Ορθοδοξία Blog

Ο Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης πέρασε από μεγάλο πειρασμό

Μακαριστός Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης: Η ελεημοσύνη βοηθά να συναντηθούμε με τον Παντελεήμονα Θεό κατά τον καλύτερο τρόπο
Ὁ π. Μωϋσής βρέθηκε ἀντιμέτωπος κατά πρόσωπο μέ τό γεγονός τοῦ θάνάτου στήν ἡλικία τῶν εἴκοσι χρονῶν. Ἡ διαφορά τῆς θεωρητικῆς γνώσης τοῦ θάνάτου ἀπό τήν ἐμπειρική, εἶναι ὅπως τῆς ἡμέρας μέ τή νύχτα.

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Ὁ π. Μωϋσής βρέθηκε ἀντιμέτωπος κατά πρόσωπο μέ τό γεγονός τοῦ θάνάτου στήν ἡλικία τῶν εἴκοσι χρονῶν. Ἡ διαφορά τῆς θεωρητικῆς γνώσης τοῦ θάνάτου ἀπό τήν ἐμπειρική, εἶναι ὅπως τῆς ἡμέρας μέ τή νύχτα. Γιατί ἡ θεωρία μᾶς λέει ὅτι εἶναι μέν ὁ θάνατος «ἡ κοινή μοίρα τῶν ἀνθρώπων» ἀλλά παραπέμπεται στό ἀπώτερο μέλλον, ὅταν θά ἔχουν ἐκπληρωθεῖ ὅλα τά ὄνειρα κι ὅταν τά «ἔτη τοῦ ἀνθρώπου θά ’ναι κόπος καί πόνος». Ὅταν ὅμως οἱ ἐργαστηριακές ἀνάλύσεις θά λέν ξεκάθαρα ὅτι «ὁ ἀσθενής ἔχει μόνο ἕξι μῆνες ζωή», κι ὅταν αὐτός ὁ ἀσθενής εἶσαι ἐσύ, τότε τά δεδομένα ἀλλάζουν. Βρίσκεσαι πρό τῶν πυλῶν τοῦ Ἅδη! Ποιά λόγια νά παρηγορήσουν; Τί ἐνέργειες νά γίνουν γιά νά προλάβεις τή ζωή;

Ἡ νεότητα, μέ τήν ἀπειρία της ἀπό τή μία καί τό φοβερό γεγονός τοῦ θανάτου ἀπό τήν ἄλλη, ἔδιναν ὅλες τίς προϋποθέσεις στό νεαρό ἑτοιμοθάνατο Γιάννη Μαυρίδη νά ἀπελπιστεῖ, νά κλονιστεῖ ψυχικά, ν’ ἀπορρίψει τόν «Κύριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θάνάτου». Φαίνεται πώς ὁ Γιάννης εἶχε πνευματικές ρίζες πού δέν λύγισαν τήν ἐμπιστοσύνη του στό Θεό τῶν Πατέρων του. Ἡ ἁπλή πίστη τῶν γονιῶν του, συνδυασμένη μέ τήν πίστη πού ἔβλεπε στά πρόσωπα μοναχῶν καί κληρικῶν στό Μετόχι τῆς Ἀναλήψεως καί ἀλλοῦ, ἔγινε ἡ βάση τῆς προσωπικῆς του δοκιμασίας, ὥστε νά στηριχτεῖ γιά νά τήν ἀντέξει καί νά τή διαχειριστεῖ μέσα του.

Βέβαια, τά βιώματα ἐκείνης τῆς στιγμῆς, τόν ψυχικόν πόνο καί τή σχέση του μέ τό Θεό, μέ τή διαβεβαίωση τῆς ἐπιστήμης ὅτι «οἱ μέρες τῆς ζωῆς του εἶναι μετρημένες», μόνο ὁ ἴδιος τά γνωρίζει. Μποροῦμε ὅμως νά κατανοήσουμε ἀπό τή συμπεριφορά του πώς χρησιμοποίησε τή μνήμη τοῦ θάνάτου γιά τήν πνευματική του ὡριμότητα καί ἀνάπτυξη. Θά μποροῦσε νά ἀπελπιστεῖ μέ τά «γιατί» καί τά «πῶς», νά ἀπορρίψει τό «σκληρό Θεό» πού ἀποφασίζει γιά μᾶς χωρίς ἐμᾶς, νά βγάλει ὅλο τόν ἀρνητικό ἑαυτό του ὡς ἀντίδραση γιά τήν ἀπόφαση πού πάρθηκε ἐρήμην του. Δέν τό ἔκανε! Ἀκολούθησε τήν ὁδό τῆς ταπείνωσης, πού ξέρει νά ὑποτάσσεται στά μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί νά μή ρωτᾶ πῶς καί γιατί. Ἐμπιστεύτηκε τό θέλημα τοῦ Κυρίου του καί βάδισε τήν «τεθλιμμένην τοῦ βίου ὁδόν» καθώς τοῦ ἔδειχνε.

