Advertisements
Κήρυγμα

Μητροπολίτης Φλωρίνης π. Αυγουστίνος Καντιώτης: Ο Χριστός θεραπεύει και σώματα και ψυχές

Έχει ψυχή ο άνθρωπος
Μητροπολίτης Φλωρίνης π. Αυγουστίνος Καντιώτης, Β΄ Κυριακὴ Νηστειών (Μάρκ. 2,1-12)

Β΄ Κυριακή Νηστειών (Μάρκ. 2,1-12)
Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

ΠΟΘΕΝ ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ;

ΘΑ προσπαθήσω να μιλήσω σαν πατέρας στα παιδιά, τα αγαπημένα παιδιά του Χρι­στού, και παρακαλώ να προσέξετε.


Εάν πή κάποιος, ότι το ρολόϊ που φοράτε στο χέρι σας δεν έγινε από τεχνίτη, αλλά φύτρωσε σ᾽ ένα χωράφι, ποιος θα τον πιστέψη; Ούτε ένας. Εάν σας πή ένας άλλος, ότι το σπί­τι που κάθεστε χτίστηκε χωρίς τεχνίτη, μόνα τους μαζεύτηκαν οι πέτρες, η άμμος, το τσιμέν­­το, το σίδερο, και έτσι φύτρωσε το σπίτι, σαν τα μανιτάρια, θα το πιστέψετε; Όχι. Εάν σας πή κάποιος άλλος, ότι το αυτοκίνητό σας, που αποτελείται από τόσα εξαρτήματα, έτσι φυτρω­σε, θα το πιστέψετε; Όχι. Το ρολόϊ κάποιος το ᾽φτειαξε, το σπίτι κάποιος το ᾽χτισε, το αυτο­κίνητο κάποιος το κατασκεύασε. Όπως λοιπόν δε μπορείς να παραδεχθής, ότι το ρολόϊ έγινε μόνο του, το σπίτι έγινε μόνο του και το αυτοκί­νητο έγινε μόνο του, έτσι είνε λογικώς απαράδεκτο να πούμε, ότι και ο άνθρωπος έγινε μόνος του. Ποιος τον έκανε; Φτάνει και μόνο ο άνθρωπος ν᾽ αποδείξη, ότι υπάρχει Θεός.

Τι είνε ο άνθρωπος; Αν τον εξετάσουμε σωματικώς, είνε το πιό τέλειο εργοστάσιο. Δεν υπάρχει άλλο εργοστάσιο σαν το σώμα μας. Εργοστάσιο είνε. Κι όπως το εργοστάσιο θέλει καύσιμα, για ν᾽ ανάψουν και θερμανθούν οι λέβητες και να κινηθούν οι μηχα­νές, έτσι και το σώμα μας θέλει καύσιμα. Και ποιά είνε τα καύσιμα που ῥίχνουμε κάθε μερα; Η τροφή· το νερό, το ψωμί, το λάχανο, τα όσπρια, το κρέας, όλα αυτά. Και τι γίνεται· πη­γαίνουν αυτά στο στομάχι, και εν συνεχεία γί­νονται αίμα. Πώς; Μυστήριο. Γι᾽ αυτό βλέπεις, όταν αρρωστήση κανείς και κινδυνεύη, ζητούν να γίνη μετάγγισις αίματος από άλλον ανθρώ­πινο οργανισμό. Μη σας γελάση κανείς· η επι­στήμη μέχρι σήμερα δε μπόρεσε να παρασκευ­άση αίμα. Πως οι διάφορες τροφές γίνονται αίμα; πως χτυπάει η καρδιά; πως αναπνεόυν οι πνεύμονες; πως λειτουργούν τα νεφρά; πως ακούει το αυτί; πως βλέπει το μάτι;… Μυστή­ρια! Μία είνε η απάντησι· τα ᾽φτειαξε ο Θεός. Εκείνος έφτειαξε τον άνθρωπο, όπως λέει κι ο απόστολος σήμερα στην αρχή (βλ. Εβρ. 1,10).

Ο άνθρωπος όμως δεν είνε μόνο σάρκες· στομάχι, έντερα, νεφρά, φλέβες, νεύρα, που ζυγίζουν 70-80 κιλά. Δεν είνε μόνο κοιλιά, ώσ­τε να λέη «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γάρ α­ποθνήσκομεν» (᾽Ησ. 22,13· Α΄ Κορ. 15,32). Πέρα από τα κύτταρα και όλα τα υλικά συστατικά, μέσα στον άνθρωπο υπάρχει σκέψις, μυαλό, συνεί­δησις· υπάρχει γλώσσα, υπάρχει θρησκεία, υ­πάρχει Θεός. Μην ακούτε τι διδάσκει η αθεΐα, ιδίως στα σχολεία και πανεπιστήμια. Κλείστε τ᾽ αυτιά σας. Να πιστεύετε, ότι ο Θεός «εποίησε τον ουρανόν και την γήν» (Γέν. 1,1) κι ότι το μεγαλύτερο δημιούργημα, το αριστούργημα της δημιουργίας, είνε ο άνθρωπος.


