ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ-Blog

Σκόρπιες σκέψεις για την Ιερωσύνη

Σκόρπιες σκέψεις για την Ιερωσύνη
παπα Γιώργης Δορμπαράκης | Σκόρπιες σκέψεις για την Ιερωσύνη - ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΕΡΑΤΙΚΕΣ ΚΛΙΣΕΙΣ

1. Η ιερωσύνη δεν σχετίζεται μόνο με τον χριστιανισμό. Ιερείς ή μάγους έχουν όλες οι θρησκείες όπου γης. Πρόκειται όμως για φαινόμενο που σχετίζεται μόνο κατ’  όνομα με τον χριστιανισμό. Η διαφορά μπορεί να κατανοηθεί αν κατανοηθεί το τρομακτικό χάσμα που υφίσταται μεταξύ της θρησκείας και της Εκκλησίας. Στην ουσία ο Χριστός έρχεται να καταργήσει την αμαρτία και κάθετι που σχετίζεται με αυτήν, παρεπόμενο της οποίας είναι και η θρησκεία. Χριστός και θρησκεία είναι ασύμβατες πραγματικότητες, κι όπου απαντάται ο όρος «θρησκεία» (Ιακ. 1, 26-27) είναι για λόγους καταχρηστικούς.

2. Τι εννοούμε;  Η θρησκεία αποτελεί καρπό μετά την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία. Μπορεί ο άνθρωπος να ξέπεσε και να απομακρύνθηκε από τον Θεό, αλλά μέσα του ως σπόρος παρέμεινε η νοσταλγία του χαμένου Παραδείσου – ο άνθρωπος πάντοτε αναζητεί το «σπίτι» του, την αρχική του διαμονή. Μόνος του όμως δεν μπορεί να καταφέρει τίποτε. Η φθορά που υπέστη ο άνθρωπος από την αμαρτία του, από την ανυπακοή του προς τον Δημιουργό του, ήταν τέτοια που «καμία σκάλα δεν μπορούσε να τον οδηγήσει πίσω».

Έτσι η

 εκφράζει την αναζήτηση του Θεού αλλά που προσκρούει πάντοτε στο φράγμα της αμαρτίας και γι’  αυτό εκτρέπεται σε ειδωλολατρεία. Κατά την Αγία Γραφή μάλιστα τα είδωλα είναι ή το τίποτε ή δαιμόνια. Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο, τον άγνωστο Θεό των θρησκειών που το μόνο που προκαλεί είναι ο φόβος, απαιτήθηκε ένας διάμεσος, ένα μέντιουμ, προκειμένου να εξευμενίζει με θυσίες, ανθρώπινες συνήθως και ζώων, αυτό το απειλητικό και τρομερό ον. Κι αυτός είναι ο ιερέας.

3. Ο Θεός μας, ο αληθινός, ο Πατέρας και γεμάτος αγάπη, ήλθε όμως στον κόσμο στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Μας φανέρωσε το ανθρώπινο του Θεού και εν Αυτώ ένωσε τον άνθρωπο και πάλι με τον Θεό, καταργώντας το αίτιο του χάσματος, την αμαρτία. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένας πια διάμεσος πέρα από τον Χριστό που να ενώνει Θεό και άνθρωπο. Ένας αρχιερέας υπάρχει κι Αυτός είναι ο Χριστός και μία είναι η θυσία Του, άπαξ γενομένη (και εσαεί επαναλαμβανόμενη διά του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας), η επί του Σταυρού. Ο Χριστός είναι ο μόνος αρχιερέας γιατί θυσίασε (ευδοκία του Πατρός και συνεργία του αγίου Πνεύματος) τον εαυτό Του, αίροντας την αμαρτία του σύμπαντος κόσμου. «Εις μεσίτης, άνθρωπος Ιησούς Χριστός» θα πει ο απόστολος. (Η ιερωσύνη στην Παλαιά Διαθήκη κατανοείται τυπολογικά όπως λέμε, δηλαδή όπως συμβαίνει με όλα τα γεγονότα ή και τα ιερά πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης: ως προεικόνιση της καθαυτό και αληθινής ιερωσύνης του Χριστού, που γι’  αυτό καταργήθηκε μόλις ήρθε ο Χριστός).  

