ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ NEWS

Άρθρο του Οικουμενικού Πατριάρχου στο περιοδικό της Μητροπόλεως Λαρίσης

Οικουμενικός Πατριάρχης: Συγχαρητήρια επιστολή στον Στέφανο Κασσελάκη
Είναι μεγάλη τιμή για το περιοδικό μας να ξεκινά το νέο τεύχος του, αφιερωμένο στην κλιματική αλλαγή και στο οικολογικό πρόβλημα, με κείμενο του Παναγιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου.

Άρθρο της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος

του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου

Είναι μεγάλη τιμή για το περιοδικό μας να ξεκινά το νέο τεύχος του, αφιερωμένο στην κλιματική αλλαγή και στο οικολογικό πρόβλημα, με κείμενο του Παναγιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου.

Είμεθα ευγνώμονες, όπως αναφέρει και ο εμπνευστής και αυτού του τεύχους Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Ιερώνυμος, προς το πρόσωπο του Πατριάρχου, διότι είναι εκείνος ο οποίος πρωτοστάτησε και πρωτοστατεί, ώστε το οικολογικό πρόβλημα να περιλαμβάνεται στις προτεραιότητες της μαρτυρίας της Ορθόδοξης πίστης στον 21ο αιώνα.

Προδημοσιεύουμε λοιπόν το κείμενο αυτό, με την ευκαιρία της 5ης Ιουνίου, της παγκόσμιας ημέρας για το περιβάλλον, ώστε να μοιραστούμε τον προβληματισμό του Οικουμενικού μας Πατριάρχου, ο οποίος εκφράζει, με τον πάντοτε δυναμικό και γλαφυρό λόγο του, την αυθεντική ορθόδοξη προοπτική στο ζήτημα.

 

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ
Η ΣΟΒΟΥΣΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΣΙΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΦΙΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ὁεἰκοστός αἰών ἔχει χαρακτηρισθῇ ὡς «ὁ πιό βίαιος αἰών τῆς ἱστορίας», τόσον ἐν σχέσει πρός τήν ἄσκησιν βίας τοῦ ἀνθρώπου πρός
τόν συνάνθρωπον, ὅσον καί ἀναφορικῶς πρός τήν πρωτοφανῆ ὠμότητα τοῦ
ἀνθρώπου πρός τήν φύσιν, πρός τήν ἀτμόσφαιραν, τόν ὑδροφόρον ὁρίζοντα,
τούς ποταμούς, τάς λίμνας καί τάς θαλάσσας, τήν πανίδα καί τήν χλωρίδα.
Εἶναι ἀπολύτως βέβαιoν, ὅτι τοιαύτης καταστροφικῆς συμπεριφορᾶς προηγεῖται μία ἐσωτερική κρίσις, μία «ἀνατροπή τῶν ἀξιῶν», μία πνευματική καί
ἠθική, νοητική καί συναισθηματική κατολίσθησις. Ὁ George Steiner γράφει ὅτι
κατά τόν 20όν αἰῶνα, ὁ ἄνθρωπος «μίκρυνε σέ σαρωτική κλίμακα», ὅτι «ὑποβαθμίστηκε τό ἐπίπεδο τῆς ἀνθρωπότητος»1
.
Ἀναμφίβολα, τό φυσικόν περιβάλλον ἀπειλεῖται σήμερα ὅσον ποτέ ἄλλοτε
εἰς τήν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος. Ὅπως ἔχει λεχθῆ, εἰς τήν ἐποχήν μας
ἐκτυλίσσεται ἕνας «τρίτος παγκόσμιος πόλεμος» κατά τῆς φύσεως. Αἱ ἐπιπτώσεις τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως δέν γνωρίζουν σύνορα κρατῶν καί πολιτισμῶν, θίγουν δέ τούς ὅρους ἐπιβιώσεως ὄχι μόνον τοῦ ἀνθρωπίνου γένους
ἀλλά καί τῆς ζωῆς γενικῶς εἰς τόν πλανήτην γῆ. Δυστυχῶς, παρά τά οἰκολογικά κινήματα, τάς διεθνεῖς καί κρατικάς ἀποφάσεις καί διακηρύξεις, τά ἐπιστημονικά συνέδρια καί τά δημοσιεύματα, τά προγράμματα περιβαλλοντικῆς
ἐκπαι δεύσεως καί τήν εὐαισθητοποίησιν τῶν νέων, φαίνεται ὅτι ἐξακο λουθοῦν
ἀκόμη νά ἰσχύουν ὅσα ἔγραψεν ὁ Lynn White τό ἔτος 1967, ὅτι δηλαδή ἡμεῖς
οἱ ἄνθρωποι θεωροῦμεν τόν ἑαυτόν μας «ἀνώτερο ἀπό τή φύση, τήν περιφρονοῦμε, εἴμαστε ἕτοιμοι νά τήν χρησιμοποιήσουμε γιά νά ἱκανοποιήσουμε ἀκόμη
1 G. Steiner, Ἀνασκόπηση μιᾶς ζωῆς, μτφρ. Σ. Βελέντζα, ἐκδ. Scripta, Ἀθήνα 2005, σ. 187.
9

