασκευή τού Πάσχα» ήταν η 14η Νισάν, που ωνομαζόταν και «πρώτη των αζύμων», διότι κατ αυτήν άρχιζε, όπως αναφέρθηκε, η προμήθεια ή η προετοιμασία στο σπίτι τού πασχαλινού άζυμου άρτου, τού οποίου η χρήσις θα άρχιζε από τις 6.00 το απόγευμα της Παρασκευής προς το Σάββατο, όταν άρ­χιζε η 15η Νισάν, δηλαδή η πρώτη ημέρα της εβδομαδιαίας εορτής του Πάσχα, η οποία γι’ αυτόν τον λόγο ωνομαζόταν «εορτή των αζύ­μων για τον Κύριο»19.

«Παρασκευή τού Πάσχα» λοιπόν ή «πρώτη των αζύ­μων» ήταν μία και η αυτή, η προηγούμενη τού Πάσχα ημέρα, που άρχιζε στις 6.00 το απόγευμα της προηγουμένης, της Πέμπτης 13ης Νισάν. Άρα ο μυστικός Δείπνος που τε­λέσθηκε μετά την 6η απογευματινή ώρα της Πέμπτης, έ­πεφτε στις πρώτες ώρες της «Παρασκευής του Πάσχα» ή «πρώτης των αζύμων», 14ης Νισάν, και τελέσθηκε με έν­ζυμο άρτο. Παρασκευαζόταν βέβαια από τις πρώτες αυτές ώρες της Παρασκευής (απόγευμα Πέμπτης) ο άζυμος άρτος, αλλά καθ’ όλη την ημέρα αυτή της «Παρασκευής» δεν γινόταν τότε, ούτε και σήμερα γίνε­ται από τους Εβραίους χρησιμοποίησις των αζύμων, παρά μετά την δύσι τού ήλιου της («Παρασκευής») 14ης Νισάν, δηλαδή μετά την θρη­σκευτική έναρξι της ημέρας της 15ης Νισάν, που ήταν η κυρίως ημέρα της εορτής τού Πάσχα.

Ώστε ο μυστικός Δείπνος έγινε με ένζυμο άρτο, αφού, όταν έγινε αυτός, αναμφίβολα δεν είχαν τεθή ακόμη σε χρήσι τα άζυμα. Ο μυστι­κός Δείπνος λοιπόν έγινε στις αρχές της νύχτας της 13ης προς την 14η Νισάν, Πέμπτη βράδυ προς Παρασκευή. Δηλαδή έλαβε χώρα 24 ώρες πριν από τον εβραϊκό πασχάλιο δείπνο, ο οποίος γίνεται πάντοτε και αμετάθετα μετά την δύσι τού ήλιου της 14ης προς την 15η Νισάν. Έγι­νε λοιπόν 24 ώρες πριν από την έναρξι της χρήσεως των αζύμων, οπό­τε έγινε σ’ αυτόν χρήσις ένζυμου άρτου. Επομένως η θεία Ευχαριστία, που συνεστήθη από τον Κύριο στο τέλος τού Δείπνου εκείνου από τον άρτο που υπήρχε στο τραπέζι, συνεστήθη με ένζυμο άρτο20.

Αυτά, όσον αφορά τον εμβόλιμο στον Ιωάννη προσδιορισμό της ημέρας κατά την οποία έγιναν τα ανωτέρω21. Αλλά ας προχωρήσου­με στην συνέχεια της διηγήσεως.

Μόλις οι Εβραίοι αντίκρυσαν τον Ιησού «εκραύγασαν, θανάτω­σε τον, θανάτωσε τον, σταύρωσε τον» (Ιωάν. 19,15), επαναλαμβά­νοντας τις ίδιες όπως και προηγουμένως κραυγές με τις οποίες δήλω­ναν πόσο επείγονταν να επιταχύνουν την σταυρική θανάτωσι του Κυ­ρίου και πόσο αγανακτούσαν για τις παρελκύσεις τού Πιλάτου που την καθυστέρουσαν. «Τους λέγει ο Πιλάτος «τον βασιλέα σας να σταυρώ­σω»; (Ιωάν. 19,15). Η ερώτησις αυτή εκδηλώνει την τελευταία από­πειρα τού Πιλάτου για να αφαρπάση τον Ιησού από τα νύχια της λαϊκής μανίας. Επίσης κάτω από την ερώτησι υποδηλωνόταν ότι η βασιλική ιδιότητα τού Ιησού είτε πραγματική είτε προβαλλόμενη από αυτούς αποτελούσε δικό τους εσωτερικό ζήτημα —τον βασιλέα σας— δηλαδή υπόθεσι της Ιουδαϊκής μειονότητος, η οποία πρέπει να σέβεται τον εαυ­τό της, για να αξιώνη σεβασμό από την ρωμαϊκή αρχή.

