Κήρυγμα

Σύ, πιστεύεις;

Σύ, πιστεύεις;
Στήν εὐαγγελική περικοπή τῆς Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ παρουσιάζεται ἕνα θαυμαστό γεγονός. Ἕνας ἐκ γενετῆς τυφλός ἀποκτᾶ μέ τήν θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τήν ὅρασή του.

Κήρυγμα
Κυριακή του Τυφλού 2024
ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ

Στήν εὐαγγελική περικοπή τῆς Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ παρουσιάζεται ἕνα θαυμαστό γεγονός. Ἕνας ἐκ γενετῆς τυφλός ἀποκτᾶ μέ τήν θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τήν ὅρασή του. Καί τό γεγονός τῆς θεραπείας του γίνεται ἀφετηρία σωτηρίας, ἡ ὁποία στό τέλος τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος ἐκφράζεται διά τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεώς του. Ὁ Χριστός τόν ρωτᾶ: «Σύ πιστεύεις εἰς τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ;». Καί ὁ τυφλός τότε κατορθώνει νά δεῖ ὄχι μόνο τό ἐπίγειο, ἀλλά καί τό φῶς τῆς Θεότητος: «Πιστεύω Κύριε· καί προσεκύνησεν αὐτῷ».

Τό γεγονός αὐτό ἀποτελεῖ μιά εὐλογημένη εὐκαιρία, ἔτσι ὥστε καί ἐμεῖς, ὡς ὀρθόδοξοι ἄνθρωποι, νά προβληματιστοῦμε γιά τήν πίστη μας καί νά ἀνανεώσουμε τήν ὑπόσχεση πού δώσαμε κατά τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς μας.

Πολλές φορές, ἀπογοητευμένοι ἀπό τά ἀνθρώπινα καί τά καθημερινά, προβληματιζόμαστε γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας. Ζητᾶμε σημεῖα, γιά νά πιστέψουμε. Ἀκόμη κι ὅταν ὁ Κύριος βρισκόταν ἐπάνω στόν Σταυρό, οἱ ἄνθρωποι Τόν πείραζαν καί Τόν βλασφημοῦσαν λέγοντας: «Ἐάν εἶσαι υἱός τοῦ Θεοῦ, κατέβα ἀπό τόν Σταυρό καί θά πιστέψουμε σέ Σένα». Ὅμως ὁ Κύριος δέν ἀπάντησε. Παρέμεινε, «ἐν σιωπῇ», στόν Σταυρό καί πέθανε, γιά νά ζήσει ὁ ἄνθρωπος, καί ἀναστήθηκε, γιά νά ἀνοίξει τήν θύρα τοῦ Παραδείσου καί νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στήν ζωή τοῦ Θεοῦ.

Η Κυριακή του τυφλού 2024 στις 9 Ιουνίου 2024

Ἡ σιωπή τοῦ Θεοῦ

Οἱ ἀποδείξεις πού ζητᾶμε πολλές φορές, γιά νά πιστέψουμε στόν Θεό, τραυματίζουν τήν ἀλήθεια, τήν ἀγαπητική σχέση μέ τόν Θεό, καί γι᾿ αὐτό ἡ ἄρνηση τοῦ Κυρίου εἶναι ἄμεση καί κατηγορηματική (Μάρκ. 8,12).

Ὁ Θεός ἦλθε στόν κόσμο, ἀλλά κρύβεται ἀκόμη καί μέσα στήν φανέρωσή Του. Ὁ Θεός ἀποκρίνεται μέ τήν σιωπή, ἀλλά γιά ἐκεῖνον πού μπορεῖ νά καταλάβει, νά νιώσει, μέσα σ᾿ αὐτή τήν σιωπή δηλώνει τήν ἀγάπη Του γιά τόν ἄνθρωπο. Εἶναι ἡ «μωρία» τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀκατανόητος σεβασμός στήν ἐλευθερία μας.

Κάθε ἀναγκαστική ἀπόδειξη βιάζει τήν ἀνθρώπινη συνείδηση, μεταβάλλει τήν πίστη σέ ἁπλή γνώση. Γι᾿ αὐτό ὁ Θεός κλείνεται μέσα στήν σιωπή τῆς ὀδυνώμενης ἀγάπης Του. Ὁ Θεός δέν δίνει διαταγές. Μᾶς προσκαλεῖ σέ μιά σχέση ἀμοιβαιότητας. Ὁ Πατέρας εἶναι Πατέρας χωρίς νά ἐπιβάλει τήν πατρότητά του.

Ὁ Χριστός ἔρχεται γιά νά καθίσει στό «τραπέζι τῶν ἁμαρτωλῶν», καί σταυρώνεται ἀπό ὑπερβολή ἐρωτικῆς ἀγαθότητας. «Ποιός σύζυγος», ρωτᾶ ἕνας ἀσκητικός συγγραφέας τοῦ 6ου αἰ., «πέθανε ποτέ γιά τήν σύζυγό του, καί ποιά σύζυγος διάλεξε ποτέ νά παντρευτεῖ ἕναν ἐσταυρωμένο; Ὁ Κύριος μνηστεύθηκε τήν Ἐκκλησία, τῆς ἔδωσε μιά προίκα μέ τό αἷμα Του, καί τῆς σφυρηλάτησε ἕνα δαχτυλίδι μέ τά καρφιά τῆς σταυρώσεώς Του». Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο.

Σύ, πιστεύεις;

Ὁ Χριστός δέν ἀπευθύνεται ποτέ στήν λογική, δέν παραθέτει ἀποδείξεις, μήτε ἐπιχειρήματα, δέν ρωτᾶ: «Ξέρεις; Πείστηκες; Νικήθηκες;». Τό μόνο πού ρωτᾶ εἶναι: «Πιστεύεις;». Καί στό ἐρώτημα αὐτό μιά καθαρή καρδιά μόνο αὐτό μπορεῖ νά ἀπαντήσει: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ». Τήν ὥρα, λοιπόν, πού μᾶς βαραίνει ἡ ἀμφιβολία γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, τήν ὥρα πού μᾶς βαραίνει ἡ μοναξιά, μόνο ἡ βαθιά ταπείνωση ἔρχεται σέ βοήθειά μας. Αὐτή, ἡ ταπείνωση, κάνει τόν ἄνθρωπο νά καταθέτει μπροστά στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ ὁλόκληρο τό εἶναι του.

Καί τότε ἔξαφνα ὁ Χριστός σηκώνει ἀντί γιά ἐμᾶς αὐτό τό βάρος: «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ… ὅτι ὁ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι» (Ματθ. 11,30). Καί ὁ λόγος αὐτός δέν εἶναι ἀπάτη· εἶναι φῶς μέσα στήν κόλαση τοῦ σημερινοῦ κόσμου.

Ὁ Φ. Ἀ.