Advertisements
ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΘΕΜΑΤΑ

Ένας από τους πιο παλιούς και τους πιο μεγάλους οδηγούς του Μοναχισμού

Άγιος ιωάννης κλίμακος
Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ: Η διδαχή του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος.
Advertisements

Είναι φανερό πως οι τρόποι που προτείνουν ο Μοναχός Δωρόθεος κι’ ο Γέροντας Σεραφείμ, ταυτίζονται με τον τρόπο που προτείνει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Ο Άγιος Ιωάννης όμως έχει εκθέσει τη διδαχή του με ιδιαίτερη σαφήνεια και ακρίβεια. Αυτός ο Πατέρας είναι ένας από τους πιο παλιούς και τους πιο μεγάλους οδηγούς του Μοναχισμού κι’ αναγνωρίζεται σαν τέτοιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Μεταγενέστεροι άγιοι συγγραφείς αναφέρονται σ’ αυτόν σαν σε αξιοπιστότατο δάσκαλο, σαν σε ζωντανό σκεύος του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό προσφέρουμε τη διδαχή του με πλήρη εμπιστοσύνη στους προσφιλείς πατέρες και αδελφούς, όχι μοναχά σ’ όσους ζουν σε Μοναστήρια, μα και σ’ όσους ζουν μέσα στον κόσμο και τίμια επιθυμούν να προσεύχονται με ειλικρίνεια και επιτυχία και με τρόπο ευάρεστο στον Θεό για γενική χρήση.

Ο τρόπος αυτός είναι απαραίτητος. Το να κάνει κανείς χωρίς αυτό τον τρόπο, θα ισοδυναμούσε με το να κάνει χωρίς την προσοχή. Μα χωρίς την προσοχή, δεν είναι προσευχή. Είναι νεκρή. Είναι άχρηστη, ψυχοφθόρα φλυαρία, υβριστική στον Θεό. Όποιος προσεύχεται με προσοχή δεν μπορεί παρά να προσεύχεται λίγο πολύ μ’ αυτή τη μέθοδο. Αν η προσοχή αυξάνεται και δυναμώνει στη διάρκεια της προσευχής, με βεβαιότητα θα προκύψει ο τρόπος προσευχής που προσφέρει ο θείος Ιωάννης. «Αίτει», λέει, «μετά θερμών δακρύων, ζήτα με υπακοή, και κρούε με υπομονή και καρτερία» (Κλίμαξ, κεφ. 28, 56, εκδ. «Εκθέσεως Χριστιανικού Βιβλίου», Αθήνα, 1959). Μ΄ αυτό τον τρόπο «πᾶς ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται» (Ματθ. 7, 8).

Η πείρα θα δείξει σύντομα πως στην εφαρμογή αυτού του τρόπου ιδιαίτερα στην αρχή, οι λέξεις πρέπει να προφέρονται χωρίς καμιά απολύτως βιασύνη έτσι που ο νους να έχει καιρό να μπαίνει μέσα στις λέξεις σαν σε μορφές. Αυτό δεν μπορεί να γίνει όταν η ανάγνωση είναι βιαστική. Η μέθοδος του Αγίου Ιωάννη είναι πολύ βολική, τόσο κατά την άσκηση στην προσευχή του Ιησού όσο και στην ανάγνωση συνηθισμένων προσευχών στο κελί κι’ ακόμα όταν διαβάζει κανείς τις Γραφές και βιβλία των Πατέρων. Πρέπει να ασκήσει κανείς τον εαυτό του σ’ αυτό, σάμπως να διαβάζει συλλαβή με συλλαβή με την ίδια απουσία βιασύνης.