Στην ερώτησι τού Πιλάτου δεν απαντά ο λαός αλλά οι αρχιερείς. «Αποκρίθηκαν οι αρχιερείς˙ «δεν έχουμε βασιλέα παρά τον Καίσαρα» (Ιωάν. 19,1 5). Συνέλαβαν το πνεύμα της ερωτήσεως τού Πιλάτου. Και διαστρεβλώνουν και πάλι τα πράγματα, όπως έπραξαν και προηγουμέ­νως. Την αντιποίησι δηλαδή της βασιλικής Ιδιότητος που οι ίδιοι απέδι­δαν στον Ιησού δεν την χαρακτηρίζουν σαν ιδιότητα και υπόθεσι ενδοεβραϊκή, αλλά σαν ιδιότητα που στρέφεται ενάντια στον αυτοκρά­τορα. Και δεν ανέχονταν να επιμένη ο Πιλάτος στο να χαρακτηρίζη τον Ιησού «βασιλέα των Ιουδαίων». Ωστόσο αυτόν τον χαρακτηρισμό οι ίδιοι επινόησαν, ότι δήθεν τον επρόβαλε ο Ιησούς για τον εαυτό του.

Και επανέρχονται πάλι στην ίδια πλαγία αλλά βαρύτατη απειλή εναντίον τού Πιλάτου, ότι η στάσις του στο προκείμενο ζήτημα αποτε­λεί απιστία προς τον αυτοκράτορα. Και αυτοί μεν τον σέβονται δήθεν σαν τον μόνο βασιλέα τους, ενώ εκείνος με την αδιαφορία του τον αφήνει έκθετο στον Ιησού που αντιποιείται βασιλική ιδιότητα. Ακούοντας για τρίτη φορά ο Πιλάτος το όνομα τού Καίσαρος υπέκυψε στον φόβο για την προσωπική του τύχη. Φοβήθηκε μήπως καταγγελθή σαν ένοχος τού βαρύτατου εγκλήματος απιστίας ή προσβολής προς το πρόσωπο τού αυτοκράτορα, όπως είπαμε πιο πάνω.

Στον προσωπικό του αυτό φόβο θυσιάζει και την δικαστική του συνείδησι και την διοικητική του εξουσία και το όλο γόητρό του σαν Ρωμαίου ηγεμόνος, και παραδίνει τον Ιησού για σταύρωσι, ενώ είχε πλήρη βεβαιότητα για την αθωότητά του και για το αξιοσέβαστο μεγα­λείο της προσωπικότητάς του. «Τότε λοιπόν τον παρέδωσε σ’ αυτούς για να σταυρωθή» (Ιωάν. 19,1 6). Χαρακτηριστική είναι σ’ αυ­τόν τον στίχο η λέξις «αυτοίς» (σ’ αυτούς), την οποία καθιστά ακόμη πιο χαρακτηριστική η αντίστοιχη διαφωτιστική έκφρασις τού ακριβολόγου Λουκά, «τον δε Ιησούν παρέδωσε στο θέλημά τους» (Λουκ. 23,25)

Πράγματι από τώρα και στο εξής δεν πρωτοστατούν στην σταύ­ρωσι Ρωμαίοι δήμιοι ή -επειδή τέτοιοι απουσίαζαν στην Παλαιστίνη -Ρωμαίοι στρατιώτες, αλλά Εβραίοι.