καί τό πιό ἀσήμαντο καπρίτσιο μας»2
. Αἱ ἐμπειρίαι μας μέ τήν κλιματικήν
ἀλλαγήν, τήν ραγδαίαν μείωσιν της βιοποικιλότητος, τάς καταστροφικάς καί
φονικάς πυρκαϊάς καί πλημμύρας δέν μᾶς ἔχουν συνετίσει. Καλλιεργεῖται
ἀκόμη καί σήμερον ἡ ἄποψις ὅτι ἡ φύσις ἔχει τήν δύναμιν νά ἀνανεώνεται ἀφ᾿
ἑαυτῆς, παρά τήν συνεχιζομένην καί ἐπιτεινομένην ἀνθρωπογενῆ ἐπιβάρυνσίν
της. Εἶναι ἰδιαιτέρως προκλητικόν ἀλλά καί ἐπικίνδυνον, ἡ ἀνθρωπότης νά
γνωρίζῃ τήν σοβαρότητα τῶν περιβαλλοντικῶν προβλημάτων καί νά συμπεριφέρεται ὡς νά μή ἐγνώριζεν.
Ἡ καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ἀρχίζει μέσα εἰς τόν νοῦν τοῦ
ἀνθρώπου καί, κατά συνέπειαν, ἀπό ἐκεῖ ὀφείλει νά ξεκινᾷ ἡ θεραπεία. Προέχει ἡ κοπερνίκεια στροφή εἰς τό πνευματικόν ἐπίπεδον καί εἰς τήν ἀξιολογίαν
μας, ἡ ριζική ἀλλαγή νοοτροπίας, ἡ ἀνάπτυξις ἑνός νέου ἤθους, ἡ ἀπόφασις
δι᾿ ἕνα διαφορετικόν τρόπον ζωῆς. Ἄλλως, θά θεραπεύωμεν τά συμπτώματα
τῆς κρίσεως, ἐνῶ ἡ πηγή τοῦ κακοῦ θά παραμένῃ ἐνεργός καί ἀλώβητος. Πρός
αὐτήν τήν κατεύθυνσιν ἐκινήθησαν κατά τάς τελευταίας δεκαετίας αἱ πολυδιάστατοι δράσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ἀνάπτυξις τῆς θεολογικῆς οἰκολογίας, ἡ ὀργάνωσις οἰκολογικῶν συνεδρίων, ἡ συνεργασία μέ
ἐκπροσώπους τῆς πολιτικῆς καί τῶν θρησκειῶν, μέ εἰδικούς ἐπιστήμονας καί
πανεπιστήμια, μέ οἰκολογικά κινήματα καί κοινωνικούς φορεῖς, ἡ προσπάθεια
προσεγγίσεως τῆς νεολαίας, μέ σταθερόν στόχον τήν εὐαισθητοποίησιν διά
τήν ἀνάγκην σεβασμοῦ τῆς «καλῆς λίαν» δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Αἱ καθ᾿ ἡμᾶς
Μητροπόλεις, αἱ ἐνορίαι καί αἱ ἱεραί μοναί ἀνέπτυξαν ποικίλας δράσεις διά
τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, προγράμματα οἰκολογικῆς παιδείας, βιολογικάς καλλιεργείας καί ποικίλας σχετικάς πρωτο βουλίας. Αἱ προσπάθειαι τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας συνέβαλον εἰς τήν ἔνταξιν τῆς οἰκολογικῆς
θεματικῆς εἰς τούς οἰκουμενικούς καί διαθρησκειακούς διαλόγους. Γενικώτερον, δέν ἀπηυθύνθημεν μόνον πρός τούς Χριστιανούς, ἀλλά πρός κάθε
ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως, καλοῦντες εἰς συστράτευσιν εἰς τόν ἀγῶνα διά
τήν διάσωσιν τῆς ἀκεραιότητος τῆς δημιουργίας.
Ἡ οἰκολογική μαρτυρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπετέλεσεν ἔναυσμα διά τήν θεολογίαν νά μελετήσῃ τάς βαθυτέρας πνευματικάς, θρησκευτικάς καί ἠθικάς διαστάσεις τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος, νά προβάλῃ τό
οἰκοφιλικόν περιεχόμενον τῆς χριστιανικῆς κοσμολογίας καί ἀνθρωπολογίας,
2 L. White, «Οἱ ἱστορικές ρίζες τῆς οἰκολογικῆς μας κρίσης», εἰς τό ἔργον: Σ. Σαρίκας (ἐπιλογή
κειμένων-μετάφραση), Ἡ φωτιά τοῦ Προμηθέα, ἐκδ. Νησίδες, Ἀθήνα 1998, σ. 33-49, ἐδῶ σ. 46.
ΑΧΙΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ
10

