ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΘΕΜΑΤΑ

Φιλοσοφία, Επιστήμη, Θεολογία

Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος
Τό θέμα τῆς σχέσεως μεταξύ φιλοσοφίας, ἐπιστήμης καί θεολογίας εἶναι ἀνεξάντλητο καί σχετίζεται μέ διάφορες χρονικές περιόδους. Γιά παράδειγμα, στήν ἀρχαία Ἑλλάδα ταυτίζονταν αὐτές οἱ τρεῖς πραγματικότητες, δηλαδή ἡ φιλοσοφία, ἡ ἐπιστήμη καί ἡ θεολογία, καί κατά διαστήματα χωρίζονταν μεταξύ τους.

Φιλοσοφία, Ἐπιστήμη, Θεολογία

Του Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Τό θέμα τῆς σχέσεως μεταξύ φιλοσοφίας, ἐπιστήμης καί θεολογίας εἶναι ἀνεξάντλητο καί σχετίζεται μέ διάφορες χρονικές περιόδους. Γιά παράδειγμα, στήν ἀρχαία Ἑλλάδα ταυτίζονταν αὐτές οἱ τρεῖς πραγματικότητες, δηλαδή ἡ φιλοσοφία, ἡ ἐπιστήμη καί ἡ θεολογία, καί κατά διαστήματα χωρίζονταν μεταξύ τους.

Θά προσδιορισθῆ μέ συντομία τό ζήτημα αὐτό γιατί ἀφορᾶ ὄχι μόνον τήν σχέση μεταξύ τους, ἀλλά καί τήν σχέση μεταξύ τῶν ἀνθρώπων πού ἀσχολοῦνται μέ τά πεδία αὐτά.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ταύτιζαν τήν φιλοσοφία καί τήν ἐπιστήμη ὡς καθολική ἔννοια πού ἐμπεριέκλειε τίς ἐπί μέρους ἐπιστῆμες. Ὁ Πλάτων μέ τόν ὅρο φιλοσοφία ἐννοοῦσε τήν νόηση, τήν ἐπιστήμη, τήν ἐπιθυμία, τήν σοφία καί τήν θεοφιλία. Κατά τόν Ἀριστοτέλη φιλοσοφία εἶναι ἡ ἐξέταση καί ἐν συνεχείᾳ γνώση τῶν ὄντων καθ’ ἑαυτά. Προέβη, μάλιστα, στήν διάκριση τῆς καθολικῆς ἐννοίας τῆς φιλοσοφίας, σέ μαθηματική, φυσική καί θεολογική. Ἔτσι, ὁ Ἀριστοτέλης θεώρησε τήν φιλοσοφία ὡς «τέχνην τεχνῶν και ἐπιστήμην ἐπιστημῶν», καί ταξινομώντας τίς ἐπί μέρους ἐπιστῆμες γράφει ὅτι ἡ ἐπιστήμη χωρίζεται σέ πρακτική, ποιητική, θεωρητική, ἡ δέ θεωρητική ὑποδιαιρεῖται σέ μαθηματική, φυσική καί θεολογική (Κωνσταντίνου Νιάρχου, Ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία, τόμος Α΄, Ἀθῆναι 2008, σελ. 17 καί ἑξῆς).

Αὐτό πού παρατηρεῖται στήν ἀρχαία Ἑλληνική φιλοσοφία, διαφοροποιεῖται στήν Ἑβραϊκή θεολογία, ὅπως τό βλέπουμε στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπου εἶναι γεμάτη ἀπό Θεοφάνειες, ἀφοῦ ὁ Θεός φανερωνόταν στούς Προφῆτες, τούς Προπάτορες καί ἐκεῖνοι ὁμιλοῦσαν γιά τήν δόξα Του. Ὁ Θεός κατά τούς Προφήτας δέν εἶναι ἀνώτατο ὄν, τό ὁποῖο περικλείει τίς ἰδέες τῶν πραγμάτων, ἀλλά ὁ Προσωπικός Θεός, ὁ Κύριος τῆς Δόξης.