Οι στρατιώτες που εγνώριζαν τον τρόπο της σταυρικής εκτελέ­σεως, ενεργούν σαν καθοδηγητικά και εκτελεστικά όργανα των Εβραίων. Σ’ αυτό το ζήτημα είναι ομόφωνη και η γνώμη της Χριστιανι­κής παραδόσεως καθώς και η έκφρασις της Χριστιανικής τέχνης τόσο στις εικόνες της σταυρώσεως όσο και στην υμνογραφία.

Ήδη ο Απόστολος Πέτρος ομιλώντας την ημέρα της Πεντηκο­στής προς τους Εβραίους, τους κατηγορεί για τον θάνατο τού Ιησού: «Τον Ιησού που σάς παραδόθηκε τον εσκοτώσατε βάζοντας ανθρώ­πους άνομους να τον καρφώσουν στον σταυρό» (Πράξ. 2,23). Την ίδια κατηγορία τους την απευθύνει και αργότερα: «Τον αρχηγό της ζωής τον εφονεύσατε» (Πράξ. 3,15). Και αργότερα από άλλη αφορμή αποτείνε­ται ο Πέτρος «προς τους άρχοντες τού λαού και προς τους πρεσβυτέ­ρους του Ισραήλ» και λέγει για τον Ιησού: «…τον οποίον εσείς εσταυρώσατε» (Πράξ. 4:8,10). Το ίδιο είπαν και οι Απόστολοι αργότερα προς τους Εβραίους άρχοντες: «…τον οποίο εσείς εσκοτώσατε με κρέμασμα επάνω στον σταυρό» (Πράξ. 5,30). Το ίδιο και ο πρωτομάρτυς Στέφα­νος προς τους Εβραίους άρχοντες: «…του δικαίου, του οποίου εσείς γί­νατε προδότες και φονείς» (Πράξ. 7,52).

Έτσι έληξε η λεγομένη «δίκη τού Ιησού» μπροστά στον Πιλάτο. Αλλά όπως φαίνεται καθαρά από την όλη διήγησι των Ευαγγελίων, δεν πρόκειται για δίκη, αλλά για δικοφανή παρωδία, που διατελούσε έξω από κάθε δικονομική τάξι. Ούτε καν αναζητήθηκαν σύμφωνα με τον νόμο μάρτυρες υπερασπίσεως. Από το άλλο μέρος, δέχεται ο Πιλάτος, αντίθετα προς τον νόμο, σαν μάρτυρες κατηγορίας αυτούς τους εισ­αγγελείς της κατηγορίας.

Πρόκειται κυριολεκτικά για φονική εξέγερσι των Εβραίων εναντίον τού Ιησού που από καιρό εμελετάτο και προπαρασκευαζόταν, στην οποία έμπλεξαν και τον Πιλάτο με αποκλειστικό σκοπό τον σταυ­ρικό θάνατο τού Ιησού. Όσα διαδραματίσθηκαν ενώπιον τού Πιλάτου αποτελούν στην πραγματικότητα δραματικό διάλογο ανάμεσα σ’ αυτόν και τον όχλο που είχαν μεταξύ τους οξεία αντίθεσι και φιλονεικία γύρω από τον Ιησού. Ο μεν όχλος φανατίζεται από τους άρχοντές του που κινούνταν από φθόνο, και κατηγορεί χωρίς αιτία τον Ιησού για ανύπαρ­κτα θανάσιμα εγκλήματα˙ο δε Πιλάτος από τις ανακριτικές εξετάσεις του Ιησού που παρεμβάλλονταν σ’ αυτήν την διένεξι, τον κηρύσσει αθώο έξι φορές. Επτά φορές επρότεινε και προσπάθησε να τον απολύση. Και τέλος, αντίθετα προς κάθε έννοια δικαίου και ηθικής τάξεως, και παρά την δικαστική του συνείδησι, αφού εκφοβίσθηκε από τους Εβραίους, υποκύπτει. Και «χωρίς να κάνη καμμία εξέτασι, νομίζοντας ότι έτσι θα τους καλοπιάση» (Ιω. Χρυσόστομος), παραδίδει στις φονι­κές τους διαθέσεις τον Δίκαιο και Αναίτιο και Αθώο, χωρίς δίκη και χωρίς δικαστική απόφασι.

