ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ-Blog

Δύσκολη η ζωή μα έχουμε και «βαριά όπλα» στα χέρια μας

Δύσκολη η ζωή μα έχουμε και «βαριά όπλα» στα χέρια μας
παπα Γιώργης Δορμπαράκης | Δύσκολη η ζωή μα έχουμε και «βαριά όπλα» στα χέρια μας

«Χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τό ἀνίκητον θάρσος»

Η Γέννηση του Χριστού στον κόσμο από την Παναγία είναι το περιεχόμενο της δεύτερης στάσης των Χαιρετισμών κι ο παραπάνω χαιρετισμός αναφέρεται στο πιο χτυπητό αποτέλεσμα που έφερε ο ερχομός Του: το θάρρος ως υπέρβαση κάθε φόβου. «Χαίρε Παναγία, που είσαι το ανίκητο θάρρος των αθλητών της πίστεως».

  1. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να φοβάται. Μέτοχος της δόξας του Δημιουργού Του, «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Εκείνου, είχε τη δοσμένη εξουσία να «άρχει» επί όλων των δημιουργημάτων, όπως φανερώνεται και από το γεγονός ότι μπορούσε να δώσει όνομα σε όλα τα ζώα – να τα «ορίσει», να θέσει δηλαδή πλαίσιο και όριο σ’ αυτά. Εννοείται ότι η «αρχή» και η εξουσία του αυτή κατενοείτο ως συνέχεια της πρώτης Αρχής του ίδιου του Θεού της Αγάπης, ως έκφραση συνεπώς του σεβασμού και της αγάπης του προς αυτά. Αυτή δεν είναι και η αποκάλυψη της κυριότητας του Θεού και του Χριστού επί των ανθρώπων; Είναι Κύριος ο Θεός, γιατί μας αγαπά και μας σέβεται σε βαθμό άπειρο, φτάνοντας στο σημείο η παντοδυναμία Του να αποκορυφωθεί πάνω στον Σταυρό! Η (απόλυτη) εξουσία ως (απόλυτη) διακονία. «Ἐγώ δέ εἰμί ἐν μέσῳ ὑμῶν ὡς ὁ διακονῶν». «Εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι ἔστω πάντων ἔσχατος καί πάντων διάκονος».
  2. Φόβος λοιπόν δεν υπήρχε στους πρωτόπλαστους, γιατί ζούσαν την αγάπη του Δημιουργού τους με αυξητική προοπτική – η παρρησία και το θάρρος ήταν το χαρακτηριστικό τους. Κι όσο αγαπούσαν, τόσο και μεγάλωναν το θάρρος και η δύναμή τους, γιατί τόσο και πλάταινε η αγκαλιά τους – όλος ο κόσμος κομμάτι τους και «παιδί» τους. Επαναστάτησαν όμως κατά του Δημιουργού, αμάρτησαν, σταμάτησαν δηλαδή να αγαπούν, οπότε εισήλθε μεταξύ των άλλων και ο φόβος στην καρδιά τους, σε σημείο που αυτός να τους προσδιορίζει και να τους βασιλεύει. «Ἤκουσα τῆς φωνῆς Σου καί ἐφοβήθην!» Κι ο φόβος αυτός έναντι του Πατέρα τους έγινε και φόβος του ενός προς τον άλλον, φόβος κι έναντι της ίδιας της (αδελφής) φύσεως, ακόμη και έναντι του ίδιου τους του εαυτού! «Στένων και τρέμων ἔσῃ ἐπί τῆς γῆς» ακούει αίφνης ο Κάιν μετά τον φόνο που διέπραξε κατά του αδελφού του. Κι αυτό θα πει: ο φόβος αποτελεί έκφραση της έλλειψης της αγάπης, δηλαδή του εγωισμού, και σύμπτωμα της πιο μεγάλης αδυναμίας. Φοβάται ο αδύναμος, ο ανίσχυρος, ο ανασφαλής, που νιώθει ότι από παντού τον περικυκλώνουν όλοι οι κίνδυνοι, κυρίως δε πια ο «ἔσχατος ἐχθρός» ο θάνατος!