Όποιος έχει γίνει έμπειρος σ’ αυτό τον τρόπο, έχει κάνει κτήμα του την προφορική, νοερά και εγκάρδια προσευχή που είναι κατάλληλη για οποιονδήποτε που ζει πρακτική ζωή. Ο Άγιος Κάλλιστος, Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, μας δίνει την πιο κάτω κρίση του για την προσευχή: «Η αδιάλειπτη προσευχή βρίσκεται στην αδιάκοπη επίκληση του ονόματος του Θεού. Είτε κουβεντιάζει κανείς είτε κάθεται, είτε περπατά είτε κατασκευάζει κάτι, είτε τρώει είτε είναι απασχολημένος με κάποιον άλλο τρόπο, πρέπει παντού και πάντοτε να επικαλείται το όνομα του Θεού, σύμφωνα με την εντολή της Γραφής: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσσ. 5. 17).

Μ΄ αυτό τον τρόπο συντρίβονται οι απόπειρες του εχθρού που επιβουλεύονται τη ζωή μας. Πρέπει να προσευχόμαστε με την καρδιά, πρέπει επίσης να προσευχόμαστε προφέροντας τα λόγια, σαν είμαστε μόνοι. Όταν βρισκόμαστε όμως στην αγορά ή στη συντροφιά άλλων, δεν πρέπει να προσευχόμαστε με τα χείλη παρά μονάχα νοερά.
Πρέπει να φρουρούμε την όραση μας και να φροντίζουμε πάντα έτσι, που να φυλάμε τον εαυτό μας, από την αφηρημάδα και τις παγίδες του εχθρού. Η προσευχή φτάνει στην τελειότητα όταν προσφέρεται στον Θεό χωρίς περιπλάνηση του του σε αφηρημάδες, όταν όλες οι σκέψεις και τα αισθήματα ενός ανθρώπου συμμαζεύονται σ’ αυτήν.
Η προσευχή κι’ οι ψαλμωδίες πρέπει να γίνονται όχι μόνο νοερά, μα και να προφέρονται με τα χείλη, όπως λέει ο Προφήτης Δαυίδ: «Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου» (Ψαλμ. 50, 17). Κι’ ο Απόστολος, δείχνοντας πως χρειάζεται και το στόμα, είπε: «Δι’ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ’ ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Εβρ. 13, 15).

Σε κάποιο Μοναχό, που τον ρώτησε πως πρέπει να προσεύχεται, ο Άγιος Βαρσανούφιος ο Μέγας απάντησε: «Πρέπει να ασκούμε τον εαυτό μας λίγο στη ψαλμωδία και επίσης λίγο να προσευχόμαστε προφορικά. Χρειαζόμαστε επίσης χρόνο για να εξετάζουμε και να παρατηρούμε τις σκέψεις μας. Εκείνος που στο τραπέζι έχει πολλά διαφορετικά φαγητά τρώει πολύ και μ’ ευχαρίστηση, ενώ εκείνος που έχει κάθε μέρα το ίδιο φαΐ όχι μονάχα το τρώει χωρίς ευχαρίστηση, μα και μερικές φορές ίσως νοιώθει και αποστροφή σ’ αυτό.

Έτσι και με τη δική μας κατάσταση. Στη ψαλμωδία και την προσευχή μη δεσμεύεις τον εαυτό σου, αλλά κάνε τόσα όσα σου δίνει ο Κύριος. Μη όμως παρατήσεις το διάβασμα και την εσωτερική προσευχή. Λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο – κι’ έτσι θα περάσεις τη μέρα ευχαριστώντας τον Θεό.

Οι τέλειοι μας πατέρες δεν είχαν ένα καθορισμένο κανόνα, αλλά στη διάρκεια ολόκληρης της μέρας εφάρμοζαν τον κανόνα τους. Ασκούνταν λίγο στη ψαλμωδία και λίγο επίσης προσεύχονταν προφορικά, ως ορισμένο βαθμό εξέταζαν τις σκέψεις τους κι’ αφιέρωναν ακόμα λίγο χρόνο και σκέψη στο φαγητό. Όλα όμως αυτά τα έκαναν με φόβο Θεού» (Απόκριση 177).
Αυτές τις οδηγίες έδωσε σε κάποιο αδελφό κάποιος Άγιος Πατέρας που είχε γίνει πολύ έμπειρος στην προσευχή. Η πείρα θα δείξει στον καθένα που ασκείται στην προσευχή πως η μεγαλόφωνη προφορά, μερικές φορές, της προσευχής του Ιησού και γενικά άλλων προσευχών αποτελεί μεγάλο βοήθημα στο να παρεμποδίζεται ο νους από το ξεγλύστρημα σε αφηρημάδες.