Να, πώς χαρακτηρίζουν την πράξι αυτή του Πιλάτου αι «Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων δια Κλήμεντος»22. «Ο Πιλάτος λοιπόν ντρό­πιασε την εξουσία με την ανανδρία του. Αυτός ο ίδιος αποδεικνύει τον εαυτό του ένοχο, αφού αντί το δίκαιο προτίμησε τα πλήθη. Από το ένα μέρος ωμολόγησε ότι αυτός (ο Ιησούς) είναι αθώος, και από το άλλο μέρος σαν ένοχο τιμωρίας τον παρέδωσε για σταύρωσι, αν και οι νόμοι των Ρωμαίων ώριζαν ότι κανείς δεν θανατώνεται χωρίς να γίνη δικα­στική εξέτασις».


1 Δηλαδή των Ευαγγελιστών Ματθαίου και Μάρκου (Σ.τ.έ.).

2 «Οι δε εκραύγασαν άρον άρον, σταύρωσον αυτόν. Λέγει αυτοίς ο Πιλάτος· τον βασιλέα υμών σταυρώσω»;

3 Ο Ευσέβιος Καισαρείας στο β’ μέρος της Εκκλησιαστικής του Ιστορίας (§ 1-3) αναφέρει:

«Όσα εβούιξαν σ’ όλους σ’ ολόκληρη την Παλαιστίνη για την εκ νεκρών ανάστασι τού Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, ο Πιλάτος τα ανεκοίνωσε στον βασιλέα Τιβέριο. Τον πληροφόρησε και για τις άλλες του θαυματουργίες και για το ότι μετά τον θάνατό του αναστήθηκε και από πολλούς ήδη πιστεύθηκε ότι είναι Θεός. Ο Τιβέριος το ανέφε­ρε στην Σύγκλητο, αλλά εκείνη απέρριψε την πρότασι, με φανερή αιτία ότι έπρεπε η ί­δια προηγουμένως να εξετάση… Η αληθινή όμως αίτια ήταν ότι η σωτήριος διδασκαλία τού θείου κηρύγματος δεν είχε ανάγκη της επιβεβαιώσεως και συστάσεως των ανθρώ­πων. Και η ρωμαϊκή Βουλή γι’ αυτήν την αιτία δεν δέχθηκε όσα αναφέρθηκαν για τον Σωτήρα μας, αλλά ο Τιβέριος διετήρησε την άποψι που είχε και δεν σκέφθηκε κάτι άσχημο και κακό εναντίον της διδασκαλίας τού Χριστού» (Σ.τ.ε)

4 Δηλαδή, «Το έγκλημα κατά της μεγαλειότητος ήταν το αποκορύφωμα όλων των κατηγοριών» ή σύμφωνα με άλλη μετάφρασι: «Το έγκλημα κατά της μεγαλειότητος ήταν συμπλήρωμα όλων των κατηγόρων» (Σ.τ.έ.).

5 Ιωσήπου III. 2. 16. 3. 2.17.6. ΙΑ. 20. 8. 11.

6 Ιωσήπου ΙΑ, 18, 2, 3: «Πολύ είχε προχωρήσει στην φιλία με τον Τιβέριο» γι’ αυτό και έχτισε «πόλι που της έδωσε το όνομά του, Τιβεριάδα, εποικίζοντάς την με τους πιο εκλεκτούς της Γαλιλαίος, στην λίμνη της Γεννησαρέτ».

7 Πρόκειται για προηγούμενο τμήμα κεφαλαίου που βρίσκεται στις σελ. 506-525 τού μνημονευθέντος έργου· «Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης, εξ απόψεως παγκοσμίου και πανθρησκειακής» (Σ.τ.έ.).

8 L. Fillion, Femme de Pilate, Εύαγγέλιον Νικόδημου, 2, στο F. Vigouroux, Dictionnaire de la Bible, τόμ. 5ος, Παρίσι 1912.

9 Ο Πιλάτος μετά την σταύρωσι τού Κυρίου γνώρισε πολλές θλίψεις και περιπέ­τειες. Έπεσε στην δυσμένεια τού Ρωμαίου αυτοκράτορα και τελείωσε την ζωή του στην Βιέννη της Γαλλίας με αυτοκτονία. Ο Ιστορικός Ευσέβιος στο δεύτερο βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας (κεφ. 7) αναφέρει: «Ο Πιλάτος κατά τους χρόνους τού Γαΐου [δηλ. τού Καλιγούλα] λέγεται ότι περιέπεσε σε τόσες συμφορές, ώστε να αναγκασθή να γίνη φονεύς τού εαυτού του και με αυτοκτονία να τιμωρήση τον εαυτό του, διότι όπως φαίνεται η θεία δίκη δεν άργησε να τον συλλάβη».