τήν εὐχαριστιακήν χρῆσιν τῆς δημιουργίας, τό οἰκοφιλικόν μήνυμα τοῦ ἀσκητισμοῦ κ.ἄ. Θεολογικῶς, καί ἡ καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος κατανοεῖται ὡς προέκτασις τῆς τραγικῆς ἀλλοτριώσεως τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεόν, τῆς «ἁμαρτίας», ἡ ὁποία ἔχει ὀλεθρίας συνεπείας διά τήν
αὐτοσυνειδησίαν τοῦ ἀνθρώπου, τάς διανθρωπίνας σχέσεις καί τήν σχέσιν
ἀνθρώπου καί φύσεως.
Ὅταν ὁ Θεός δίδῃ εἰς τούς πρωτοπλάστους τήν ἐντολήν «Αὐξάνεσθε καί
πληθύνεσθε… καί πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτῆς»3 δέν τούς
παρέχει τήν ἐξουσίαν νά καθυποτάξουν, νά ἐκμεταλλευθοῦν καί νά καταστρέψουν τήν φύσιν, ἀλλά τονίζει τήν εὐθύνην τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τῆς κτίσεως,
ἡ ὁποία εἰς τό δεύτερον κεφάλαιον τῆς Γενέσεως ἐκφράζεται μέ τήν προτροπήν πρός τόν Ἀδάμ «ἐργάζεσθαι καί φυλάττειν» τόν οἶκον αὐτοῦ4. Ἡ κτίσις
δέν εἶναι ἰδιοκτησία, «κτῆσις» τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά δῶρον, τό ὁποῖον καλεῖται
ὡς «καλός οἰκονόμος» νά συντηρῇ, νά προστατεύῃ καί νά προσφέρῃ μετ᾿
εὐχαριστίας εἰς τόν Κτίσαντα. «Τά σά ἐκ τῶν σῶν, Σοί προσφέρομεν κατά
πάντα καί διά πάντα». Ἡ ἑρμηνεία τοῦ βιβλικοῦ «Αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε…», ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀρχεγόνου θεμελιώσεως κυριαρχικῆς στάσεως τοῦ
ἀνθρώπου ἔναντι τῆς δημιουργίας, ἀποτελεῖ παρανόησιν τῆς θείας ἐντολῆς
καί ἀντίκειται πλήρως εἰς τό πνεῦμα τῆς Βίβλου καί εἰς τάς οἰκοφιλικάς
παραδόσεις τῆς πίστεώς μας, εἰς τόν πυρῆνα τῆς ὁποίας εὑρίσκονται ἡ μέριμνα διά τήν κτίσιν καί ἡ παραίτησις ἀπό κυριαρχικά δικαιώματα ἐπ᾿ αὐτῆς.
Μόνον ἐάν κατανοήσωμεν ὅτι τῆς οἰκοκαταστροφικῆς συμπεριφορᾶς προηγεῖται ἡ κακή ἀλλοίωσις τῆς ἐλευθερίας μας, ὁδηγούμεθα εἰς τά ἀληθῆ αἴτια
τοῦ προβλήματος. Ἡ σαπρότης τοῦ δένδρου, εἶναι ἡ αἰτία τῆς σαπρᾶς καρποφορίας, κατά τό βιβλικόν: «οὐ δύναται… δένδρον σαπρόν καρπούς καλούς
ποιεῖν»5
.
Ἡ ὀρθόδοξος θεολογία πρώτη ἀνέδειξεν εἰς τήν ἐποχήν μας τάς κοσμολογικάς διαστάσεις καί ἐπιπτώσεις τῆς ἁμαρτίας. Τό ἐνδιαφέρον τῆς Ὀρθοδοξίας
διά τήν προστασίαν τῆς δημιουργίας δέν ἐγεννήθη ἁπλῶς ὡς ἀντίδρασις εἰς
τήν σύγχρονον οἰκολογικήν κρίσιν. Αὐτή ἦτο ἁπλῶς ἡ εὐκαιρία διά νά
ἐκφράσῃ, νά ἀναπτύξῃ καί νά προβάλῃ ἡ Ἐκκλησία τάς οἰκοφιλικάς ἀρχάς
της, τόν σεβασμόν πρός τήν δημιουργίαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δοξολογίαν τοῦ