Ἀργότερα, μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄσαρκος Λόγος φανερώθηκε ἐν σαρκί καί οἱ ἄνθρωποι κατάλαβαν ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι ἕνα ἀνώτατο ἀπρόσωπο ὄν, ἀλλά ὁ Κύριος τῆς Δόξης, εἶναι ὁ Λόγος πού ἔγινε ἄνθρωπος πού προσέλαβε σάρκα καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. Καί ὁμολογεῖ ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰω. α΄, 14).

Ὅπως ἦταν φυσικό, ὁ Χριστιανισμός πού ἐπεκτάθηκε στόν Ἑλληνικό κόσμο ὅπου κυριαρχοῦσαν οἱ ἀπόψεις τῆς κλασσικῆς μεταφυσικῆς καί τοῦ νεοπλατωνισμοῦ, ἦλθε σέ ἰσχυρή σύγκρουση μέ τήν τότε ὑπάρχουσα προαγματικότητα. Τά δύο ρεύματα τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θεολογίας συγκρούστηκαν δυνατά, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι προσπαθοῦσαν νά κατανοήσουν τό Τριαδικό δόγμα μέ τήν λογική καί ἔπεσαν σέ αἱρέσεις. Τότε οἱ Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος ἐξέφρασαν τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τήν δική τους, χρησιμοποιώντας μερικούς ὅρους τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, δίδοντας νέο νόημα σέ αὐτούς.

Ἔτσι, μέ τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ξεκαθαρίσθηκε ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ ἐμπειρική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλο εἶναι ἡ φιλοσοφία, πού συνδέεται μέ τήν φαντασία καί τόν στοχασμό, καί ἄλλο εἶναι ἡ ἐπιστήμη πού διερευνᾶ τήν κτιστή πραγματικότητα.

Ὅμως, στήν Δύση ἀπό τόν 11ο ἕως τόν 13ο αἰώνα ταυτίσθηκαν πάλι ἡ φιλοσοφία, ἡ ἐπιστήμη καί ἡ θεολογία, μέ τήν λεγόμενη σχολαστική θεολογία. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς ταυτίσεως θεολογίας, φιλοσοφίας καί ἐπιστήμης ἀντέδρασαν οἱ ἐπιστήμονες κατά τούς νεωτέρους χρόνους. Μέ τά πειράματα καί τήν παρατήρηση ἀπέρριψαν τό κοσμοείδωλο τῆς μεταφυσικῆς, ἀφοῦ διαπίστωσαν ὅτι δέν ὑπάρχει σταθερότητα στήν κτίση, ὅπως θά γινόταν ἄν ὅλα τά ὄντα εἶναι ἀντίγραφα τῶν ἰδεῶν ἤ κινοῦνται ἀπό τό πρῶτο κινοῦν ἀκίνητον. Ἔτσι, ἀναπτύχθηκαν διάφορα ρεύματα μεταξύ τῶν ἐπιστημόνων, ὅπως εἶναι οἱ ἄθεοι πού δέν ἐνδιαφέρονταν γιά τόν Θεό, οἱ δεϊστές πού πίστευαν στήν ὕπαρξη ἑνός ἀνώτατου ὄντος πού κυβερνᾶ τόν κόσμο, καί οἱ ἀγνωστικιστές πού ἀναφέρονται σέ ἕναν ἄγνωστο Θεό.

Ὅμως, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες πού ἔζησαν τόν 4ο αἰώνα μ.Χ., στό ἐνδιάμεσο, μεταξύ τῶν φιλοσοφούντων θεολόγων καί τῶν σχολαστικῶν θεολόγων, γνώριζαν ὅλα τά φιλοσοφικά καί ἐπιστημονικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς τους. Μάλιστα οἱ δύο ἀπό αὐτούς, ἤτοι ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, σπούδασαν στήν Ἀθήνα τήν φιλοσοφία συνδυασμένη μέ τίς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐνῶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἄκουσε τά μαθήματα τοῦ φιλοσόφου Λιβανίου, ὁ ὁποῖος ἀκολουθοῦσε τους σοφιστές.