Μά γιατί τα λές αυτά τώρα; θα ρωτήσετε. Διότι το ευαγγέλιο σήμερα μιλάει για έναν άν­θρωπο που παρέλυσε. Χέρια είχε και χέρια δεν είχε, πόδια είχε και πόδια δεν είχε. Ήταν ακίνη­τος στο κρεβάτι, σά νεκρός. Βλέποντας τον παράλυτο αυτόν, αλλά και όλους τους ασθενείς που υπάρχουν στον κόσμο, να βογγούν κι αναστενάζουν, γεννάται το ερώτημα· Γιατί υ­πάρχει η ασθένεια; Γιατί ο άνθρωπος καταν­τά σ᾽ αυτά τ᾽ αξιοθρήνητα χάλια; Ο ένας εγκε­φαλικό επεισόδιο, ο άλλος καρδιά, ο άλλος παραλυσία, ο άλλος κάτι άλλο. Πώς; Ποιά η αιτία; Έτσι έφτειαξε ο Θεός τον άνθρωπο;

Όχι. Ο άνθρωπος βγήκε από τα χέρια του Θεού όπως ένα ολοκαίνουργιο αυτοκίνητο, που βγαίνει από το εργοστασιο της Γερμανί­ας και είνε τα πάντα εν τάξει, τέλεια. Αλλά τι έπαθε; Όπως το αυτοκίνητο τρέχει και ξαφνι­κά σταματάει, γιατί υπέστη κάποια βλάβη, έτσι και ο άνθρωπος υπέστη βλάβη. Και ποιά είνε η βλάβη αυτή; Ότι μπήκε μέσα του η α­μαρτία. Πρώτα ο άνθρωπος ανέπνεε καθαρό και αμόλυντο αέρα, έπινε νερό κρυστάλλινο, έτρωγε χόρτα και καρπούς των δέντρων, χυμούς φρούτων που δεν ήταν ῥαντισμένα με φάρμακα. Ζούσε σ᾽ ένα παράδεισο. Πρό της α­μαρτίας ο άνθρωπος μπορούσε να ζήση όχι ε­κατό χρόνια, αλλά αιώνια. Τώρα σπανίως βλέπουμε ανθρώπους αιωνόβιους. Όλα πλέον τα εμόλυνε η αμαρτία. Όπως ένα αυτοκίνητο, που έχει ζωή είκοσι χρόνια, άμα δεν το κυβερ­νήσης καλά, το καταστρέφεις και μετά το πάς σε συνεργεία η το πετάς στο ῥέμα, έτσι και ο άνθρωπος δεν πρόσεξε τον εαυτό του, μπήκε μέσα του η αμαρτία, κι από τότε αρχίζουν οι α­σθένειες,

παρουσιάστηκαν τα μικρόβια. Έως τότε μικρόβιο και ασθένεια δεν υπήρχαν πάνω στη γή, γιατρός και φάρμακα δεν εχρειάζοντο. Ο άνθρωπος ήταν υγιέστατος.
Από την αμαρτία λοιπόν προήλθε η ασθένεια. Μάλιστα. Όπως από τη ρίζα του δέν­τρου βγαίνουν τα κλαδιά και τα φύλλα, έτσι η αμαρτία είνε η ῥίζα της δυστυχίας ολοκλήρου της ανθρωπότητος, η ῥίζα των ασθενει­ών. Εάν αφαιρέσης την αμαρτία, ο άνθρωπος θα είνε υγιής κατά πάντα, ψυχή και σώμα.
Ότι η αμαρτία είνε η ῥίζα των ασθενειών, το αποδεικνύει το σημερινό ευαγγέλιο. Τι λέει;

Ομιλεί για ένα παράλυτο που ζητούσε θεραπεία. Πήγε σε γιατρούς, πήρε φάρμακα, έκανε μπάνια, όλα τα μέσα χρησιμοποίησε. Α­δύνατον να θεραπευθή. Αθεράπευτος ήταν. Κάπου άκουσε, ότι ο Χριστός κάνει καλά τον κόσμο. Ζήτησε να τον δή. Πως όμως να πάη; Πό­δια είχε και πόδια δεν είχε. Τότε τέσσερις καλοί άνθρωποι τον πήραν στα χέρια, τον σήκω­σαν σά νεκρό, και τον πήγαν στο Χριστό. Όλοι τώρα περίμεναν – τί; Ο Χριστός να τον κάνη καλά. Τον έκανε; Όχι. Πρώτα του είπε· «Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» (Μάρκ. 2,5).

