Advertisements
 
Advertisements
Κήρυγμα

Ο άσωτος υιός

Ο άσωτος υιός
Γνωστή σε όλους μας, αγαπητοί αδελφοί, η παραβολή του ασώτου υιού, στην οποία αφιερώνεται η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου.
Advertisements

Γνωστή σε όλους μας, αγαπητοί αδελφοί, η παραβολή του ασώτου υιού, στην οποία αφιερώνεται η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου. Γνωστή όμως με τον παραπάνω τίτλο, «η παραβολή του ασώτου υιού». Είναι όμως ο άσωτος υιός ο κεντρικός η ο μοναδικός πρωταγωνιστής αυτής της παραβολής;

Advertisements

Σε αυτήν την παραβολή αυτήν ένας πατέρας εμφανίζεται να μην έχει απ’ την αρχή τον έλεγχο της καταστάσεως. Ζήτησε ο μικρότερος γιός να φύγει απ’ το σπίτι και ο πατέρας δεν αντιτάχθηκε. Όσο και να μην συμφωνούσε μέσα του με την συμπεριφορά του παιδιού του, όχι μόνο του έδωσε το μερίδιο απ’ την περιουσία, αλλά και δεν προσπάθησε με λογικά επιχειρήματα να το συγκρατήσει στο σπίτι. Στα μάτια του κόσμου ένας τέτοιος πατέρας φαινόταν οπωσδήποτε αποτυχημένος.

Εκείνος όμως σεβάσθηκε την ελευθερία της επιλογής του παιδιού του, το οποίο δεν έπαυσε να αγαπά. Και όσο ήταν στην μακρινή χώρα, δεν έπαυσε να περιμένει την επιστροφή του. ΄Ήλθε όμως η ώρα και το παιδί συνειδητοποίησε ότι έξω απ’ το σπίτι και την διακριτική στοργή του πατέρα δεν υπάρχει ζωή αληθινή. Ο πατέρας δεν θέλησε να επιβάλει τίποτα την στιγμή της αναχωρήσεως του παιδιού απ’ το σπίτι. Τα λόγια του δεν θα είχαν κανένα αποτέλεσμα. Μίλησε όμως μέσα στην καρδιά του παιδιού η ανάμνηση της αρχοντικής συμπεριφοράς του πατέρα και τα βιώματα της παιδικής ηλικίας απ’ την ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι.

Advertisements

Και στην ώρα της επιστροφής πάλι αυτός ο πατέρας ανοίγει την αγκαλιά του, ασπάζεται με τρυφερότητα το παιδί του, δεν καταλογίζει ευθύνες, δεν ζητεί αποζημίωση για την κατάχρηση και την σπατάλη της περιουσίας, δεν απαιτεί εκδίκηση για την προσβολή του κύρους του στα μάτια της κοινωνίας. Δεν θέλει να ακούσει την παράκληση του ασώτου να τον δεχθεί στην θέση του δούλου, αλλά αμέσως δίνει εντολή να του φορέσουν την πρώτη στολή, επειδή τον υποδέχεται ως κανονικό παιδί του.

Όσο και αν ενοχλήθηκε ο πατέρας απ’ την συμπεριφορά του παιδιού, δεν έπαυσε να το θεωρεί παιδί του. Όσο και αν απομακρύνθηκε ο άσωτος απ΄ το σπίτι του πατέρα, δεν έπαυσε να αισθάνεται ποιος ήταν ο πατέρας του. Επειδή και στους δύο υπερίσχυσε αυτή η αίσθηση σε όλο το διάστημα της δοκιμασίας των σχέσεών τους, τελικώς η επιστροφή πραγματοποιήθηκε. Το πρώτο μέρος της παραβολής κορυφώνεται, όταν ο πατέρας διατάζει τους υπηρέτες να ετοιμάσουν πανηγυρική συνεστίαση, με την πολύ χαρακτηριστική αιτιολογία «επειδή ο γιός μου νεκρός ήταν και αναστήθηκε, χαμένος ήταν και βρέθηκε».

Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο μεγαλύτερος αδελφός και το σκηνικό της παραβολής αλλάζει. Ήταν το καλό, το υπάκουο και εργατικό παιδί του σπιτιού. Όλη την ημέρα εργαζόταν στα χωράφια και το βράδυ επέστρεφε στο σπίτι. Εκείνο το απόγευμα απ’ τα παράθυρα του σπιτιού έβγαιναν ήχοι τραγουδιών, επειδή γιόρταζαν την επιστροφή του αδελφού του. Όταν πληροφορήθηκε τι ακριβώς συνέβαινε, θύμωσε, αισθάνθηκε πληγωμένος και αδικημένος. Και γι’ αυτό αρνήθηκε να εισέλθει στο σπίτι και να συμμετάσχει στην γιορτή.

Advertisements

Ο πατέρας τότε βγήκε έξω και τον παρακαλούσε να αλλάξει συμπεριφορά. Ο διάλογος μεταξύ του πατέρα και του πρεσβυτέρου υιού είναι αποκαλυπτικός. Ο μεγαλύτερος γιός εκφράζει τα παράπονά του προς τον πατέρα. Θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο, επειδή δεν απομακρύνθηκε απ’ το σπίτι και εργαζόταν σκληρά χωρίς ο πατέρας να έχει εκτιμήσει την προσφορά του όσο έπρεπε. «Τόσα χρόνια σου δουλεύω και ένα κατσικάκι δεν μού έδωσες, για να διασκεδάσω με τους φίλους μου», είπε στον πατέρα. Και προσέθεσε: «Γιατί υποδέχθηκες ξανά στο σπίτι τον γιό σου; Αξίζουν σε αυτόν τέτοιες τιμές και τέτοιες γιορτές; Δεν σπατάλησε την περιουσία σου σε ασωτίες και αμαρτίες;» Με την ανθρώπινη λογική είχε απόλυτο δίκαιο σε όσα έλεγε, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Το πρόβλημα είναι ότι σε μεγάλο βαθμό έβλεπε τα πράγματα διαφορετικά απ’ τον πατέρα.

Ο μεγαλύτερος γιός αισθανόταν ότι είναι υπάλληλος και όχι γιός. Γι’ αυτό και νομίζει ότι απευθύνεται στον εργοδότη και όχι στον πατέρα του. Απεγνωσμένα εκείνος προσπαθεί να τον συνεφέρει: «Παιδί μου», του λέει, «πώς σκέφτεσαι έτσι;» Όλα τα δικά μου, δεν είναι και δικά σου;» Και δεύτερον, επειδή λησμόνησε ότι είναι γιός, έπαυσε να αισθάνεται ότι είναι αδελφός. Και πάλι ο πατέρας αγωνίζεται να τον συνετίσει: «Παιδί μου, δεν είναι ο γιός μου, αλλά ο αδελφός σου.

Πρέπει να χαρούμε και να γιορτάσουμε, επειδή ο αδελφός σου νεκρός ήταν και αναστήθηκε, χαμένος ήταν και βρέθηκε.» Η παραβολή τελειώνει, αλλά δεν μας πληροφορεί αν ο μεγαλύτερος γιός έμεινε οριστικά έξω απ’ την χαρά της γιορτής η αν τελικά εισήλθε. Γιά τον πατέρα αυτός ο δήθεν αφοσιωμένος και ενάρετος ήταν στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο πρόβλημα. Δεν έφυγε ποτέ απ’ το σπίτι, αλλά ουσιαστικά δεν ήταν μέσα. Και αυτός χρειαζόταν να μετανοήσει, ίσως κινδύνευε περισσότερο απ’ τον άλλο να μείνει οριστικά έξω απ’ το σπίτι.

Advertisements

Ο πατέρας αυτός, αγαπητοί αδελφοί, είναι ο Θεός. Σε αυτήν την παραβολή Αυτόν κυρίως θαυμάσαμε. Θα είναι μεγάλη όμως η καταδίκη μας αν δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ποιος ακριβώς είναι και Τον στενοχωρούμε.

π. Ν.Η

ΠΗΓΗ: Ιερά Μητρόπολις Μεσογαίας και Λαυρεωτικής

Advertisements