Advertisements
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ NEWS

Της προδοσίας το φίλημα

Ιούδας
Π. Β. Πάσχος: Της προδοσίας το φίλημα
Advertisements

Ο Ιούδας είναι από τα πιο δύσκολα πρόσωπα για τη ζωγραφική. Το ίδιο και για την λογοτεχνία. Ποιος μπορεί να ζωγραφίσει το πρόσωπο, που απαρνήθηκε με την πιο αισχρή φιλαργυρία που είδε ποτέ ο κόσμος τον ευεργέτη του και πρόδωσε το Θεό του;

Πώς να ζωγραφίσει κανείς την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του κακού μαθητή, προς τον αγαπημένο Διδάσκαλο; Πώς να συλλάβει τη συνταρακτική πάλη, που γίνεται μέσα στην καρδιά ενός διαλεγμένου μαθητή του Χριστού; Πώς να χωρέσει νους ανθρώπου τέτοιο τόλμημα σατανικό, να παζαρέψει δηλαδή ο μαθητής την τιμή του ατίμητου Διδασκάλου σε τριάντα αργύρια;

Πώς δεν έπεσε φωτιά να κάψει τον καταραμένο προδότη, την ώρα που πήγε να δώσει της προδοσίας το φίλημα; Με τι θάρρος και με τι πρόσωπο, άπλωσε τα μακρά χέρια του και τα χείλη του, να φιλήσει το πανάγιο πρόσωπο του Χριστού; Μήπως αντί για καρδιά, είχε μαζωμένο δηλητήριο από κάποια φαρμακερή οχιά; Μήπως αντί για λογικό, είχε κατασκηνωμένες μέσα του λεγεώνες ολόκληρες από δαίμονες; Είναι ν’ απορεί ο νους του ανθρώπου, όταν σκέφτεται αυτόν τον μαθητή του Χριστού, που έδωκε της προδοσίας το φίλημα. Και αυτήν την απορία του, φυσικό είναι να θέλει να τη λύσει, διαβάζοντας όσα γράφτηκαν για τον Ιούδα, που δεν είναι και λίγα. Διηγήματα, μυθιστορήματα, δράματα, ποιήματα, ψυχολογικές και φιλοσοφικές μελέτες, άπειρα έχουν γραφτεί πάνω στο θέμα Ιούδας.