Τι σημαίνουν τα λόγια αυτά; Γιατί ο Χριστός θεραπεύει πρώτα όχι το σώμα αλλά την ψυχή; Γιά να δείξη, ότι ο παράλυτος κατήντη­σε σ᾽ αυτή την αθλιότητα από την αμαρτία. Είχε αμαρτήσει, είχε κάνει κάποια αμαρτία, και λόγω της αμαρτίας αυτής (πορνεία, μοιχεία, η κάτι άλλο), κατήντησε στην παραλυσία. Το σημερινό λοιπόν θαύμα δείχνει, ότι η αιτία των ασθενειών μας είνε η αμαρτία.

Ότι αυτό είνε αλήθεια το αποδεικνύουν τα πράγματα. Στην Αθήνα είνε ένα μεγάλο νοσοκομείο με πλήθος ασθενείς. Είνε παράλυτοι. Και δεν είνε γέροι· είνε νέοι 18, 20, 25 χρο­νών, απόφοιτοι λυκείων, φοιτηταί κ.τ.λ., και κοντά τους βλέπεις να στέκεται η μάνα και να κλαίη. Οι νέοι αυτοί, που μπορούσαν να πετάξουν σαν αετοί και να περάσουν τα βουνά, και να πηδήσουν σαν τα ελάφια, και να δουλέψουν στα χωράφια, τους βλέπεις τώρα να μη μπορούν να κουνήσουν το χέρι τους, να μη μπορούν ούτε το κουτάλι να πιάσουν και τους ταΐζει νοσοκόμος. Αν ρωτήσετε πως το έπαθαν αυτό, θ᾽ ακούσετε· Ανάθεμα στα κα­κά βιβλία, στον αισχρό κινηματογράφο, στην αθλία τηλεόρασι, στα ναρκωτικά, στα νυκτερινά κέντρα. Εκεί άκουσαν και είδαν, ήπιαν ποτά και δοκίμασαν ναρκωτικά, και έτσι σε κάποια στιγμή άρχισαν να παραλύουν και τώρα είνε στο Άσυλο των Ανιάτων.

Όσοι κατοικούν στην ύπαιθρο άς δοξάσουν το Θεό, που έχουν καθαρό αέρα. Στην Αθήνα οι άνθρωποι βγαίνουν στα μπαλκόνια, κοιτάζουν τον ουρανό, βλέπουν το σύννεφο των καυσαερίων και φοβούνται· όλοι λαχταρούν να φύγουν από την πόλι και να βγούν έξω. Το είπε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός· θα αδειάσουν οι πόλεις!…


Καλά, θα πήτε, μόνο στις πολιτείες είνε α­μαρτωλοί οι άνθρωποι; Όχι βεβαίως. Αμαρτωλοί είνε και στην ύπαιθρο και παντού. Γι᾽ αυτό όλοι έχουμε ανάγκη θεραπείας. Μην απελπιστούμε. Ο Χριστός θεραπεύει και σώματα και ψυχές. Όπως λοιπόν κοιτάζεις το κορμί σου να είνε καλά, και μόλις αισθανθής τον εαυτό σου αδιάθετο τρέχεις στο γιατρό, έτσι όταν αισθανθής την ψυχή σου αιδάθετη, να υποφέρη από κάποιο πάθος, κάποια αμαρτία, τρέξε στον πνευματικό, στον εξομολόγο.
Τώρα τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή να μη μεί­νη κανείς ανεξομολόγητος. Να πάτε να εξομολογηθήτε. Πέσετε στα γόνατα, κλάψτε και πέστε στον πνευματικό· Ημάρτησα, «ήμαρτον» (Λουκ. 15,21). Και θ᾽ ακούσετε τότε το χαρμόσυνο εκείνο λόγο, που είπε ο Χριστός, που είνε ωκεανός αγάπης και ελέους· «Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» (Μάρκ. 2,5).

Τις άγιες αυτές ημέρες όλοι στην εκκλησία, στους Χαιρετισμούς. Τις νηστείες να τη­ρήτε, σαρακοστές, Τετάρτες και Παρασκευές. Μη ζήτε σαν τα ζώα· να ζήτε σαν άνθρωποι Χριστιανοί, με ανωτέρους πόθους και νοσταλγίες, εις τρόπον ώστε να σας αξιώση ο Θεός το Πάσχα ― τη Λαμπρή ν᾽ ακούσετε κ᾽ ε­σείς τον ύμνο· «Την ανάστασιν σου, Χριστέ Σωτήρ, άγγελοι υμνούσιν εν ουρανοίς· και η­μάς τους επί γης καταξίωσον εν καθαρά καρδία σε δοξάζειν».

†επίσκοπος Αυγουστίνος

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία, η οποία έγινε στον ι. ναό Γενεσίου της Θεοτόκου Λεπτοκαρυών – Φλωρίνης την 14-3-1982.