10 Αντιστοιχεί στις σελ. 284-374 και φέρει τον τίτλο, «η ποινή της σταυρώσεως» (Σ.τ.ε).

11 Στο έργο τού Φίλωνος, «Εις Φλάκκον 6, ο. 522. Μ., 37-38, αναφέρεται η διακωμώδησις κάποιου παράφρονος Καραβά σαν βασιλέως: «Αφού τον τράβηξαν τον άθλιο μέχρι το γυμναστήριο και αφού τον έστησαν ψηλά για να φαίνεται καλά από όλους, πλάτυναν έναν πάπυρο και τού τον έβαλαν στο κεφάλι για στέμμα, περιέβαλαν το υπόλοιπο σώμα του μ’ ένα στρωσίδι αντί για βασιλικό μανδύα, και αντί για βασιλική ράβδο τού έδωσε κάποιος ένα τμήμα από ντόπιο πάπυρο που είδε πεσμένο στον δρό­μο. Όταν όπως στα θέατρα φόρεσε και τα βασιλικά παράσημα και στολίσθηκε σαν βασιλεύς, στάθηκαν δεξιά και αριστερά του νεαροί που μιμούνταν τους δορυφόρους, ο όποιοι αντί για λόγχες έφεραν στους ώμους ραβδιά. Έπειτα προσέρχονταν, άλλοι δή­θεν να τον χαιρετήσουν, άλλοι για να δικασθούν και άλλοι για να συνεννοηθούν για τις δημόσιες υποθέσεις».

12 Χλαμύδα είναι ο κοντός μανδύας (Σ.τ.έ.).

13 Ιμάτιο είναι το εξωτερικό ένδυμα. το επανωφόρι (Σ.τ.ε.).

14 Αυτό αναφέρεται στις σελίδες 556-557 της «Ιστορίας της εποχής της Κ. Δια­θήκης…» (Σ.τ.έ.).

15 Στο χωρίο τού Λευιτικού, 24,1 6 αναφέρεται: «Οποίος βλασφημήση το όνομα τού Κυρίου, εξάπαντος θα θανατωθή· με λίθους θα τον λιθοβολήσουν». Το ότι ο Ιησούς ισχυριζόταν ότι είναι Υιός Θεού, αυτό αποτελούσε την βλασφημία. Εδώ η ποινή προβλέπει λιθοβολισμό. ΟΙ Εβραίοι όμως ήθελαν τον σταυρικό θάνατο. Ακόμη, σύμ­φωνα με τον νόμο τους, στον λιθοβολισμό, τις πρώτες πέτρες έπρεπε να τις πετάξουν oι μάρτυρες. Στην δίκη τού Κυρίου μεταξύ των μαρτύρων παρουσιάσθηκε ασυμφωνία (Σ.τ.έ.).

16 Αυτό καλύπτει τις σελ. 764-827, δηλαδή 63 σελίδες, μεγάλου σχήματος και με μικρά γράμματα που μπορούν να αποτελέσουν ξεχωριστό Βιβλίο (Σ.τ.έ.).

17 Πανδέκτες ή Digesta θα πη συλλογή αποσπασμάτων κωδικοποιημένων διατάξεων από συγγράμματα Ρωμαίων νομομαθών (Σ.τ.έ.).

18 Ο τίτλος “amicus Caesaris» (=φίλος τού Καίσαρος) ήταν επίσημος τίτλος των εμπίστων τού αυτοκράτορα. Ανάκλησις αυτού τού τίτλου σήμαινε άρσι της εμπιστοσύ­νης τού αυτοκράτορα από αυτούς που τον έφεραν… Πρβλ. Αρριανού, Των Επικτήτου διατριβών, 4,1,8: «Αλλά και συγκλητικός είμι και Καίσαρος φίλος…» – 4, 1, 95: «Τι ποιήσω: φίλος έσομαι Καίσαρος».