4. Οπότε, κάθε άνθρωπος που πιστεύει στον Χριστό και ενσωματώνεται σ’ Αυτόν διά του αγίου βαπτίσματος γινόμενος μέλος της Εκκλησίας, αποκτά την ιερωσύνη του Χριστού. Είτε άνδρας είτε γυναίκα, είτε μικρός είτε μεγάλος, είτε μορφωμένος είτε αμόρφωτος, εφόσον είναι χριστιανός είναι και ιερέας. Κι αυτήν την ιερωσύνη τη χαρακτηρίζουμε γενική ή πνευματική ιερωσύνη, που δίνει τη δυνατότητα στον πιστό να προεκτείνει τον Χριστό μέσω αυτού – ο χριστιανός είναι στην πραγματικότητα ο Χριστός «εν ετέρα μορφή».

5. Εκτός όμως από τη γενική αυτή ιερωσύνη υπάρχει κατά την παράδοση του Χριστού και των αγίων Αποστόλων και η ειδική μορφή της που μας ενδιαφέρει σήμερα περισσότερο. Πρόκειται για τη χειροτονημένη καθώς λέγεται ιερωσύνη, κατά την οποία ο έχων τη γενική ιερωσύνη καλείται από την Εκκλησία να μετάσχει στον Χριστό, λαμβάνοντας «προσθήκην Πνεύματος» κατά τον ιερό Χρυσόστομο, ώστε να διακονεί από την υψηλή πνευματική αυτή θέση το σώμα της Εκκλησίας, τα άλλα μέλη του σώματος του Χριστού προς πραγματοποίηση της σωτηρίας τους. Και θέλει προσοχή: πρόκειται για κλήση και χάρη διακονίας μελών του σώματος του Χριστού προς άλλα μέλη του ιδίου σώματος, που θα πει πως η αναφορά πάντοτε είναι ο Χριστός. Εκείνος είναι ο μόνος Ποιμένας και όλοι οι άλλοι, είτε κληρικοί είτε λαϊκοί είναι ποιμαινόμενοί Του. Κατά τον λόγο του αγίου Χρυσοστόμου και πάλι: «Είπα πολλές φορές προς την αγάπη σας, ότι η διάκριση σε πρόβατα και σε ποιμένες είναι ανθρώπινη διάκριση, ως προς τον Χριστό όμως όλοι είμαστε πρόβατα. Διότι βεβαίως και οι ποιμένες και οι ποιμαινόμενοι διαποιμαίνονται από τον Ένα, τον Άνω Ποιμένα. Γιατί λέγει ο Παύλος, ούτε εγώ ο απόστολος έχω κάτι περισσότερο από σένα ως προς αυτό. Γιατί και συ σώμα είσαι όπως ακριβώς κι εγώ, κι εγώ όπως κι εσύ, κι όλοι ανεξαιρέτως έχουμε την ίδια κεφαλή».