Επειδή όμως, όπως σημειώσαμε ήδη, είναι από τα δυσκολότερα πρόσωπα, που μπορεί κανείς να ζωγραφίσει ή να αναλύσει, τα ως τα δώρα δοσμένα «Ιουδογραφήματα», μακριά απ’ το να εξαντλούν το θέμα, προσφέρουν τ’ αποτελέσματα από τις προσωπικές απόπειρες του καθενός, να πλησιάσει και ν’ αποδώσει την πνευματικά τερατώδη μορφή του Ιούδα. Δεν είναι σκόπιμο, λοιπόν, ν’ ασχοληθούμε εδώ για το πώς είδε ο τάδε ή ο δείνα συγγραφέας τον Ιούδα· αν και μερικοί απ’ αυτούς -όπως π.χ. ο πολυγραφότατος Αρχιμ. π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος, στην τελευταία εξαίρετη μελέτη του για το «πρόβλημα του Ιούδα»- έχουν να μας πούνε σπουδαία πράγματα πάνω στο θέμα αυτό. Εμείς θα προσπαθήσουμε να ιδούμε τον προδότη μαθητή, σε σύντομες και αδρές γραμμές, με σύμβουλο και οδηγό τα πατερικά και τα υμνολογικά κείμενα της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Καταλαβαίνει απ’ αυτό κανείς, πως δεν μας παρακινεί ψυχολογική ή φιλολογική περιέργεια, μα ένας πόθος πνευματικός: να γνωρίσουμε έναν πεπτωκότα, για να μη πέσουμε κ’ εμείς. Κι ας μην πει κανείς, πως δεν μπορεί να ξαναγίνει ένας δεύτερος Ιούδας, πως δεν υπάρχει δηλ. πνευματικός κίνδυνος για μας, να μοιάσουμε τον Ιούδα, μια που ο Χριστός βρίσκεται στους Ουρανούς, και πως δεν είναι μπορετό σε μας ούτε να τον προδώσουμε, ούτε να του δώσουμε της προδοσίας το φίλημα. Για να αποφύγω την πιθανή παρεξήγηση, θα δώσω τον λόγο στον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο οποίος σ’ ένα σχετικό με τον Ιούδα κείμενο, σημειώνει αυτά-εδώ τα βαρυσήμαντα λόγια: «Ἄμποτε νὰ μὴ μιμηθῶμεν τὸν προδότην Ἰούδαν, ἀλλὰ νὰ ἀποστρεφώμεθα τὴν τούτου κακότροπον γνώμην! Μιμηταί τοῦ προδότου Ἰούδα εἶναι, ὅσοι Ἀρχιερεῖς διὰ τὰ ἀργύρια προδίδουν τὰ χαρίσματα τοῦ Αγίου Πνεύματος εἰς τοῦς ἀνάξιους. Μιμηταί τοῦ Ἰούδα εἶναι, ὅσοι Πνευματικοί διὰ τὰ ἀργύρια συγχωροῦν τὰς ἁμαρτίαις τῶν ἀνθρώπων ἐν τῇ ἐξομολογήσει. Μιμηταί τοῦ Ἰούδα εἶναι, ὅσοι διὰ φόβον τῶν ἀνθρώπων ἀρνοῦνται τὰ δόγματα τῆς Πίστεως, καὶ ὅσοι παραβαίνουν τοὺς Αποστολικούς, Συνοδικούς και Πατερικούς Κανόνας καὶ τὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας· καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν μιμηταί τοῦ Ἰούδα εἶναι, ὅσοι ἀρνοῦνται τὴν ἀλήθειαν φανερά καὶ μὲ πεῖσμα· ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός, ὁ εἰπών:

“Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή”. Κάμνω τέλος καὶ λέγω μὲ τὸν θεοφόρον Μάξιμον: μιμητής τοῦ Ἰούδα εἶναι, ὅς τὶς προδίδει τὸν ὀρθὸν λόγον εἰς τὰ ἄλογα πάθη καὶ κατ’ ἐνέργειαν ἁμαρτάνει· οὕτω γάρ φησιν· “εἰ τοῦ Θεοῦ ὀνομάζεσθαί τε καὶ εἶναι ἐφιέμεθα, ἀγωνισώμεθα μὴ προδοῦναι πάθεσι τὸν λόγον, κατὰ τὸν Ἰούδα· προδοσία γὰρ ἡ κατ’ ἐνέργειαν ἐμπρόθετος ἁμαρτία καὶ ἡ πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ὁρμή”. Ἐὰν λοιπὸν ἡμεῖς μιμοῦμεθα μὲν τοὺς ἐναρέτους καὶ τὰς ἀρετάς, ἀποστρεφώμεθα δὲ τοὺς καὶ τὰς αὐτῶν κακίας, βέβαια θέλομεν λυτρωθῆ τοῦ πυρὸς τῆς γεένης, τῆς ἡτοιμασμένης τῷ ἀθλίῳ Ἰούδᾳ, καὶ μέλλομεν νὰ ἐπιτύχωμεν τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὑπὲρ ἡμῶν ἐρχομένου εἰς τὸ ἑκούσιον πάθος». Και είναι βέβαια γνωστό, πως όσο είναι δύσκολο να μιμηθεί κανένας τα άγια παραδείγματα των ενάρετων, άλλο τόσο δύσκολο είναι ν’ αποφύγει την επίδραση των αμαρτωλών παραδειγμάτων, τα οποία στην εποχή μας φαίνονται σαν κοινωνικές αρετές, από πολλούς, αξιοζήλευτες. Να γιατί, παρ’ όλες τις δυσκολίες του και παρ’ όλες τις απωθητικές πλευρές του, το θέμα του Ιούδα, θα έχει πάντοτε και για τον καθένα μας, μια συγκλονιστική επικαιρότητα και ένα απίστευτα μεγάλο ενδιαφέρον.
Της προδοσίας το φίλημα