Στηριγμένος στή «γνώση τοῦ Χριστοῦ καί στή δύνάμη τῆς ἀναστάσεώς του, στήν ἐπιθυμία νά μετάσχει στά παθήματά του ἀκολουθώντας τον στό θάνατο» μπόρεσε νά πορευτεῖ τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς του τήν ὄντως «ὁδόν τοῦ μαρτυρίου»: Τήν πρώτη φορά ἔκανε 90 μέρες στήν ἐντατική. Ἄρχισε νά μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεῖα, ὅταν οἱ συνομίληκοί του εἰσέρχονταν στά πανεπιστήμια – ὁ ἴδιος ἤθελε νά σπουδάσει ἰατρική. Ἀποφασίζει ὡς τήν τελευταία ἐλπίδα γιά ζωή τή μεταμόσχευση ἥπατος στήν Ἀμερική, μέ ὅ,τι σημαίνει αὐτό: Ἐξεύρεση λεφτῶν, ἀναμονή δότη, καθημερινή ἀγωνία στήν «αἴθουσα ἀναμονῆς», πήδημα στό κενό. Ἡ ἴδια ἡ μεταμόσχευση μία μέγάλη ταλαιπωρία, μετεγχειρητικές ἐπιπτώσεις, ἐξετάσεις καθημερινές, προσοχή μεγάλη, συνεχής ἐγρήγορση. Καί μαζί μέ ὅλ’ αὐτά ἡ αἴσθηση τῆς μονάξιᾶς, ὁ ψυχικός πόνος ἀπό τούς «ἀδελφούς του» πού θ’ ἀμφισβητοῦσαν τήν ἠθικότητα τοῦ ἐγχειρήματος. Ἀρκεῖ νά διαβάσει κανείς τό μικρό βιβλίο του μέ τά μεγάλα μηνύματα, τό «Ἐπιστροφή ἀπό τήν Ἀμέρική» γιά νά καταλάβει τό μαρτύριο τῆς μεταμόσχευσης.

Κι ὅμως! Ἀφέθηκε στά χέρια τοῦ μεγάλου Θεοῦ του, πού μυστικά τοῦ πληροφοροῦσε τήν παρουσία Του, τήν ἀγάπη Του, τή συμπόρευσή Του. Μέ τά παθήματά του ὁ Μοναχός Μωϋσῆς γινόταν οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ του. Μποροῦσε νά κατανοήσει τό «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου», τήν κραυγή Του πάνω στήν πιό κρίσιμη στιγμή τοῦ Σταυροῦ, «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μέ ἐγκατέλιπες;». Ὅπως καί τό γεγονός ὅτι «ὤφθη αὐτῷ ἄγγελος ἀπ’ οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτόν».

Ὁ Ἅγιο Σωφρόνιος τοῦ Essex θά πεῖ: «ὅποιος πέρασε ἀπό πειρασμό, ἐκεῖνος θά μπορέσει νά βοηθήσει καί τόν πειραζόμενο». Ὁ π. Μωυσῆς πέρασε ἀπό μεγάλο ὄντως πειρασμό, γι’ αὐτό καί ὁ λόγος του, ὡς ἐμπειρικός, ἀκουόταν ἀπ’ ὅλους. Ἐκμεταλλεύτηκε τά χρόνια πού τοῦ χάρισε ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου – ἔζησε, μετά τά ἐργαστηριακά ἀποτελέσματα καί τήν ἰατρική βεβαίωση γιά ἕξι μῆνες ζωῆς, ἀκόμα σαράντα δύο χρόνια. Σ’ αὐτά τά χρόνια ὁ πόνος ἔγινε ὁ σύντροφός του, ὥστε ὁ ἴδιος νά ὁμολογεῖ ὅτι «δέν γνωρίζω τί εἶναι ἡ ὑγεία» καί ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου, μετά τήν κοίμησή του, νά τόν χαρακτηρίσει ὡς τό «θεολόγο τοῦ πόνου».

Απόσπασμα από το βιβλιαράκι:

Ἡ ζωή τοῦ Μοναχοῦ Μωϋσέως Ἁγιορείτη σημεῖο ἐλπίδας γιά τό σύγχρονο πονεμένο ἄνθρωπο, ἔκδοση Ἱ. Ἡσυχασηρίου Ἁγίας Τριάδος, 2024