6. Παρ’ όλα αυτά όμως το ύψος της διακονίας του ιερέα μέσα στο ένα σώμα Χριστού προβάλλει ο άγιος Πατέρας και τονίζει την υψηλή θέση που ο Χριστός του δίδει, κι αυτήν από την άλλη  περιγράφει διαρκώς. Τα λόγια του είναι συγκλονιστικά: «Όταν επικαλείται ο ιερέας το άγιο Πνεύμα και επιτελή τη φρικωδέστατη θυσία και εφάπτεται συνεχώς του κοινού Δεσπότη όλων των ανθρώπων, πες μου, που θα τον κατατάξουμε; Πόση καθαρότητα και πόση ευλάβεια θα απαιτήσουμε από αυτόν; Μπορείς να κατανοήσης ποια θα πρέπει να είναι τα χέρια που διακονούν, ποια η γλώσσα που θα διαχέη τα ιερά λόγια, ποια ψυχή μπορεί να είναι καθαρότερη και αγιότερη από τη δική του, που υποδέχεται μέσα της τόση χάρη από το Άγιο Πνεύμα; Τη στιγμή αυτή και άγγελοι παρίστανται γύρω από τον ιερέα και κάθε ουράνιο τάγμα βοά και ο τόπος γύρω από το θυσιαστήριο γεμίζει προς τιμήν του κειμένου πάνω σ’ αυτό. Μπορεί δε να πεισθή κάποιος σ᾿ αυτό και από τα ίδια τα επιτελούμενα μυστήρια. Εγώ μάλιστα άκουσα από κάποιον να διηγείται κάποτε ότι ένας πρεσβύτερος, θαυμαστός άνδρας, ο οποίος συνήθιζε να βλέπη αποκαλύψεις, του διηγήθηκε ότι αξιώθηκε να ιδή ένα τέτοιο θέαμα. Κατά τη στιγμή δηλαδή της τελέσεως του μυστηρίου του παραχωρήθηκε, κατά τη δύναμή του, να ιδή ξαφνικά πλήθος αγγέλων, στολισμένων με λαμπρές στολές, οι οποίοι είχαν κυκλώσει το θυσιαστήριο και είχαν στρέψει το βλέμμα τους προς τα κάτω, σαν να έβλεπε κάποιος στρατιώτες να παρίστανται ενώπιον βασιλέα…Η ψυχή του ιερέα πρέπει να λάμπη σαν φως που καταυγάζει την οικουμένη».

7. Δεν μιλάμε λοιπόν για μία «δουλειά» ή για ένα επάγγελμα, αλλά για μία χαρισματική κλήση που υπέρκειται κάθε άλλης κλήσεως και εργασίας – «γνωρίζω το μέγεθος της ιερατικής διακονίας και τη μεγάλη δυσκολία που ενέχει η άσκηση αυτού του λειτουργήματος. Περισσότερα πνευματικά κύματα ταράσσουν την ψυχή του ιερωμένου απ᾿ ό,τι ταράσσουν τη θάλασσα οι τρικυμίες» θα συμπληρώσει ο ι. Χρυσόστομος – αφού και ο καλών τελικώς είναι το ίδιο το Πνεύμα του Θεού, αλλά και το έργο σχετίζεται με την αιώνια προοπτική του ανθρώπου. «Λειτουργούντων δε αυτών τω Κυρίω και νηστευόντων είπε το Πνεύμα το άγιον: Αφορίσατε δή μοι τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον εις το έργον ο προσκέκλημαι αυτούς. Τότε νηστεύσαντες και προσευξάμενοι και επιθέντες τας χείρας απέλυσαν» διαβάζουμε για παράδειγμα στις Πράξεις των Αποστόλων (13, 2-3). Και πριν από αυτό, ο ίδιος ο Κύριος καλεί τους μαθητές Του για τη συμμετοχή τους στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. «Ουχ υμείς με εξελέξασθε, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς». Πολλοί από τους πιστούς κατά καιρούς θέλησαν να Τον ακολουθήσουν με τον ξεχωριστό τρόπο των μαθητών Του, αλλ’  ο Κύριος τους έστρεφε σε άλλες μορφές διακονίας. Διότι ακριβώς υπάρχουν πολλές μορφές διακονίας, όπως και το κάθε μέλος του σώματος του ανθρώπου επιτελεί ξεχωριστό και ιδιαίτερο έργο αλλά ο Κύριος θέλησε ορισμένοι να είναι οι άμεσοι μέτοχοι στο απολυτρωτικό έργο Του. Ο απόστολος Παύλος είναι εκείνος που αναφέρεται στα διακονήματα-χαρίσματα των πιστών, που σκοπό έχουν την πνευματική προαγωγή τους (Α΄Κορ. 12, 4 εξ.), οπότε και ο καθένας πρέπει να μένει στην κλήση του και την καλλιέργεια του χαρίσματός του.

