Κήρυγμα

ΚΗΡΥΓΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ 7/1/2024

ευαγγέλιο, ΚΗΡΥΓΜΑ
ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ,  7/1/2024: ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ, ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Η «ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ» ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: 

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ,  7/1/2024: ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ, ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Η «ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ» ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: 

Κατά τήν σημερινή Κυριακή ὅπου «ἀποδίδεται», δηλαδή ὁλοκληρώνεται ὁ ἑορτασμός τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει νά ἀναγινώσκεται τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς πρό τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων. Τοῦτο προέρχεται ἀπό τήν Β΄ πρός Τιμόθεον ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἡ ὁποία ἔχει ἰδιαιτέρως προσωπικό χαρακτήρα.

Ὅταν ὁ Παῦλος συγγράφει τήν ἐν λόγῳ ἐπιστολή, γνωρίζει ὅτι ἐπίκειται τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του καί γι’ αὐτό κάνει ἕνα σύντομο ἀπολογισμό τοῦ ἀποστολικοῦ του ἔργου, ἐνῶ ζητεῖ ἀπό τόν Τιμόθεο νά ἔρθει νά τόν συναντήσει μαζί μέ τόν Μάρκο (Β΄ Τιμ. 4,9-11). Πρέπει, λοιπόν, ἡ Β΄ πρός Τιμόθεον νά γράφθηκε ἀπό τήν Ρώμη λίγο πρίν ἀπό τήν μαρτυρική τελευτή τοῦ Παύλου, κατά τά τέλη τοῦ ἔτους 66 ἤ στίς ἀρχές τοῦ 67. Θεωρεῖται ὡς τό «κύκνειον ᾆσμα» τοῦ Ἀποστόλου, τό τελευταῖο δηλαδή πρό τοῦ θανάτου του ἔργο. Μαζί μέ τήν Α΄ πρός Τιμόθεον καί τήν πρός Τίτον ἀνήκει στίς λεγόμενες «ποιμαντικές ἐπιστολές» τοῦ Παύλου.

Ἡ περικοπή μας ἐπιλέχθηκε ἐπί τούτῳ, γιατί στόν τελευταῖο στίχο της γίνεται ἀναφορά στήν «ἐπιφάνεια» τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ λέξη «ἐπιφάνεια» συνδέεται μέ τό μυστήριο τῆς φανερώσεως, τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Υἱοῦ τοῦ ζῶντος Θεοῦ κατά τήν ἡμέρα τῶν Ἐπιφανείων, τῶν Θεοφανείων, τῆς Βαπτίσεώς Του στόν Ἰορδάνη ποταμό.

Βεβαίως, ὁ Ἀπόστολος στό ἀνάγνωσμά μας δέν ἀναφέρεται στήν ὡς ἄνω φανέρωση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά στήν Δευτέρα καί ἔνδοξη ἔλευσή Του, ὅταν θά ἔλθει «κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς».

Οἱ ἀποστολικοί ἀγῶνες

Στήν προοπτική τοῦ ἐπικείμενου τέλους του ὁ Παῦλος ἀφήνει νά ξεχειλίσουν ἀπό τήν καρδιά του τά συναισθήματα τῆς ἀνυπέρβλητης ἀγάπης του πρός τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο, τοῦ ὁποίου διακόνησε τήν σωτηρία μέ τούς ἀποστολικούς του ἀγῶνες καί τήν θυσία τοῦ ἑαυτοῦ του.

«Ἐγώ πιά», γράφει στόν Τιμόθεο, «ἦρθε ἡ ὥρα νά χύσω τό αἷμα μου σπονδή στόν Θεό· ἔφθασε ὁ καιρός νά φύγω ἀπό αὐτόν τόν κόσμο.

Ἀγωνίσθηκα τόν ὡραῖο ἀγώνα, ἔτρεξα τόν δρόμο ὥς τό τέλος, φύλαξα τήν πίστη». Χάριν τοῦ ἀποστολικοῦ του ἔργου ὁ Παῦλος ὑπέστη μύρια ὅσα δεινά, πεῖνα καί δίψα, γύμνωση καί ναυάγια, φόβους καί κινδύνους, φυλακίσεις καί πληγές, μαστιγώσεις καί ραβδισμούς, λιθοβολισμό καί τήν διαρκῆ ἀπειλή τοῦ θανάτου (Β΄ Κορ. 11,23-28)· καί ὅμως ὅλα τά ὑπερέβαινε διά τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος τοῦ χορηγοῦσε θεία δύναμη (Φιλιπ. 4,13). Ἀναδείχθηκε διδάσκαλος τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, κῆρυξ φωτός καί οἰκονόμος τῆς χάριτος. Ἀνῆλθε ἕως τρίτου οὐρανοῦ (Β΄ Κορ. 12,2) καί ἀγάπησε τόν Χριστό περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον, ὅπως λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος· «οὐδείς μᾶλλον Παύλου τόν Χριστόν ἠγάπησεν, οὐδείς μείζονα ἐκείνου σπουδήν ἐπεδείξατο, οὐδείς πλείονος ἠξιώθη χάριτος».