  3. Ήρθε όμως ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός. Προσέλαβε τον άνθρωπο, τον έκανε δικό Του κομμάτι, μέλος Του, και του ξανάδωσε όλες τις χαμένες δυνάμεις του κι ακόμη περισσότερο: ό,τι είχε κι έχει Εκείνος να το έχει και το αγαπημένο χαμένο και «νεκρό» πλάσμα Του. Αρκεί βεβαίως το πλάσμα Του να Τον πιστέψει. Να Τον αποδεχτεί ως πηγή της ύπαρξής του, που σημαίνει να ανοίξει τα μάτια του για να δει την πραγματικότητα. Διότι βεβαίως δεν παύει ποτέ ο Θεός ως «ὁ Ὤν» να είναι η πηγή της Ζωής και του Είναι – όλοι και όλα από Εκείνον έχουν τη δυνατότητα να ζουν και να υφίστανται. Οπότε ο πιστός ως συνέχεια του Χριστού, ως άλλος Χριστός στον κόσμο, (αγωνίζεται να) ζει και την Αγάπη του Χριστού, δηλαδή ζει κι αυτός σταυρωμένα θυσιαζόμενος για τους άλλους, με πρώτο αποτέλεσμα την υπέρβαση και την εξάλειψη κάθε φόβου. Το θάρρος γίνεται και πάλι το συνοδευτικό στοιχείο της ζωής του και σ’ αυτήν την κατάσταση προσανατολίζει ο ίδιος ο Χριστός. «Θαρσεῖτε. Μή φοβεῖσθε. Μή ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία. Μή φοβοῦ, μόνον πίστευε», ακούνε τα λόγια του Διδασκάλου οι Απόστολοι. Κι ο άγιος Ιωάννης έρχεται να το εκφράσει και αξιωματικά: «Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον». Η πίστη ως αγάπη και θάρρος.
  4. Κι η Παναγία Μητέρα του Κυρίου και δική μας, Αυτή διά της οποίας έγινε άνθρωπος ο Υιός και Λόγος του Θεού, καθίσταται έτσι το θάρρος όλων των πιστών. Θάρρος μάλιστα που δεν ηττάται ποτέ, γιατί έφερε τον Παντοδύναμο στον κόσμο που μας μετέδωσε την παντοδυναμία Του. Κι η πρώτη που αποδέχτηκε και έχει την παντοδυναμία αυτή είναι η ίδια η Παναγία. Δι’ Αυτής λοιπόν σχετιζόμαστε με τον Κύριο και Θεό μας, αλλά και Αυτήν επικαλούμαστε όταν κινδυνεύουμε με τις ολιγοπιστίες και τις απιστίες μας – «Ὅτι οὐκ ἔχομεν παρρησίαν διά τά πολλά ἡμῶν ἁμαρτήματα, σύ τόν ἐκ σοῦ γεννηθέντα δυσώπησον, Θεοτόκε Παρθένε». Τα συναξάρια των αγίων μας βρίθουν από περιστατικά που φανερώνουν την πραγματικότητα αυτή. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους πονηρότερους πειρασμούς του διαβόλου είναι να μας απομακρύνει από την επίκληση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Γιατί ξέρει ότι αρχίζουμε να μπαίνουμε στο δικό του κλίμα, το κλίμα του φόβου, συνεπώς εύκολα έχει τη δυνατότητα στη συνέχεια να μας παρασύρει στην κόλασή του.

Δύσκολη η ζωή στον κόσμο τούτο, πολλές οι παγίδες του, απανωτές οι θλίψεις και οι δοκιμασίες. Μα έχουμε και «βαριά όπλα» στα χέρια μας. Πρώτο από όλα, το όνομα του Κυρίου Ιησού. Κι έπειτα την επίκληση της Παναγίας Μητέρας. Ιδίως τις ώρες που ο φόβος πάει να μας καταβάλει, τις ώρες δηλαδή – και πάλι το επαναλαμβάνουμε – που η πίστη και η αγάπη μας στον Χριστό μειώνεται, τότε ας κραυγάσουμε προς τον Κύριο κι ας στρέψουμε το βλέμμα σ’ Εκείνη τη Μοναδική. Αμέσως θα δούμε τη δύναμη του Κυρίου δι’ Αυτής να εισέρχεται στην καρδιά μας και να τη θερμαίνει με τη φλόγα της.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ
παπα Γιώργης Δορμπαράκης