8. Ποιο είναι συγκεκριμένα το έργο των ιερέων; Να συνεχίζουν το έργο των αποστόλων με πιστότητα στην ανάληψη του έργου τους. Είναι πια οι ιερείς «οι οικονόμοι της χάριτος» και η προϋπόθεση που απαιτείται για τον οικονόμο ιερέα είναι «ίνα πιστός ευρεθή». Οπότε αναλαμβάνουν να μετάσχουν πιο δραστικά στα αξιώματα του Χριστού, το προφητικό-διδασκαλικό, το αρχιερατικό, το βασιλικό, δηλαδή να κηρύσσουν και να ποιμαίνουν τον λαό του Θεού, να τελούν τα μυστήρια, να κυβερνούν εν ταπεινώσει τον λαό. Ως ανάληψη έργου διακονικού βεβαίως είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί να εγερθεί οποιαδήποτε υποψία καύχησης. Το αντίθετο: η πρωτιά χριστιανικά έρχεται ως το αποτέλεσμα της επιδίωξης της εσχατιάς. «Εί τις πρώτος θέλει είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος». Κατά το πρότυπο ακριβώς του Χριστού, ο Οποίος θέλοντας να δείξει τη διακονική διάσταση του έργου των αποστόλων έπλυνε τα πόδια τους και τους έδωσε την εντολή: «Ει εγώ ο Διδάσκαλος και ο Κύριος έπλυνα υμών τούς πόδας, και υμείς οφείλετε αλλήλων νίπτειν τους πόδας».

9. Το «τρομακτικό» θα λέγαμε στο έργο αυτό, κάτι που ισχύει βεβαίως και στη γενική ιερωσύνη, είναι η αδιάκοπη έγνοια της πιστότητας που μνημονεύσαμε προηγουμένως. Δεν μπορεί κανείς να επαναπαυτεί. Το χάρισμα διακρατείται μόνον ενεργούμενο και μοιραζόμενο, που θα πει ότι ιερέας ο οποίος θα ξεχαστεί, αυτός ήδη θα εκπέσει του λειτουργήματός του, έστω κι αν ανθρωπίνως μπορεί να μη φανερωθεί τούτο. Σαν και πάλι τον Χριστό: ήταν ο Υιός του Θεού και κάθε στιγμή επιβεβαίωνε την πραγματικότητα χάριτος αυτή. Οπότε ο ιερέας βρίσκεται αενάως στον Σταυρό: δεν υπάρχει διάλειμμα στην άσκηση του λειτουργήματός του (δεν εννοούμε την αυτονόητη ανάπαυση από πλευράς ανθρώπινης). Ο άγιος Χρυσόστομος επικαλείται τον απόστολο Παύλο, αυτόν που θεωρούσε ως τον πρώτον μετά από Εκείνον. Τι λέει;