19 Λευϊτ. 23,6. Ώστε λοιπόν «πρώτη των αζύμων» ήταν η 14 Νισάν, ή «Παρασκευή τού Πάσχα», ή προηγουμένη τού Πάσχα, κατά την οποία παρασκευάζονταν τα άζυμα. Και «εορτή των αζύμων» ήταν η 15η Νισάν, η πρώτη ημέρα τού Πάσχα, κατά την οποία άρχιζε η χρήσις των αζύμων.

20 Από την σύγκρισι των χωρίων Ματθ. 26,26-29, Ιωάν. 13, 26-27 και παραλ­λήλων προς το Έξοδ. 12, 8-12 αποδεικνύεται και ότι κατά τον μυστικό Δείπνο δεν πα­ρατέθηκε πασχαλινό αρνί ούτε ήταν δυνατό να παρατεθή, αφού η σφαγή του έπρεπε να γίνη μετά 24 ώρες.

21 Η άποψις αυτή για το εμβόλιμο των προτάσεων, «ην δε Παρασκευή τού Πάσχα, ώρα δε ωσεί έκτη» δεν γίνεται δεκτή από όλους τους ερμηνευτές. Άλλωστε στην χειρόγραφη παράδοσι τού κειμένου τού Ιωάννου μαρτυρούνται αυθεντικώτατα oι προτάσεις. Ερμηνευτές τού δ’ μ.Χ. αιώνος ισχυρίζονται ότι το «ώρα έκτη», πρέπει να διαβασθή «ώρα τρίτη». Ο εκκλησιαστικός Ιστορικός Ευσέβιος σημειώνει κάτι αξιοπρό­σεκτο, που και άλλοι αρχαίοι ερμηνευτές το δέχονται: Έχει γίνει λάθος αντιγραφικό. Το Τρίτο γράμμα τού Ελληνικού αλφαβήτου, κεφαλαίο φυσικά — τότε μόνο η μεγαλογράμματη γραφή εχρησιμοποιείτο — που δηλώνει την τρίτη ώρα κατέληξε από γάμμα (Γ’) να γίνη στίγμα ή επίσημον ή γαβέξ που σημαίνει έκτη ώρα. Η υπόθεσις αυτή έχει υπέρ εαυτής το γεγονός ότι τα δύο στοιχεία ομοιάζουν πολύ και εύκολα παραπλανούν τον αντιγραφέα — «κυρτωθείσης της αποτεταμένης εις μήκος ευθείας εις την τού επι­σήμου μεταχωρήσαι σημασίαν…» (Σωτήρος Αντιοχείας). Σύμφωνα με άλλη άποψι oι ώρες 9.00 π.μ. έως 12.00 μ. αποτελούσαν για το Ιουδαϊκό ημερολόγιο το δεύτερο ημερινό τρίωρο, που άρχιζε με την τρίτην ώρα (την δική μας 9ην π.μ.)· και λέγοντας τρίτη ώρα εκάλυπταν όλο το δεύτερο αυτό τρίωρο (Σ.τ.έ.).

22 Το σύγγραμμα αυτό δεν έχει καμμίαν σχέσι με τον Κλήμεντα Ρώμης, αν και φέρει το όνομά του. Αποτελείται από οκτώ βιβλία που περιέχουν διατάξεις αναφερόμε­νες σε ζητήματα εκκλησιαστικής οργανώσεως, ευταξίας, λατρείας και δικαιοσύνης. Πε­ριέχουν βέβαια προγενέστερο υλικό, αλλά εμφανίσθηκαν και πήραν την τελική τους διαμόρφωσι, περί τα τέλη τού δ’ μ.Χ. αιώνος. Το όγδοο βιβλίο στηρίζεται σε μεγάλη έκτασι σε σπουδαιότατο κείμενο που γράφθηκε περί το 217 μ.Χ. δηλαδή στην λεγομένη «Αποστολική Παράδοσι» έργο τού Ιππολύτου Ρώμης (Σ.τ.έ.).

Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλης (1940-2009)
Από το βιβλίο: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Πηγή: impantokratoros.gr

 

Follow us

Ακολουθήστε μας στα κοινωνικά δίκτυα