Στην περίπτωση βίαιης επίθεσης του εχθρού, όταν γίνεται αισθητή μια εξασθένιση της βούλησης και σκοτισμός πνεύματος, η προφορική προσευχή είναι απαραίτητη. Η συγκεντρωμένη προφορική προσευχή είναι ταυτόχρονα πνευματική και εγκάρδια.
Με τα φτωχά μας λόγια δεν εμποδίζουμε ούτε αποτρέπουμε τους προσφιλείς μας πατέρες και αδελφούς από μιαν  εξαιρετική επιτυχία στην προσευχή. Αντίθετα, το επιθυμούμε με όλη μας την καρδιά. Είναι όλοι οι Μοναχοί να είναι σαν Άγγελοι και Αρχάγγελοι που δεν έχουν ημέρα ή νύχτα ανάπαυσης, από το έργο της θείας αγάπης που τους φλέγει, και γι’ αυτό αδιάλειπτα και άσβεστα νοιώθουν ικανοποίηση δοξάζοντας τον Θεό.

Ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό, για να κερδηθεί στην ώρα του ο ανεκτίμητος θησαυρός της εγκάρδιας προσευχής, που είναι δωρεά της Χάριτος, απαγορεύουμε και προειδοποιούμε τους αναγνώστες μας να μη πασκίσουν πρόωρα γι’ αυτόν, να μη θεωρήσουν αλαζονικά τον εαυτό τους άξιο και ικανό να τον λάβουν, και έτσι ν’ αποστερήσουν τον εαυτό τους απ’ αυτόν. Αυτό το πάσκισμα απαγορεύεται γιατί είναι αδύνατο ν’ ανακαλύψει κανείς μέσα του την προσευχή της Χάριτος από μόνες τις δικές του προσπάθειες.
Το πάσκισμα τούτο, που συντρίβεται βίαια στις πύλες του μυστικού ναού του Θεού, απαγορεύεται για να μη παρεμποδίσει να εκδηλωθεί τελικά σ’ εμάς το έλεος του Θεού και να θεωρηθεί ένας ανάξιος σαν άξιος και να δοθεί η δωρεά σ’ εκείνους που δεν την περίμεναν, έχοντας έτσι καταδικάσει τον εαυτό τους σ’ αιώνια βάσανα στις φυλακές της κόλασης.

Advertisements

Η δωρεά παρέχεται σ’ εκείνους που ταπεινώνουν κι’ εξευτελίζουν τον εαυτό τους μπροστά στο μεγαλείο της. Η δωρεά δίνεται σ’ όσους απαρνούνται το δικό τους θέλημα και παραδίνονται στο θέλημα του Θεού. Η δωρεά δίνεται σ’ όσους υποτάσσουν κι’ απονεκρώνουν τη σάρκα τους και το αίμα τους, σ’ όσους υποτάσσουν και νεκρώνουν τις βουλές της σάρκας με τις εντολές του Ευαγγελίου. Η ζωή χαράζει κι’ ανατέλλει ανάλογα με το βαθμό της αυτονέκρωσης μας. Έρχεται απροσδόκητα, ολότελα σαν η ίδια ευδοκήσει να έρθει, και τότε συμπληρώνει και τελειοποιεί τη νέκρωση που αρχίσαμε θεληματικά.