3 Γεν. 1, 28.
4 Γεν. 2, 15.
5 Ματθ. 17, 18.
11
Η ΣΟΒΟΥΣΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΣΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΦΙΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Κτίστου τῶν ἁπάντων. Τό οἰκολογικόν πρόβλημα τοῦ παρόντος ἦτο ἡ ἀφορμή, ὄχι ἡ αἰτία τῆς οἰκολογικῆς στάσεως τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος εἶναι συνέπεια καί προέκτασις
ὅλων ὅσων ζῶμεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὁλόκληρος ἡ ζωή τῆς ὁποίας ἔχει οἰκολογικήν ὑφήν καί ἀναφοράν. Ὡς ἐσημειώσαμεν εἰς ἄρθρον μας μέ τίτλον Ἡ
ἐκκλησιολογία ὡς οἰκολογία, «ἡ Ἐκκλησία, ὡς θεανθρωπίνη κοινωνία, εἶναι
νίκη κατά τῶν δυνάμεων ἐκ τῶν ὁποίων ἀπορρέει ἡ καταστροφή τοῦ περιβάλλοντος, κατά τῆς ἁμαρτίας, τῆς αὐτοδικαιώσεως καί τοῦ ἑαυτοκεντρισμοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ γεγονός κοινωνίας, ἀγάπης καί ἀλληλεγγύης. Οἱ Ἅγιοι
καί οἱ Μάρτυρες τῆς πίστεως, ἡ λειτουργική ζωή, ὁ ἀσκητισμός καί ὁ μοναχισμός, ἡ ποιμαντική διακονία καί ἡ ἀφιερωμένη ζωή, καθώς καί ὁ ἄσβεστος
πόθος τῆς αἰωνιότητος, συγκροτοῦν ἕνα τρόπον ζωῆς, εἰς τόν ὁποῖον ὁ φυσικός κόσμος δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρῆται ὡς ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως
ἤ ὡς χρήσιμον ὑλικόν διά τάς ἀνθρωπίνας ἀνάγκας, ἀλλά κατανοεῖται ὡς
ἐνέργεια καί δημιουργία τοῦ ζῶντος ἐν Τριάδι Θεοῦ»6.

Ἡ ἐκκλησιαστική ζωή εἶναι «ἐφηρμοσμένη οἰκολογία». Ἡ Ἐκκλησία μᾶς
προσκαλεῖ σήμερον νά διδασκώμεθα ἐκ τοῦ τρόπου τοῦ βίου τῶν ὀρθοδόξων
πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπί μακρούς αἰῶνας προσέφερον εἰς τόν ἱερέα «τόν σῖτον,
τόν οἶνον καί τό ἔλαιον» διά νά τά ἁγιάσῃ καί νά ἁγιασθῇ ἡ ζωή καί ὁ μόχθος
των, νά ἐμπνεώμεθα ἀπό τό δοξαστικόν ἦθος καί τήν ταπεινοφροσύνην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τίποτε δέν ἐθεώρουν ἰδικόν των κατόρθωμα, τίποτε δέν ἔβλεπον ὡς αὐτονόητον, ἐδοξολόγουν τόν Δοτῆρα παντός ἀγαθοῦ διά τά σωτηριώδη δωρήματά Του καί ἔβλεπαν παντοῦ τήν σφραγῖδα καί τήν χάριν Του.
Θεωροῦμεν σαθρόν τό ἐπιχείρημα ὅτι αὐτό τό εὐχαριστιακόν ἦθος εἶναι ἀδύνατον νά βιωθῇ ἐντός τοῦ συγχρόνου κοινωνικοῦ, οἰκονομικοῦ καί πολιτισμικοῦ πλαισίου.
Ἐξ ἀρχῆς προσηγγίσαμεν τήν περιβαλλοντικήν κρίσιν καί ὡς κοινωνικόν
πρόβλημα καί ἐτονίσαμεν τήν συνάφειαν περιβαλλοντικῶν καί κοινωνικῶν
προβλημάτων. Εἰς τάς «Πατριαρχικάς Ἀποδείξεις» διά τήν 1ην Σεπτεμβρίου,
Ἑορτήν τῆς Ἰνδίκτου καί «Ἡμέραν Προστασίας τοῦ Περιβάλλοντος», καί εἰς
ὅλας τάς σχετικάς παρεμβάσεις μας, τονίζομεν ὅτι ἡ ρίζα τῶν περιβαλλοντικῶν
καί τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων εἶναι κοινή, ὅτι εἶναι μία «κρίσις τῆς ἐλευθερίας μας», μία πνευματική κρίσις, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ἀνάλογον ἀντιμετώπισιν.

6 Ecumenical Patriarch Bartholomew, «Ecclesiology as Ecology: Orthodox Insights», Concilium
(2018), 5, σ. 12-21, ἐδῶ σ. 17.
ΑΧΙΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ
12

Ἡ κλιματική ἀλλαγή, ἡ ὁποία δέν εἶναι «μελλοντικό σενάριο», ἀλλά ἁπτή
καί σκληρή πραγματικότης, ἀποδεικνύει τοῦ λόγου τό ἀληθές. Αἱ κοινωνικαί
ἐπιπτώσεις τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς εἶναι ὁραταί καί μετρήσιμοι, ἐμφανέστατα,
μεταξύ αὐτῶν, καί αἱ μεταναστευτικαί ροαί. Τό αὐτό ἰσχύει καί διά τόν τρόπον
λειτουργίας τῆς οἰκονομίας. Ἅπαντες γνωρίζομεν ὅτι τό κυρίαρχον πρότυπον
ὀργανώσεως τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς ὑπηρετεῖ σήμερον τήν μεγιστοποίησιν τοῦ
κέρδους καί ὀξύνει τά περιβαλλοντικά καί τά κοινωνικά προβλήματα. Εἶναι
αὐτονόητον ὅτι αἱ συνέπειαι τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος, αἱ ὁποῖαι θίγουν
πρωτίστως τούς οἰκονομικῶς καί κοινωνικῶς ἀσθενεστέρους, συνιστοῦν ἀπειλήν διά τήν κοινωνικήν συνοχήν. Τό μέλλον ἀνήκει εἰς μίαν «οἰκολογικήν οἰκονομίαν». Διά νά ὑπάρξῃ βιώσιμος ἀνάπτυξις, αἱ οἰκονομικαί ἀποφάσεις καί αἱ
ἀποφάσεις διά τήν προστασίαν τοῦ περιβάλλοντος πρέπει νά λαμβάνωνται
ἐν συναρτήσει μεταξύ των.