Καί τώρα εἶναι ἕτοιμος νά παραδοθεῖ στήν ἀγάπη καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νά προσφέρει ὅλη τήν ὕπαρξή του διά τοῦ μαρτυρίου του σέ Αὐτόν πού ἔγινε ἀρχηγός τῶν Μαρτύρων καί ὑπέστη στόν ἅγιο Γολγοθᾶ τόν σταυρικό θάνατο, γιά νά σώσει «παγγενῆ τόν Ἀδάμ», ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων.

Σωτηριώδεις ἀποστολικές προτροπές

Ὁ Ἀπόστολος συνιστᾶ στόν μαθητή του Τιμόθεο νά ἐργασθεῖ καί νά διακονήσει τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του, συνοψίζοντας τούς μόχθους τῆς ἀποστολικῆς διακονίας στίς ἀκόλουθες τέσσερεις προτροπές·

α) «Νῆφε ἐν πᾶσι»· νά εἶσαι ἄγρυπνος καί προσεκτικός γιά νά τά ἀντιμετωπίζεις ὅλα κατά Θεόν. Κάθε ἄνθρωπος ὀφείλει νά εἶναι προσεκτικός γιά τήν σωστή ἐπίγεια πορεία του. Χρειάζεται ἀδιάκοπη ἐπαγρύπνηση, προκειμένου νά μήν ἐμπιστεύεται τήν ὕπαρξή του ἀποκλειστικά στίς δυνάμεις τῆς φύσεώς του, ἀλλά νά παραδίδεται μέ εὐγνωμοσύνη στήν ἀγάπη καί τήν πρόνοια τοῦ Χριστοῦ. Νήψη, προσοχή χρειάζεται ὄχι μόνο στά διάφορα ἐμπόδια τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος, ἀλλά, κατά κύριο λόγο, στήν αὐτάρκεια καί τόν ἐγωισμό τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά μήν τόν ἀλλοιώσουν καί τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.

β) «Κακοπάθησον»· ὁ ἐγωισμός τοῦ ἀνθρώπου ὑπερβαίνεται μέ τήν παρουσία τοῦ Κυρίου, πού μᾶς διδάσκει τήν ἄκρα ταπείνωση. Τότε, ὁ πιστός εἶναι ἕτοιμος γιά κάθε μορφῆς κακοπάθεια, περιφρόνηση, ἀδικία καί θλίψη χάριν τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου βιώνει τί σημαίνει νά ὑπομένεις, μέ ἀγάπη καί ἐλευθερία, κάθε ἀντιξοότητα καί πειρασμό γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

γ) «Ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ»· νά ἐργασθεῖς γιά τήν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου καί νά ἀφήνεις τόν ἴδιο τόν Κύριο, μέσα ἀπό τήν δική σου ὕπαρξη, τήν νήψη, τήν κακοπάθειά σου, νά προσελκύει ἀνθρώπους στήν πίστη, τήν χάρη, τήν χαρά, τήν σωτηρία τοῦ Εὐαγγελίου Του. δ) «Τήν διακονίαν σου πληροφόρησον»· νά ἐκπληρώσεις τό καθῆκον σου στήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἀπόστολος Τιμόθεος, καί κάθε ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει, μέ τήν δύναμη καί τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, νά φέρει σέ πέρας τήν ἐκκλησιαστική διακονία πού τοῦ ἔχει ἀνατεθεῖ. Ὅσο κι ἄν τόν δυσκολεύουν τά ἐμπόδια, οἱ παγίδες τοῦ διαβόλου καί οἱ ἀντιδράσεις ὁρισμένων ἀνθρώπων, ἐκεῖνος προσβλέποντας στόν Κύριο θά ἀσκεῖ τό ἔργο πού τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεός· μέ ζῆλο καί ἐπιμέλεια· μέ τήν συνείδηση ὅτι ἐπιτελεῖ τό ποιμαντικό καί ἱεραποστολικό του καθῆκον πρός δόξαν Θεοῦ καί σωτηρία ἀνθρώπων.

Εἴθε ἡ μετοχή μας στήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου καί τῶν ἐπικειμένων Θείων Θεοφανείων νά διευρύνει τόν νοῦ καί τήν καρδία μας, ὥστε νά ἀναγεννώμεθα μέσα στό φῶς τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς ἄπειρης ἀγάπης Του, τῶν ζωοποιῶν μυστηρίων Του.

Καλός καί εὐλογημένος ὁ νέος χρόνος καί ὅλα τά ἔτη τῆς ζωῆς μας!

Ἀρχιμ. Ν. Κ.