Όσοι μ’ αφροντισιά και απροσεξία, ιδιαίτερα εγωκεντρικά. επηρμένα και εγωιστικά αναζητούν μιαν  υψηλή κατάσταση προσευχής σφραγίζουνται πάντα με τη σφραγίδα της απόρριψης, με την ακρίβεια του πνευματικού νόμου (Ματθ. 22, 12-14). Είναι πολύ δύσκολη, τις πιο πολλές φορές αδύνατη, η αφαίρεση της σφραγίδας εκείνης. Γιατί; Γιατί η υπερηφάνεια κι’ η έπαρση που οδηγούν στην αυταπάτη σε κοινωνία με δαίμονες και υποδούλωση σ’ αυτούς, δεν μας επιτρέπουν να δούμε το σφαλερό και το επικίνδυνο των θέσεων μας, δεν μας επιτρέπουν να δούμε τη θλιβερή κοινωνία μας με τους δαίμονες. ούτε και την καταστρεπτική, μοιραία υποδούλωσή μας σ’ αυτούς.
«Ντύσου πρώτα τα φύλλα και ύστερα, όταν ο Θεός προστάξει, γέννα καρπούς», είπαν οι Πατέρες (Ο Άγιος Βαρσανούφιος και ο προφήτης Ιωάννης: Απόκριση 325). Πρώτα κάνε κτήμα σου την συγκεντρωμένη προσευχή. Στον καθαρμένο και προετοιμασμένο με τη συγκεντρωμένη προσευχή, τον ασκημένο και προσοντούχο σύμφωνα με τις εντολές του Ευαγγελίου, στον θεμελιωμένο πάνω σ’ αυτές, ο Θεός, ο πανάγαθος Θεός, θα δώσει στην ώρα του την προσευχή της Χάριτος.

Ο Θεός είναι ο δάσκαλος της προσευχής· η αληθινή προσευχή είναι η δωρεά του Θεού (Κλίμαξ, 28, 64). Σ’ εκείνον που προσεύχεται αδιάλειπτα με συντριβή πνεύματος, με φόβο Θεού και με συγκέντρωση, ο Θεός ο ίδιος χαρίζει βαθμιαία πρόοδο στην προσευχή. Από την ταπεινόφρονα και συγκεντρωμένη προσευχή εκπηγάζουν πνευματική ενέργεια και πνευματική θέρμη, που ζωοποιούν την καρδιά. Η ζωοποιημένη καρδιά προσελκύει το νου μέσα της και γίνεται ναός χαρίσδοτης προσευχής και ταμείο πνευματικών δωρεών που απορρέουν σαν φυσικό αποτέλεσμα από μια τέτοια προσευχή.

«Κοπίασε», λένε οι μεγάλοι ασκητές και διδάσκαλοι της προσευχής, «κοπίασε με πόνο της καρδιάς για ν’ αποκτήσεις τη θέρμη και την προσευχή κι’ ο Θεός θα δώσει να τα ’χεις πάντα. Η αδιαφορία τ’ αποδιώχνει κι’ αυτή γεννιέται από τη νωθρότητα και την απροσεξία» (Ο Άγιος Βαρσανούφιος και ο προφήτης Ιωάννης: Απόκριση 264, 274 και 273).
Αν θέλεις να λυτρωθείς από την αδιαφορία και την αιχμαλωσία δε θα μπορέσεις ποτέ να το πετύχεις αλλιώς, παρά μονάχα αποκτώντας μέσα σου την πνευματική φωτιά. Μόνο από τη θέρμη της φωτιάς του Πνεύματος εξαφανίζονται η αδιαφορία και η αιχμαλωσία. Η φωτιά τούτη αποκτιέται με τον πόθο του Θεού. Αδελφέ! Εκτός αν η καρδιά σου αναζητά τον Κύριο μέρα και νύχτα με οδύνη (δε) θα μπορέσεις να πετύχεις.