«Κανένας δεν αγάπησε τον Χριστό περισσότερο από τον Παύλο, κανένας δεν επέδειξε τέτοια προθυμία και εργατικότητα, κανένας δεν αξιώθηκε περισσότερης χάριτος. Παρά τα πλεονεκτήματα που απέκτησε, όμως, ακόμη συνεχίζει να φοβάται και να τρέμη για την εξουσία που είχε και για την τύχη των αρχομένων από αυτόν. Φοβούμαι, λέγει, μήπως όπως ο όφις εξαπάτησε με την πανουργία του την Εύα, έτσι φθαρή και η απλότητα της πίστεώς σας στον Χριστό. Σε άλλο δε σημείο έλεγε· με φόβο και τρόμο πολύ ήλθα κοντά σας. Και όλα αυτά, από άνθρωπο, ο οποίος ηρπάγη στον τρίτο ουρανό και κοινώνησε των μυστηρίων της θείας βασιλείας, υπέμεινε δε τόσες φορές την πορεία προς τον βέβαιο θάνατο, όσες ημέρες έζησε μετά τη μεταστροφή του στην πίστη του Χριστού· από άνθρωπο, ο οποίος δεν θέλησε να χρησιμοποιήση την εξουσία που του δόθηκε από τον Χριστό για να μη σκανδαλισθή κάποιος από τους πιστούς. Εάν λοιπόν ο Παύλος, ο οποίος στην καθημερινή του ζωή ήταν τόσο πιστός στην τήρηση των θείων εντολών, τις οποίες τηρούσε καθ᾿ υπερβολήν, αγωνιζόταν δε όχι για το δικό του συμφέρον, αλλά για την προκοπή των πνευματικών του τέκνων, διακατεχόταν πάντοτε από τέτοιο φόβο αναφορικά προς τις ευθύνες που προέκυπταν από το αποστολικό του αξίωμα, τι θα πάθουμε εμείς, οι οποίοι συνήθως επιδιώκουμε την ικανοποίηση των προσωπικών μας συμφερόντων, τις δε εντολές του Χριστού όχι μόνο δεν τις τηρούμε όπως ο Παύλος, υπερβάλλοντες τις υποχρεώσεις μας, αλλά αντίθετα τις παραβαίνουμε τις περισσότερες φορές;»

10. Τι απαιτείται για να διατηρείται ο φόβος μήπως ξεπέσουμε; Τι σημαντικότερο από την καλλιέργεια της αγάπης, θα λέγαμε καλύτερα του έρωτα, προς το πρόσωπο του Χριστού. Η συνειδητοποίηση μάλιστα της σχέσεως που υπάρχει μεταξύ της αγάπης αυτής και της ποιμαντικής διακονίας, σχέσης που καθόρισε ο ίδιος ο Χριστός, βοηθάει πολύ προς αυτήν την κατεύθυνση.  «Αγαπάς με πλείον τούτων;» ρωτάει ο Κύριος τον Πέτρο, μετά την Ανάστασή Του και εφόσον έχει προηγηθεί βεβαίως και η άρνησή Του από τον μαθητή Του. «Φιλείς με πλείον τούτων;» Και πάλι: «αγαπάς με πλείον τούτων;» Για να πει στη συνέχεια ο Κύριος ότι εφόσον ο Πέτρος, και κάθε μαθητής Του, Τον αγαπά περισσότερο από τους άλλους, θα πρέπει να μπει στη διακονία της διαποίμανσης των ανθρώπων. «Ποίμαινε τα πρόβατά μου»,  «Βόσκε τα αρνία μου» – κατά τον Κύριο το σπουδαιότερο αποδεικτικό αγάπης προς Αυτόν είναι ακριβώς η διακονία των μελών Του.

Ο ιερός Χρυσόστομος σημειώνει επ’ αυτού: «Ρωτά ο διδάσκαλος τον μαθητή αν ηγαπάτο από αυτόν, όχι για να μάθη αν όντως αυτό συνέβαινε (πώς θα μπορούσε να πράξη κάτι τέτοιο ο ευρισκόμενος στις καρδιές όλων των ανθρώπων), αλλά για να μας διδάξη πόσο ενδιαφέρεται για την επιστασία των προβάτων αυτών». Και παρακάτω συνεχίζει: «Μολονότι θα μπορούσε να πη ο Κύριος  προς τον Πέτρο, αν με αγαπάς, νήστευσε, κοιμήσου χάμω στη γη, κάνε συχνές αγρυπνίες, υπεράσπιζε τους αδικουμένους, γίνε πατέρας των ορφανών παιδιών και σύζυγος της μητέρας αυτών, όμως, αντί αυτών τι λέγει; Ποίμανε τα πρόβατά μου. Όσα δε προανέφερα πολλοί από τους αρχομένους θα μπορούσαν να τα επιτελέσουν με ευκολία, όχι μόνο άνδρες, αλλά και γυναίκες, προκειμένου όμως περί της διακυβερνήσεως της Εκκλησίας και της επιμελείας τόσων πολλών ψυχών, η μεν γυναικεία φύση θα πρέπει να υποχωρήση ενώπιον του μεγέθους της εξουσίας, οι δε άνδρες στην πλειονότητά τους θα πρέπει να αποκλεισθούν επίσης. Διότι θα πρέπει να προτιμηθούν εκείνοι οι οποίοι πλεονεκτούν πάρα πολύ έναντι των άλλων και είναι πολύ υψηλότεροι αυτών στο μέγεθος της ψυχικής αρετής» (Περί ιερωσύνης).