Η υμνογραφία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το έχουμε σημειώσει και άλλοτε αυτό, υπομνηματίζει και ερμηνεύει, κατά τον ποιητικότερο και πνευματικότερο τρόπο, τα σχετικά Ευαγγελικά κείμενα. Τα περισσότερα τροπάρια έχουν για πηγή τους -μετά την αγία Γραφή, φυσικά- Πατερικούς ερμηνευτικούς ή πανηγυρικούς λόγους, απ’ τους οποίους χρησιμοποιούν αυτούσια αποσπάσματα, συνταιριάζοντάς τα στα ανάλογα ποιητικά μέτρα. Αυτό, ακριβώς, έδωκε αφορμή στους υμνογράφους να μιμηθούν και στην προκείμενη περίπτωση, ως ένα σημείο, τους εκκλησιαστικούς ρήτορες, που, για ψυχολογικούς λόγους μα και βαθιά πνευματικούς, εξετάζουν παράλληλα τα πρόσωπα της Πόρνης, «τῆς ἀλειψάσης μύρῳ τὸν Κύριον», και του Ιούδα. Έτσι, ακούμε αυτές τις ημέρες στην Εκκλησία τα τροπάρια, απ’ τη μια μεριά να μακαρίζουν την αμαρτωλή γυναίκα, που μετανόησε για τον αισχρό βίο της κι ανέβηκε στον Παράδεισο, κι απ’ την άλλη να ελεεινολογούν και να λένε τα σκληρότερα λόγια για τον Ιούδα. Και αυτό βέβαια, κατά το νόμο των αντιθέσεων, ασκεί μεγάλην επίδραση στην καρδιά πρώτα του ανθρώπου, και ύστερα και στο λογικό σιγά-σιγά. Γιατί, αν δεν αρχίσει να εξαγιάζεται η καρδιά, το μυαλό μας δεν μπορεί να σκέφτεται και ν’ αποφασίζει το σωστό, το ορθό και το καλό.

Είναι κλασικό στο είδος των παραλληλισμών αυτών το γ΄ τροπάρι από τους Αίνους της Μ. Τετάρτης, που ψάλλεται στον α΄ ήχο:

Ὅτε ἡ ἁμαρτωλὸς προσέφερε τὸ μύρον,

τότε ὁ μαθητής συνεφώνει τοῖς παρανόμοις·

ἡ μεν ἔχαιρε κενοῦσα τὸ πολύτιμον,

ὁ δὲ ἔσπευδε πωλῆσαι τὸν ἀτίμητον·

αὕτη τὸν Δεσπότην, ἐπεγίνωσκεν,

Advertisements

οὖτος τοῦ Δεσπότου ἐχωρίζετο·

αὕτη ἠλευθεροῦτο,

καὶ ὁ Ἰούδας δοῦλος ἐγεγόνει τοῦ ἐχθροῦ.

Δεινὸν ἡ ρᾳθυμία, Μεγάλη ἡ μετάνοια!..