Αν όμως εγκαταλείψεις όλα τ’ άλλα και καταπιαστείς μ’ αυτό. θα το φτάσεις, όπως λέει η Γραφή: «Σχολάσατε καὶ γνῶτε» (Ψαλμός 45, 11). Αδελφέ, ικέτευσε την αγαθότητα Εκείνου, «ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. 2, 4) για να σου χαρίσει την πνευματική εγρήγορση που ανάβει την πνευματική φλόγα. Ο Κύριος του ουρανού και της γης, ήρθε στη γη για να ξεχύσει την φλόγα εκείνη απάνω της (Λουκ. 12, 49).
Κατά τη δύναμη μου θα προσεύχομαι στον Θεό, που δίνει Χάρη σ’ όσους τη ζητούν με θέρμη και κόπο, να σας χαρίσει την πνευματική εκείνη εγρήγορση. Όταν αυτή έρθει, θα σας οδηγήσει στην αλήθεια. Αυτή φωτίζει τα μάτια, οδηγεί το νου, αποδιώχνει τον ύπνο της αποχαύνωσης και της αφροντισιάς. Αποκαθιστά τη λάμψη στο όπλο, που καλύφθηκε από τη σκουριά, στο χώμα της νωθρότητας. Αποκαθιστά τη λαμπρότητα, στο ένδυμα που κηλιδώθηκε με την αιχμαλωσία στους βαρβάρους, εμπνέει ένα πόθο που θα βρει την ικανοποίηση με τη μεγάλη θυσία που προσφέρεται από το μεγάλο μας Αρχιερέα. Η θυσία τούτη, για την οποία αποκαλύφθηκε στον Προφήτη ότι καθαρίζει τις αμαρτίες κι’ εξαλείφει τις ανομίες (Ησαΐα 6, 7), συγχωρεί όσους θρηνούν και δίνει στους ταπεινούς Χάρη (Παροιμ. 3, 34), βρίσκει την έκφραση της στους άξιους που μ’ αυτή κληρονομούν την αιώνια ζωή στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

«Η νηπτική εγρήγορση ή εγκράτεια είναι πνευματική τέχνη που ολότελα ελευθερώνει τον άνθρωπο, με τη βοή θεία του Θεού, από αμαρτωλές πράξεις και εμπαθείς σκέψεις και λόγους, όταν ασκηθεί κανείς σ’ αυτή με ζήλο για σημαντικό χρονικό διάστημα. Είναι σιωπή της καρδιάς· είναι φρούρηση του νου· είναι συγκέντρωση μέσα στον εαυτό μας χωρίς καμιάν άλλη σκέψη, είναι συγκέντρωση που πάντα, αδιάλειπτα κι’ ασταμάτητα επικαλείται τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού και Θεό, είναι η συγκέντρωση που αναπνέει μ’ Εκείνον και μ’ Εκείνον παίρνει τα όπλα ενάντια στους εχθρούς και που Τον ομολογεί». Αυτός είναι ο ορισμός της νηπτικής εγρήγορσης ή φυλακής νοός που δίνει ο Άγιος Ησύχιος ο Ιεροσολύμων (Περί Νήψεως ή Φυλακής Νοός, Κεφ. 1 και 35. Κλίμαξ, 28, 46). Οι υπόλοιποι Πατέρες συμφωνούν μαζί του.
«Όταν το πυρ του Θείου πόθου, και η φλόγα της Θείας αγάπης εξαφθεί μέσα στην καρδιά, ανιστά την ψυχή στην προσευχή και την αναβιβάζει με τον λογισμό στον ουρανό και τότε κατεβαίνει η χάρη του Παναγίου Πνεύματος στον νου, ο οποίος είναι το της ψυχής ανώγειο».

Είναι φανερό πως ο Άγιος μιλά από τη δική του ευλογημένη πείρα. Κάτι παρόμοιο έγινε στην περίπτωση του Αγίου Μαξίμου του Καψοκαλυβίτη. «Εγώ εκ νεότητας μου», είπε ο Άγιος στον Άγιο Γρηγόριο το Σιναΐτη, «είχα πολλή πίστη στην κυρία μου Θεοτόκο και την παρακαλούσα μετά δακρύων, να μου δώσει αυτήν την Χάρη της νοεράς προσευχής. Και μία των ημερών πηγαίνοντας στον ναό της, καθώς είχα συνήθεια, την παρακαλούσα πάλι με άμετρη θερμότητα της καρδιάς μου· και εκεί όπου ασπαζόμουν με πόθο την αγία εικόνα της, παρευθύς αγροίκησα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μίαν θερμότητα και φλόγα, όπου ήρθε από την αγία εικόνα, όπου δεν με έκαιγε, αλλά με δρόσιζε και γλύκαινε και έφερνε στην ψυχή μου μεγάλη κατάνυξη από τότε πλέον, Πάτερ, άρχισε η καρδιά μου να λέει από μέσα την προσευχή και ο νους μου να γλυκαίνεται στην ενθύμηση του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να είναι πάντοτε μαζί με την ενθύμηση τους· και πλέον από εκείνο τον καιρό δεν έλειψε η προσευχή από την καρδιά μου» (Φιλοκαλία, εκδ. «Αστέρας», Αθήνα 1973, τόμ. Ε΄, σελ. 104).