11. Και ποιο το χαρακτηριστικό της διαποίμανσης πια των πιστών από πλευράς των Αποστόλων, συνεπώς και των διαδόχων τους ιερέων και επισκόπων; Η θυσία του εαυτού τους για χάρη των συνανθρώπων τους. Ο ίδιος ο Κύριος ως ο κατεξοχήν αρχιερέας το απεκάλυψε: «Εγώ ειμι ο ποιμήν ο καλός. Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων». Γι’ αυτό και πάντοτε απαιτήθηκε από τους εισερχομένους στην ιερωσύνη να διακρίνονται, όπως είπαμε, στην αγνότητα και καθαρότητα της ζωής τους υπέρ τους άλλους πιστούς, γεγονός που φανερώνεται από τη θυσιαστική αυτή στάση αγάπης τους. Και πάλι ο άγιος Χρυσόστομος θα επισημάνει: «Η ιερωσύνη ασκείται μεν επί της γης, αλλά ανήκει στην τάξη των επουρανίων ταγμάτων. Τούτο δε είναι εύλογο, διότι την ιερωσύνη δεν την καθίδρυσε ούτε άνθρωπος, ούτε άγγελος, ούτε αρχάγγελος, ούτε κάποια άλλη κτιστή δύναμη, αλλά ο ίδιος ο Παράκλητος, ο οποίος, αν και η ιερατική διακονία ασκείται από σαρκικά όντα, την καθιστά τέτοια ώστε να φαίνεται ότι ασκείται από αγγέλους. Γι᾿ αυτό πρέπει ο ιερωμένος να είναι καθαρός, σαν να ευρίσκεται μεταξύ των ουρανίων δυνάμεων». Ο απόστολος Παύλος είναι μάλιστα εκείνος που γράφοντας στον αγαπημένο μαθητή του Τιμόθεο (όπως παρομοίως και στον Τίτο) τού επισημαίνει τα γνωρίσματα που πρέπει να διέπουν τον ιερέα, πρεσβύτερο και επίσκοπο (Α΄ και Β΄ Τιμ.), όπως και καθορίζει το έργο τους στην ομιλία που έκανε στους πρεσβυτέρους της Εφέσου, στο Πράξεων των Αποστόλων, κεφ. 20. Κι ακόμη εδώ στηρίχτηκε και η Εκκλησία μας Συνοδικά με τους κανόνες της για να μιλήσει για τα κωλύματα της ιερωσύνης, γι’  αυτά που δεν μπορεί να υπάρχουν σ’ έναν ιερέα, έστω κι αν αργότερα στη ζωή του διακρίθηκε για την αγιότητά του. Είναι γνωστή η φράση στην περίπτωση αυτή: Άγιος μπορεί να είσαι, παπάς δεν μπορεί να είσαι.