Καίτοι γνώριζαν τόσο τήν φιλοσοφία ὅσο καί τίς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς τους, ἐν τούτοις τίς ἀποσυνέδεσαν ἀπό τήν θεολογία. Ἔκαναν τήν διάκριση ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ ἀνθρώπινη γνώση καί ἡ φιλοσοφική ἐνατένιση τοῦ θείου ὄντος καί ἄλλο εἶναι ἡ θεολογία. Οἱ πρῶτες, δηλαδή φιλοσοφία καί ἐπιστήμη κινοῦνται μέ κέντρο τήν λογική καί τήν φαντασία, ἐνῶ ἡ θεολογία εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο καί θέωση τοῦ ἀνθρώπου διά τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως. Μέ ἄλλα λόγια ἀποσυνέδεσαν τήν θεολογία ἀπό τήν φιλοσοφία καί τήν ἐπιστήμη.

Γίνεται κατανοητό ὅτι οἱ Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος, ὅπως τό βλέπουμε στούς Τρεῖς Ἱεράρχες, ἔκαναν μιά μεγάλη ἐπανάσταση στήν ἐποχή τους, μέ θετική ἐξέλιξη, ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι ἔκαναν οἱ ἐπιστήμονες τοῦ 18ου αἰώνα, πού κατέληξαν στήν ἀθεΐα. Δηλαδή, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἀποσυνέδεσαν δημουργικά τήν ἐμπειρική θεολογία ἀπό τήν φιλοσοφία καί τήν ἐπιστήμη, ὁπότε ἡ πορεία τους γίνεται παράλληλη γιά τό καλό τοῦ ἀνθρώπου, χωρίς νά ὑπάρξουν συγκρούσεις, ἐνῶ οἱ ἐπιστήμονες τόν 18ο αἰώνα ἀποσυνέδεσαν τήν ἐπιστήμη ἀπό τήν φιλοσοφία καί τήν θεολογία, τήν λεγομένη δυτική μεταφυσική, μέ ἀποτέλεσμα νά γίνη μεγάλη σύγκρουση μεταξύ θεολογίας, ἐπιστήμης καί φιλοσοφίας.

Αὐτό μᾶς δείχνει πῶς πρέπει καί ἐμεῖς νά ἐργαζόμαστε στήν σύγχρονη ἐποχή, γιά νά βοηθήσουμε τόν ἄνθρωπο πού ὑποφέρει ἀπό σωματικό, ψυχικό καί πνευματικό πόνο. Ἡ θεολογία συνεργάζεται μέ τήν ἐπιστήμη γιά τό καλό τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θεολογία δίνει στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα νά γνωρίση τόν Θεό, ἐνῶ ἠ ἐπιστήμη ἀσχολεῖται μέ τά σωματικά καί βιολογικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, δέν θά ὑπάρχουν συγκρούσεις.

Ἑπομένως, ἀντί νά ταυτίζονται ἡ φιλοσοφία, ἡ ἐπιστήμη καί ἡ θεολογία, θά πρέπει νά ἀσχολοῦνται ἀνεξάρτητα ἡ κάθε μιά μέ τό ἀντικείμενό της. Νομίζω ὅτι σέ αὐτό τό θέμα βλέπω τήν ἐπικαιρότητα τοῦ ἔργου τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι τόν 4ο αἰώνα ἐργάσθηκαν θετικά καί ἀποτελεσματικά, ἀντίθετα μέ τήν ἀρνητική σύγκρουση πού ἔγινε τόν 18ο αἰώνα στήν Δύση, πού σκόρπισε τήν ἀθεΐα, τόν ἀγνωστικισμό καί τό δεϊσμό.

Ὅλη αὐτή ἡ συζήτηση πού γίνεται στήν Δύση μεταξύ φιλοσοφίας, θεολογίας καί ἐπιστήμης, στήν δική μας παράδοση ἔχει τελειώσει καί τά πράγματα ἔχουν ξεκαθαρισθῆ. Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ἀσχολεῖται μέ τόν ἄνθρωπο, γιά τό πῶς νά καθαρισθῆ, νά φωτισθῆ καί νά θεωθῆ, ἡ φιλοσοφία διερευνᾶ μέ φιλοσοφικό τρόπο τό ἀνώτατο ὄν καί ἡ ἐπιστήμη ἀχολεῖται μέ τά κτιστά ὄντα.