Στον ίδιο τύπο, συνεχίζει και το επόμενο τροπάρι: «Ὤ, τῆς Ἰούδα ἀθλιότητος! Έβλεπε την πόρνη να καταφιλεί τα πόδια σου, Κύριε, και κείνος σκεφτόταν με δόλο, πώς θα σού δώσει της προδοσίας το φίλημα. Εκείνη, ξεπλέκοντας τις πλεξούδες των μαλλιών της και σφουγγίζοντας μ’ αυτά τα μυρωμένα πόδια σου, ξέφυγε απ’ τα δίχτυα της αμαρτίας· και κείνος με το θυμό και το φθόνο του, δενόταν πιο σφιχτά, μέχρι πνιγμού, στα δίχτυα του σατανά· γιατί ο φθόνος του ’χε θολώσει το λογικό και δεν μπορούσε να ιδεί το πραγματικό συμφέρον του…». Στο γ΄ τροπάρι της η΄ ωδής της Μεγ. Πέμπτης, ο ποιητής παρουσιάζει τον Ιούδα ως επιλήσμονα και αυτού του νόμου της φιλίας, που έχουν οι άνθρωποι από φυσικού τους: «Ξέχασε και το νόμο της φιλίας ο δυσώνυμος Ισκαριώτης· και τα πόδια εκείνα, που πριν λίγο του τα ένιψε ο Χριστός, αυτός τα ετοιμάζει για να τρέξει να τον προδώσει…».

Εδώ αξίζει να θυμηθούμε τα περίφημα λόγια του ρήτορα της Τουρκοκρατίας Αθαν. Βαρούχα: «Καὶ τότε ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν Τράπεζαν (ὁ Χριστὸς) καὶ βάνει νερὸν εἰς τὴν λεκάνην, καὶ ἄρχισε νὰ πλύνῃ τὰ πόδια τῶν μαθητῶν καὶ νὰ τὰ σφογγίζῃ μὲ τὸ μανδήλιον, ὁποὺ ἐζώσθη. Καὶ τοῦτο τὸ ἔκαμε, διὰ νὰ τοὺς δείξῃ μὲ τὸ ἔργον τὴν ταπείνωσιν. Καὶ ἄρχισε, καθὼς λέγει ὁ Χρυσόστομος, ἀπὸ τὸν Ἰούδα. Ἄρχισεν ἀπ’ αὐτόν, διὰ νὰ μᾶς δώσῃ παράδειγμα νὰ ἀγαποῦμεν τοὺς ἐχθρούς μας καὶ νὰ τοὺς κάμνωμεν καλὸν καὶ νὰ τοὺς προσκυνοῦμεν καὶ νὰ τοὺς ὑποφέρωμεν εἰς τὰ κακὰ ὁποὺ μᾶς κάμνουσιν. Ὦ. Θεέ μου Πολυέλεε, πᾶσα σου πρᾶξις εἶναι μεγάλη καὶ κάθε σου ἔργον εἶναι ὑπερθαύμαστον, Ἰησοῦ μου γλυκύτατε. Ὅμως, ἡ ἄπειρος ταπείνωσις ὁποὺ ἔδειξες σήμερον εἰς τὸν Ἰούδαν, περισσεύει τὸν νοῦν τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων… Ἐσύ, Κύριέ μου, γονατιστός εἰς τὰ πόδια ἐνὸς Ἰούδα προδότου; Ἐσὺ νὰ σκύπτῃς τὴν κεφαλὴν νὰ πλύνῃς μὲ τὰ χέρια σου, ὁποὺ στάζουν τὸν Ἥλιον, τὰ βρωμερά του πόδια τοῦ βρωμόψυχου; Ἐσὺ νὰ φιλῇς μὲ τὰ ἅγια καὶ μελιστάλακτά σου χείλη τὴν σιχαντερὴν σάρκα τοῦ προδότου;… Νὰ ὑπηρετῇς ἕνα μαγαρισμένον σκουλήκι τῆς γῆς; Ἕναν προδότην φιλάργυρον; Ἕναν ἀποστάτην ἄπιστον καὶ χειρότερον ἀπὸ τὸν διάβολον; Ὁποὺ τὸν ἔκαμες μαθητήν σου, ὁποὺ τὸν ἐκάθιζες εἰς τὸ τραπέζι σου, ὁποὺ ἄκουε κάθε ἡμέραν μὲ τοὺς ἄλλους μαθητὰς τᾶ λόγια σου, καὶ μὲ τὸν λαὸν τὶς διδαχές σου καὶ ἔβλεπε μὲ τὰ μάτια του τὰ θεῖα σου θαυμάσια; Τέτοιας λογῆς τυφλώνει ἡ ἀχαριστία τὸν κακὸν πεισματάρην ἄνθρωπον!»