12. Και οι γυναίκες; Γιατί δεν μπορούν να ιερωθούν; Καταρχάς αν κατανοήσει κανείς είπαμε το ύψος της ιερωσύνης και τις απαιτήσεις που αναλαμβάνει ο ιερέας, δεν θα έπρεπε κανείς να επιζητεί τη θέση αυτή – όλοι οι λόγοι του αγίου Χρυσοστόμου περί της ιερωσύνης είναι μία εξαγγελία του ύψους του ιερατικού λειτουργήματος, το οποίο εκείνος σε πρώτη φάση αρνήθηκε εντελώς, γιατί ένιωθε «ανάξιος»!  Αλλά ο προβληματισμός είναι παρόμοιος θα λέγαμε με το παράπονο του στομάχου που δεν μπορεί να είναι και καρδιά. Το κάθε όργανο έχει τον δικό του ρόλο. Το χάρισμα να είναι η γυναίκα γυναίκα δεν μπορεί να αντικατασταθεί με οτιδήποτε άλλο από πλευράς του άνδρα.

Το ζητούμενο με άλλα λόγια δεν είναι να έχω αυτήν ή την άλλη θέση, αλλά τη θέση που έχω να την εκτελώ όπως πρέπει, πράγμα που με αγιάζει. Ο αγιασμός του ανθρώπου είναι η προοπτική κι αυτός μας βάζει στον Παράδεισο ή όχι. Τι να το κάνει να είναι κανείς παπάς και να κολάζεται και να κολάζει; Κι η συντριπτική απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι η ίδια η Παναγία μας. Ο μεγαλύτερος άγιος δηλαδή είναι μία γυναίκα, απείρου μάλιστα πνευματικού ύψους και αγιότητας, που δεν ήταν βεβαίως ιερέας. Δεν παραπονέθηκε η μάνα του Θεού γιατί δεν έγινε  (θεσμικά) ιερέας. Της αρκούσε που έγινε η μάνα του Θεού ως ανθρώπου, όπως αρκεί και σε κάθε γυναίκα ότι γίνεται η κατεξοχήν μήτρα που αναδεικνύει αγίους και γεννά παιδιά για αγιωσύνη.

Αξίζει εν προκειμένω να μεταφέρουμε την άποψη του οσίου Σωφρονίου του Έσσεξ, του Αθωνίτου, περί της Υπεραγίας Θεοτόκου ως έχουσας τη μεγαλύτερη ιερωσύνη, τη βασιλική. «Η πιο υψηλή ιερωσύνη είναι αυτή της Παναγίας Παρθένου», σημειώνει συγκεκριμένα, «για την Οποία ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έλεγε ότι προσευχόταν για τη σωτηρία όλου του κόσμου». Για τον μεγάλο όσιο Γέροντα η καθαυτό ιερωσύνη στην πιο υψηλή μορφή της σχετίζεται με την υπέρ της οικουμένης προσευχή, κι όποιος, σαν την Παναγία μας, προσεύχεται έτσι, αυτός είναι και ο αληθής ιερέας – σ’ αυτό άλλωστε δεν είναι κλημένος ο ιερέας, ο οποίος πάντοτε, ιδίως στη Θεία Λειτουργία, προσεύχεται «υπέρ του σύμπαντος κόσμου»; Και συνεχίζει λίγο παρακάτω ο όσιος Σωφρόνιος: «Τέτοια(υπέρ όλου του κόσμου) είναι η προσευχή της Θεοτόκου. Είναι η ανώτερη μορφή ιερωσύνης, αυτή που οι Πατέρες ονομάζουν “βασιλική ιερωσύνη”».

13. Το θέμα είναι τεράστιο, μα εμείς θα τελειώσουμε τις επιλογές μας με τρία στοιχεία: 

α. Αυτό που λέγει για τον ιερέα ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: αν συναντήσεις βασιλιά ή ιερέα, κι ακόμη: αν συναντήσει άγγελο ή ιερέα, τον ιερέα  και στις δύο περιπτώσεις να τιμήσεις περισσότερο. Γιατί δι’ αυτού μπορείς να βοηθηθείς για να κερδίσεις τον Παράδεισο – άποψη που επαναλαμβάνει στην ουσία τις τοποθετήσεις περί ιερωσύνης του αγίου Χρυσοστόμου.