Κριτήριον τῆς ἀναπτύξεως εἶναι, ὁμοῦ μετά τῶν οἰκονομικῶν δεικτῶν, καί
τά περιβαλλοντικά δεδομένα. Δέν νοεῖται ἀνάπτυξις, ἡ ὁποία ὑποβαθμίζει ἤ
καταστρέφει τό φυσικόν περιβάλλον. Ἡ ἀειφορία ἔχει τούς ὅρους της: τήν
ἀλλαγήν εἰς τήν ἀγροτικήν καί βιομηχανικήν παραγωγήν, εἰς τήν παραγωγήν
καί χρῆσιν τῆς ἐνεργείας, εἰς τάς μεταφοράς καί τάς μετακινήσεις, εἰς τήν
ἄναρχον ἀνάπτυξιν τῶν πόλεων. Ἡ βιώσιμος ἀνάπτυξις ἀπαιτεῖ προστασίαν
τῶν θαλασσῶν, τῆς ἀτμοσφαίρας, τῶν δασῶν, ὑπέρβασιν τῆς κτητικῆς στάσεως, νέα καταναλωτικά πρότυπα, ἕνα νέον οἰκοφιλικόν πολιτισμόν. Ἐν τῷ
πνεύματι τούτῳ, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
(Κρήτη, 2016), σοφῶς καί σαφῶς κατωνόμασε τούς κινδύνους τῆς «ἰδιονομίας
τῆς οἰκονομίας», τῆς αὐτονομήσεως αὐτῆς ἀπό τάς ζωτικάς ἀνάγκας τοῦ
ἀνθρώπου, αἱ ὁποῖαι ὑπηρετοῦνται μόνον ἐντός βιωσίμου φυσικοῦ περιβάλλοντος, καί προέτεινε μίαν οἰκονομίαν «τεθεμελιωμένην εἰς τάς ἀρχάς τοῦ
Εὐαγγελίου» καί τήν ἀντιμετώπισιν τοῦ συγχρόνου οἰκολογικοῦ προβλήματος
«ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως»7
.
Ἡ Σύνοδος ἀνεφέρθη ἐπίσης εἰς τούς κινδύνους, τούς ὁποίους ἐμπερικλείουν διά τόν ἄνθρωπον καί τήν κτίσιν ὁ ἐπιστημονισμός καί ἡ τεχνοκρατία.
Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ ἐπιστήμη καί ἡ τεχνολογία εἶναι αἱ «μεγάλαι δυνάμεις», αἱ
ὁποῖαι προσέφερον καί προσφέρουν πολλαπλᾶς εὐεργεσίας εἰς τόν ἄνθρωπον, συμβάλλουν εἰς τήν ὑπέρβασιν πολλῶν θεωρουμένων ὡς «μοιραίων»
καταστάσεων, εἰς τήν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀσθενειῶν, εἰς τήν ἄνοδον τοῦ βιο7 Ἐγκύκλιος, § 15.
13
Η ΣΟΒΟΥΣΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΣΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΦΙΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