Όλα σχεδόν τα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδος, και ιδιαίτερα της Μεγ. Τετάρτης και της Μεγ. Πέμπτης, έχουν σύντομες και πικρές ποιητικές αναφορές, στον «δόλιον» Ιούδα, τον «μαθητὴν καὶ ἐπίβουλον», τον «φίλον καὶ διάβολον», ο οποίος «τὸ τῆς φιλοπτωχίας κρύπτει προσωπεῖον καὶ τῆς πλεονεξίας ἀνακαλύπτει τὴν μορφήν». Τώρα πια δεν νοιάζεται ο Ιούδας για το μύρο της πόρνης, που έλεγε να το πουλήσουν -αντί να χυθεί στα πόδια του Διδασκάλου- και να μοιράσουν τα χρήματα στους πτωχούς (δηλ. να μπουν τα λεφτά στο «γλωσσόκομον», που αυτός κρατούσε, και να κλέψει έτσι τα χρήματα). Τώρα πουλάει το ουράνιο μύρο, το Χριστό, και παίρνει τα αργύρια που ποθεί. Κ’ εδώ είναι ένα σημείο, που πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα όλοι οι χριστιανοί, που θέλουμε να λέμε πως πράττουμε και ενεργούμε σαν χριστιανοί. Πρόκειται για το β΄ και το γ΄ τροπάριο των αποστίχων της Μεγ. Πέμπτης, όπου γίνεται εντονότερα λόγος για τη φιλαργυρία του Ιούδα – μα, μόνο τον Ιούδα έριξε στην αμαρτία η φιλαργυρία; Λέγει λοιπόν το β΄ τροπάρι (και τα δύο ψάλλονται στον πλάγιο δ΄ ήχο): «ἡ γὰρ λύσσα τῆς φιλαργυρίας, κατὰ τοῦ ἰδίου Δεσπότου μαίνεσθαι ἐποίησεν αὐτὸν».

Και συνεχίζει το γ΄: «Ὁ τρόπος σου δολιότητος γέμει, παράνομε Ἰούδα· νοσῶν γὰρ φιλαργυρίαν, ἐκέρδησας μισανθρωπίαν· εἰ γὰρ πλοῦτον ἠγάπας, τὶ τῷ περὶ πτωχείας διδάσκοντι ἐφοίτας; εἰ δὲ καὶ ἐφίλεις, ἵνα τὶ ἐπώλεις τὸν ἀτίμητον, προδιδοὺς εἰς μιαιφονίαν; Φρίξον ἥλιε, στέναξον ἡ γῆ κ.λπ.». Εδώ, το τροπάρι αυτό, επιδέχεται αναλύσεις και προεκτάσεις, που θα μας έφερναν αντιμέτωπους με πολλούς φιλάργυρους, όχι του Μολιέρου, αλλά οπαδούς του Χριστού. Και είναι, δυστυχώς, κανόνας, πως, όποιος και να ’σαι, ότι έργο και να κάνεις -από το πιο ταπεινό μέχρι το πιο άγιο- άμα έχεις το σαράκι της φιλαργυρίας, θα γίνεις οπωσδήποτε «μισάνθρωπος», κατά το λόγο του υμνογράφου: «νοσῶν φιλαργυρίαν ἐκέρδησας μισανθρωπίαν». Θα πείτε, πως αυτό είναι ένα κοινωνικό θέμα. Ναι, αλλά στη βάση του είναι ηθικό και πνευματικό. Και μπορεί οι σημερινοί φιλάργυροι να μη σκοτώσουν ή να μην προδίδουν, όπως ο Ιούδας, πάντοτε, αλλά έχουν χίλιους δύο τρόπους να κλέβουν τον αγιασμένο ιδρώτα του άλλου, για να τον βάλουν στον κορβανά της αδικίας. Ο φιλάργυρος δεν πρέπει να λέγεται ούτε καν χριστιανός. Γιατί, με τη φιλαργυρία του γίνεται μισάνθρωπος.