β. Αυτό που λέγει ο άγιος Παῒσιος: Καλύτερα ένα χωριό να μην έχει παπά, παρά να έχει έναν κακό παπά. Γιατί στην πρώτη περίπτωση ο Θεός βοηθάει με πολλούς τρόπους τους ανθρώπους λόγω της ελλείψεως αυτής, ενώ στη δεύτερη ο παπάς οδηγεί το χωριό στην απώλεια. Και το δεύτερο αυτό μας κάνει να επαναλάβουμε και πάλι ό,τι σημειώσαμε κάπου παραπάνω: ότι χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση από τον ιερέα να μένει πιστός στο έργο του. Και για να μείνει πιστός, χρειάζεται αδιάκοπα να δουλεύει πάνω στον εαυτό του και τον πνευματικό του καταρτισμό. Έλεγε μάλιστα ο άγιος Πορφύριος: παπάς που αγωνίζεται να είναι άγιος, όσο μπορεί, δεν χρειάζεται να κάνει έπειτα και πολλά πράγματα για το ποίμνιό του. Γιατί η αγιωσύνη του αντανακλά στο πρόσωπό του και το όποιο έργο του, οπότε έλκονται προς τον Θεό οι άνθρωποι από τη χάρη που έχει.

Και γ. Βεβαίως το πρώτιστο και η βάση είναι ο αγιασμός του ιερέα, αλλά παράλληλα, μας υπενθυμίζει ο άγιος Χρυσόστομος, χρειάζεται και το χάρισμα της σοφίας και της σύνεσης που πρέπει να τον διέπει. Το επιχείρημά του είναι συντριπτικό: υπάρχουν άνθρωποι, ακόμη και ασκητές, με μεγάλη αγιότητα και διαρκή προκοπή. Όμως στον κόσμο ερχόμενοι ως ιερείς διαπιστώθηκε η έλλειψη της σύνεσής τους, της διάκρισής τους, κι έτσι και οι ίδιοι καταποντίστηκαν και πολύ περισσότερο οι πιστοί ταράχθηκαν και απομακρύνθηκαν από την πίστη.

«Ακόμη και στην περίπτωση που κάποιος επεδείκνυε τόση πολλή ευλάβεια, ικανή για την κατάληψη του ιερατικού αξιώματος, ούτε και αυτόν ακόμη να μη τολμώ να τον εγκρίνω, αν μαζί με την ευλάβεια δεν διαθέτει και πολλή σύνεση» λέει και πάλι ο ιερός Χρυσόστομος. «Διότι γνωρίζω πολλούς, οι οποίοι όλη τους τη ζωή την αφιέρωσαν στην ησυχία, την άσκηση και τη νηστεία, σε όλα δε αυτά ευδοκιμούσαν και ευχαριστούσαν τον Θεό για όσο χρονικό διάστημα ήσαν μόνοι τους και μεριμνούσαν για την ατομική τους ηθική ανέλιξη, προσέθεταν μάλιστα στην αύξηση της ασκητικής εμπειρίας καθημερινά πολλά θετικά στοιχεία. Όταν όμως εισήλθαν στον κόσμο και αναγκάσθηκαν να επανορθώσουν τα αρνητικά στοιχεία του λαού, τότε άλλοι μεν αποδείχθηκαν τελείως ανεπαρκείς για την αποστολή αυτή, άλλοι δε αφού αναγκάσθηκαν να επιμείνουν στο έργο αυτό εγκατέλειψαν την ακρίβεια περί την πίστη και όχι μόνο τους εαυτούς τους ζημίωσαν τα μέγιστα, αλλά και τους άλλους δεν ωφέλησαν σε κάτι».

παπα Γιώργης Δορμπαράκης
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