τικοῦ ἐπιπέδου καί τῆς ποιότητος ζωῆς, εἰς τήν ἐπικοινωνίαν καί τήν πρόοδον. Βεβαίως, ἡ ἀνθρωπότης καταβάλλει διά τά εὐεργετήματα αὐτά βαρύ
τίμημα. Πρώτην φοράν εἰς τήν ἱστορίαν του, ὁ ἄνθρωπος δύναται, διά τῶν
πυρηνικῶν ὅπλων, νά ἀφανίσῃ τήν ζωήν. Δυστυχῶς, ἡ ἐπιστημονική γνῶσις
δέν διεισδύει εἰς τά βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί δέν ἐξασφαλίζει ἀφ᾿
ἑαυτῆς τήν ὀρθήν ἐφαρμογήν της. Τροφοδοτεῖ δέ τήν ἔπαρσιν τοῦ ἀνθρώπου
ἔναντι τῆς φύσεως καί ὁδηγεῖ εἰς ποικίλας ἀντικειμενοποιήσεις της.
Εἰς τόν πυρῆνα τοῦ συγχρόνου οἰκονομοκεντρικοῦ καί τεχνοκρατικοῦ
πολιτισμοῦ εὑρίσκεται τό ἔχειν καί ἡ εὐδαιμονοθηρία. Τά ἄτομα καί αἱ μάζαι
μετατρέπονται εἰς ἀπλήστους καταναλωτάς καί ἡ φύσις εἰς μέσον ἱκανοποιήσεως τῶν συνεχῶς διογκουμένων ἀναγκῶν. Τό ἀνθρώπινον πρότυπον, τό
ὁποῖον κυριαρχεῖ, εἶναι ὁ «ἄφρων πλούσιος» τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ ἀρχή «καθελῶ
μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω» καί τό «ἀναπαύου, φάγε, πίε,
εὐφραίνου»8. Ἡ εὐρεῖα διάδοσις τῆς κτητικῆς καί τῆς χρησιμοθηρικῆς νοοτροπίας καθιστᾷ ἀπειλητικώτερον τό οἰκολογικόν πρόβλημα. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη
Σύνοδος τῆς Κρήτης σημειώνει ἐπί τοῦ προκειμένου τά ἑξῆς: «Ὑπάρχει ὁ κίνδυνος χειραγωγήσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας, χρήσεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς
ἁπλοῦ μέσου, σταδιακῆς ἀπωλείας πολυτίμων παραδόσεων, ἀπειλῆς ἤ καί
καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος…

Ἡ ἐπιστημονική γνῶσις δέν κινητοποιεῖ τήν ἠθικήν βούλησιν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος καίτοι γνωρίζει τούς
κινδύνους, συνεχίζει νά δρᾷ ὡς ἐάν δέν ἐγνώριζεν. Ἡ ἀπάντησις εἰς τά σοβαρά
ὑπαρξιακά καί ἠθικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου καί εἰς τό αἰώνιον νόημα
τῆς ζωῆς αὐτοῦ καί τοῦ κόσμου, δέν εἶναι δυνατόν νά δοθῇ χωρίς μίαν πνευματικήν προσέγγισιν»9. Ὄντως, ὁ ἄνθρωπος καί ἡ δημιουργία εἶναι πάντοτε
περισσότερον ἀπό αὐτό πού δύναται νά συλλάβῃ ἡ ἐπιστήμη.
Αὐτάς τάς ἀληθείας προάγει ἡ ὀρθόδοξος πίστις, ἡ ὁποία ἐνισχύει τήν
ἀνθρωπίνην προσπάθειαν, ἀκόμη καί ὅταν αὐτή εὑρίσκεται ἐνώπιον δυσεπιλύτων προβλημάτων καί ἀνυπερβλήτων ἐμποδίων. Ἡ πίστις εἰς Χριστόν ὄχι
μόνον δέν μετατρέπει τόν ἄνθρωπον εἰς ἕν παθητικόν ὄν, τό ὁποῖον, ὅπως
ἐχλεύαζεν ὁ ποιητής, «προσμένει ἴσως κάποιο θαῦμα»10, ἀλλά εἰς μίαν ἐλευθέραν, ὑπεύθυνον καί δυναμικήν ὀντότητα, ἡ ὁποία βλέπει τόν κόσμον ὡς πεδίον
εὐθύνης, συμβάλλουσα, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, εἰς τήν μεταμόρφωσίν του. Ἡ

8 Λουκ. 12, 17-21.
9 Ἐγκύκλιος, § 11.
10 Κ. Βάρναλη, «οἱ Μοιραῖοι».
AXIΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ
14