Κι όποιος δεν έχει την αγάπη για τον άνθρωπο, έχει το δικαίωμα να λέγεται χριστιανός; «Όλα τα κακά», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «η φιλαργυρία τα γεννάει· η ρίζα όλων των κακών, που σκοτεινιάζει τις ψυχές μας και τους ίδιους τους νόμους της φύσεως, και μας βγάζει απ’ τα συλλοϊκά μας, και δεν αφήνει μήτε φιλία, μήτε συγγένεια, μήτε τίποτ’ άλλο να θυμόμαστε. Αλλά μια και σακατέψει τα μάτια της ψυχής, μας βάζει να περπατάμε μέσα στο σκοτάδι». Κι αλίμονο σε κείνους, που κοιμούνται μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι όπου τους έχει ρίξει η φιλαργυρία, και δεν βλέπουν την άπειρη φτώχια και τον άπειρο πόνο, που είναι γύρω τους. Και περηφανεύονται, πως είναι χριστιανοί με όλα τα αγαθά τους και τις ανέσεις τους και με μπόλικη και ασταμάτητη αγωνία να μαζέψουνε χρήματα, ν’ αυξήσουνε τα κεφάλαιά τους… Πόσους σύγχρονους Ιούδες δεν θα εύρισκε κανείς, αν μετρούσε τους φιλάργυρους της εποχής μας, με την «μετά βίας» κρυπτόμενη «μισανθρωπία»…


Αλλά η ευσπλαχνία του Χριστού, είναι μεγαλύτερη κι απ’ τους μεγαλύτερους φιλάργυρους και τους χειρότερους προδότες. Και δεν χρειάζεται, παρά να ιδεί τη «μεγάλη μετάνοια» και την εξανάσταση από τον ύπνο της «δεινής ραθυμίας» ο Χριστός, για να μας πάρει πάλι κοντά του, να μας καθίσει στο τραπέζι του, να πλύνει τα αμαρτωλά πόδια μας. Κι ο Ιούδας ακόμη ο Ισκαριώτης, αν δεν γινόταν τόσο γλήγορα δήμιος του εαυτού του με την αγχόνη, κρίνοντας ασυγχώρητη την αμαρτία του, και επέστρεφε και παρακαλούσε με συντριβή να τον λυπηθεί και να τον ελεήσει ο Χριστός, είναι αδύνατον να μην κέρδιζε τη σωτηρία του μέσα στην ευσπλαχνία και το έλεος του Θεού, λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης.

Η μορφή και η πράξη του Ιούδα είναι ένα σκοτεινό σημάδι, που σημαδεύει την προδοσία και τη φιλαργυρία, είτε στο δεσπότη παρουσιάζεται, είτε στο δούλο, είτε στο αφεντικό, είτε στον υπάλληλο. Αν δεν διώξουμε αυτό το σημάδι από πάνω μας, από μέσα μας, τα πάντα γίνονται φιλολογία, ανάλογα με τις περιστάσεις, και οι θρησκευτικές μας γιορτές υποκριτικές γραφικότητες και τουρισμός. Μακάρι εφέτος ο Ιούδας να μας διδάξει πως ν’ αποφεύγουμε τη φιλαργυρία και τις προδοσίες των αρχών μας και του νόμου του Θεού, για να γιορτάσουμε πνευματικότερα τα άγια Πάθη του και την ένδοξή του Ανάσταση.

 

Π. Β. Πάσχος, Έρως Ορθοδοξίας, εκδ. Ε΄ Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2006.