Η προσευχή της Χάριτος φανερώθηκε ξαφνικά, απροσδόκητα, σαν δωρεά του Θεού. Η ψυχή του Αγίου είχε προετοιμαστεί για να δεχτεί τη δωρεά της προσευχής με διάπυρη, συγκεντρωμένη, ταπεινή, αδιάλειπτη προσευχή. Η προσευχή της Χάριτος δεν έμεινε μέσα στον Άγιο δίχως τα συνηθισμένα της συνεπακόλουθα, που είναι ολότελα άγνωστα κι’ αταίριαστα στη σαρκική και φυσική κατάσταση.

Μια πλούσια εκδήλωση της πνευματικής φωτιάς μέσα στην καρδιά, της φωτιάς του θείου έρωτα, περιγράφεται από τον Γεώργιο, τον ερημίτη του Ζαντόνσκ, από τη δική του πείρα. Πριν, όμως, απ’ αυτό του στάλθηκε η θεία δωρεά της μετάνοιας που καθάρισε την καρδιά του για να δεχτεί την αγάπη (η δωρεά που δουλεύει σαν φωτιά και κατακαίει όλα όσα μολύνουν και βεβηλώνουν τις ουράνιες αυλές του Αγίου και Ισχυρού Κυρίου) και ακόμη πήρε όλη τη δύναμη από το σώμα του.
«Η ιερή και ουράνια φωτιά», λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «κατακαίει ορισμένους εξ αιτίας της ελλιπούς καθαρότητας τους· άλλους όμως τους φωτίζει επειδή έχουν φτάσει την τελειότητα. Η ιδία αυτή φωτιά ονομάζεται πυρ καταναλίσκον και φως φωτίζον· γι’ αυτό και κάποιοι όταν εξέρχονται από την προσευχή, νομίζουν ότι εξήλθαν από κάποιο λουτρό» και νοιώθουν ανακούφιση, αφού ξαλάφρωσαν από το ρύπο και το γήινο φρόνημα· ενώ άλλοι βγαίνουν λάμποντας με φως και ντυμένοι με διπλό ένδυμα αγαλλίασης και ταπείνωσης.

Εκείνοι όμως που ύστερα από την προσευχή δε νοιώθουν κανένα απ’ αυτά τα δύο επακόλουθα, προσεύχονται ακόμα σωματικά και όχι πνευματικά» (Κλίμαξ, 28, 51). Η προσευχή που εμπνέεται από τη Θεία Χάρη ονομάζεται εδώ πνευματική προσευχή, ενώ η προσευχή που γίνεται από κάποιον μοναχά με τις δικές του προσπάθειες και χωρίς την έκδηλη βοήθεια της Χάριτος ονομάζεται σωματική προσευχή.
Το τελευταίο τούτο είδος προσευχής είναι απαραίτητο, όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, για να μπορέσει να δοθεί στην ώρα της η χαρίσδοτη προσευχή. Πώς όμως η προσευχή της Χάριτος δίνει σημάδι του ερχομού της; Υποδηλώνει τον ερχομό της με υπερφυσικό θρήνο και δάκρυα – κι’ ο άνθρωπος δρασκελά τις πύλες του ιερού του Θεού (της καρδιάς του) με μιαν  άρρητη ευγνωμοσύνη.

Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ. «Υἱέ, δός μοι, σὴν καρδίαν…». (Ορθόδοξη αναφορά στην καρδιακή ή νοερά προσευχή του Ιησού).
Μετάφραση: Επιφανίου Ασσιώτη
Εκδόσεις: Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1978.