πίστις στηρίζει τήν ἐφαρμογήν τῆς «οἰκολογικῆς προστακτικῆς» τοῦ σεβασμοῦ
τῆς κτίσεως καί ἀντιτίθεται εἰς τήν προμηθεϊκήν «τεχνολογικήν προστακτικήν», ἡ ὁποία ἐπιτάσσει νά παράγωμεν ὅ,τι εἶναι τεχνικῶς ἐφικτόν, χωρίς νά
ἐνδιαφερώμεθα διά τάς ἐπιπτώσεις διά τόν ἄνθρωπον καί τήν δημιουργίαν.
Ἡ μελέτη τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως εἶναι μία ἀνεξάντλητος πηγή
ζωτικῶν ἀληθειῶν διά τόν ἄνθρωπον καί τόν κόσμον. Βεβαίως, εἰς τά ὑπέροχα
κείμενα τῶν Πατέρων δέν ὑπάρχουν ἕτοιμοι συνταγαί καί ἀπαντήσεις διά τήν
ἀντιμετώπισιν τῶν συγχρόνων προβλημάτων. Πάντοτε ἀπαιτεῖται μελέτη, ἐπισταμένη θεολογική ἐργασία, πεφωτισμένος νοῦς καί καθαρά καρδία, διά νά
ἀνακαλύψωμεν καί νά διατυπώσωμεν τήν θεολογικήν πρότασιν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὀφείλομεν δέ νά ἀντιμετωπίσωμεν καί τάς παρανοήσεις καί παρερμηνείας
τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδοξίας, εἴτε αὐταί γεννῶνται ἐντός τοῦ ὀρθοδόξου
χώρου, εἴτε προέρχονται ἔξωθεν. Τό πλέον ἐνδιαφέρον ἐδῶ εἶναι ὅτι αἱ αὐταί
θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζουν τήν Ὀρθοδοξίαν ὡς ἐσωστρεφῆ, ἐθνοκεντρικήν,
ἄνευ βουλήσεως διά διάλογον μετά τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν καί πραγματικοῦ
ἐνδιαφέροντος διά τήν συνάντησιν μέ τόν σύγχρονον κόσμον, ἀκόμη καί ὡς
οὐσιαστικῶς φονταμενταλιστικήν, διατυπώνονται ἐκ μέρους τῶν ἐκτός τῶν
τειχῶν μέ κριτικήν διάθεσιν πρός τήν δῆθεν «κλειστήν» Ὀρθοδοξίαν, ὑπό δέ
τῶν ἐντός ὡς ἔπαινος, ὡς χαρακτηριστικά γνησίου Ὀρθοδόξου φρονήματος
καί πιστότητος εἰς τήν παράδοσιν τῶν Πατέρων. Παρόμοιαι ἀπόψεις διετυπώθησαν ἀπό τάς δύο πλευράς περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἡ ἀναφορά καί ἡ μαρτυρία τῆς ὁποίας ἐνώπιον τῶν σημείων τῶν καιρῶν, ἐχαρακτηρίσθη ὑπό τῶν πρώτων ὡς ἀνεπαρκής, ὑπό δέ τῶν δευτέρων ὡς ἐκκοσμίκευσις τῆς Ἐκκλησίας καί οἰκουμενιστική ἀλλοίωσις.

Προφανέστατα, ἡ ἐκκλησιαστική μαρτυρία ἐν τῷ κόσμῳ δέν συνεπάγεται
ἀναποφεύκτως ταύτισιν τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν κόσμον. Εἰς τήν συνάντησιν
μετά τοῦ ἑκάστοτε συγχρόνου κόσμου, ἡ Ἐκκλησία καί ἡ θεολογία της ἔχουν
τήν δυνατότητα καί τήν εὐκαιρίαν νά ἀποσαφηνίσουν ἐπικαίρως τήν ἰδικήν
των πρότασιν ζωῆς καί ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τόν ἐπίγειον βίον
τοῦ ἀνθρώπου, πάντοτε ἐν ἀναφορᾷ πρός τόν αἰώνιον προορισμόν του.
Ἡμεῖς συνεχίζομεν νά προβάλλωμεν τό οἰκολογικόν δυναμικόν τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν ἀλήθειαν τῆς δοξολογικῆς, μετοχικῆς, εὐχαριστιακῆς καί ἀσκητικῆς σχέσεως μέ τήν κτίσιν. Ἡ χριστιανική θεολογία δέν ἐπιτρέπεται νά
λησμονῇ, ὅτι αἱ δυτικαί μεταμορφώσεις τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως ηὐνόησαν τήν διάσπασιν ἀνθρώπου καί κτίσεως. Κατά τόν μακαριστόν καθηγητήν
Νικόλαον Νησιώτην, «ἄν ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία διανύει μία κρίσιμη στιγμή, ἐξαι15

Η ΣΟΒΟΥΣΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΣΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΦΙΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

τίας τῶν περιβαλλοντικῶν προβλημάτων, τῆς ἀλόγιστης κατανάλωσης τῶν
φυσικῶν πόρων, τῆς ρύπανσης τοῦ ἀέρα καί τῶν νερῶν, εἶναι γιατί ἡ χριστιανική θεολογία, ἀσυνείδητα καί ἐκ τοῦ μακρόθεν, βοήθησε μέ τή διδασκαλία
της στό νά προωθηθεῖ μία μονόπλευρη κοσμολογία, ἐπικεντρωμένη στόν
ἄνθρωπο καί ἕνας οὑμανισμός ὑπερτροφικός μέσα στόν ἐγωκεντρισμό του»11.
Τό καθῆκον τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας σήμερον εἶναι νά προβάλῃ μετ᾿ ἐμφάσεως τάς οἰκοφιλικάς διαστάσεις τῆς πίστεώς μας. Δυστυχῶς, σοβαρόν ἐμπόδιον εἰς τήν ὀρθήν προσέγγισιν καί ἀξιολόγησιν τῆς σημασίας τῆς θρησκείας
διά τόν πολιτισμόν ἀποτελοῦν σήμερον αἱ παρανοήσεις τοῦ θρησκευτικοῦ
φαινομένου, πρωτίστως εἰς τούς διανοουμένους, οἱ ὁποῖοι, ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ,
ταυτίζουν ἀρνητικάς ἐκφάνσεις τῆς θρησκευτικότητος, ὅπως ὁ φονταμενταλισμός, μέ τήν οὐσίαν της.

Εἰς τούς ἐκπροσώπους τῶν ἐπιστημῶν ὑπενθυμίζομεν ὅτι ἡ ἐπιστήμη
ὀφείλει νά ἀποδεχθῇ τήν συνευθύνην της εἰς τήν δημιουργίαν τοῦ οἰκολογικοῦ
προβλήματος, νά προβάλλῃ μέ συνέπειαν τάς ἀρχάς τῆς «οἰκολογικῆς κοσμολογίας», νά ἀποφεύγῃ τούς σκοπέλους τοῦ ἐπιστημονισμοῦ καί νά σέβεται,
μέ θρησκευτικήν εὐλάβειαν, τό ἀνθρώπινον μέτρον, ἀκριβῶς ἐπειδή ἡ ἐπιστημονική γνῶσις ἔχει τήν δύναμιν νά τό ὑπερβῇ. Πάντως, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος,
παρά τάς πρωτοφανεῖς προόδους εἰς τούς τομεῖς τῆς ἐπιστήμης, τῆς τεχνολογίας καί τῆς οἰκονομίας, δέν εἶναι δυνατόν νά αἰσθάνεται ἱκανοποιημένος
διά τήν στάσιν του ἀπέναντι εἰς τό φυσικόν περιβάλλον.
Κατακλείομεν, ὑπενθυμίζοντες τήν ἀξίαν τῆς περιβαλλοντικῆς ἐκπαιδεύσεως διά τήν ἀνάπτυξιν οἰκολογικῆς εὐαισθησίας καί σεβασμοῦ τῆς δημιουργίας εἰς τήν νέαν γενεάν. Ἡ παιδική καί ἡ ἐφηβική ἡλικία ἀποτελοῦν ἰδιαιτέρως εὐνοϊκάς περιόδους τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς, διά νά καλλιεργηθῇ τό αἰσθητήριον διά τήν ὡραιότητα καί τήν ἱερότητα τῆς δημιουργίας. Ἡ νεότης πρέπει
νά διδαχθῇ νά ἀντιστέκεται εἰς τό κυρίαρχον ἐπικίνδυνον μῖγμα ἀκράτου οἰκονομισμοῦ, ἀκορέστου ἀτομικοῦ καί κοινωνικοῦ εὐδαιμονισμοῦ καί ἀνεξελέγκτου τεχνολογικῆς προόδου. Ὅπως ἔχει προσφυέστατα γραφῆ, «στό μέλλον
μία παιδεία, χωρίς οἰκολογικό προσανατολισμό, θά εἶναι παρῳδία παιδείας».
Τό μέλλον ἀνήκει εἰς μίαν αὐθεντικήν παιδείαν ὑπευθύνου ἐλευθερίας, εἰς τήν
ὑπηρεσίαν τοῦ εἶναι καί ὄχι τοῦ ἔχειν, τοῦ μετοχικοῦ καί ὄχι τοῦ κτητικοῦ

11 Ν. Νησιώτης, «Ἡ πνευματολογική χριστολογία τῆς φύσεως», εἰς τό ἔργον: Ἄνθρωπος καί
περιβάλλον. Δοκίμια γιά τήν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν περιβάλλοντα κόσμο, ἐκδ. Ἱερᾶς
Μονῆς Ἁγίου Νεοφύτου, Πάφος 1994, σ. 63-84, ἐδῶ σ. 64.
AXIΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ
16

πολιτισμοῦ, τῆς ἀλληλεγγύης καί ὄχι τοῦ «μή πολιτισμοῦ» τοῦ ἑαυτοκεντρισμοῦ καί τοῦ δικαιωματισμοῦ.
Ἐάν ἡ ἀνάπτυξις οἰκολογικοῦ καί κοινωνικοῦ ἤθους εἰς τήν νέαν γενεάν
ἀποτελῇ βασικόν στόχον τῆς ἐκπαιδεύσεως, καί μέ δεδομένον ὅτι ἡ ὀρθόδοξος
πίστις ἐνσταλάζει εἰς τόν νοῦν καί τάς καρδίας μας κοινωνικήν καί περιβαλλοντικήν εὐαισθησίαν, τότε ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως εἰς τό
σύγχρονον σχολεῖον δύναται νά ἀναδειχθῇ, ἐντός τοῦ ποσοτικομανοῦς καί
ἀτομοκεντρικοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἐποχῆς μας, εἰς μοναδικήν εὐκαιρίαν παιδείας
ἐλευθερίας καί εὐθύνης, ἡ ὁποία θά ἀντλῇ ἀξίας καί ἰδεώδη ἀπό τό ὕψιστον
προσωποκεντρικόν, κοινοτικόν καί οἰκοφιλικόν ἦθος, τό ὁποῖον ἐγνώρισεν ἡ
ἀνθρωπότης εἰς τήν ἱστορικήν αὐτῆς πορείαν, τό ἦθος τῆς ἐλευθερίας, «ᾗ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε»12.

12 Γαλ. 5, 1