Κήρυγμα

Η ομολογία του Θωμά

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Η πρώτη χορηγία του Αγίου Πνεύματος
Κήρυγμα: Κυριακή του Θωμά,12 Μαΐου 2024 - Μητρόπολη Χίου

«καί ἔπλασεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον…εἰς ψυχήν ζῶσαν» (Γεν. 2,7).

Στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀγαπητοί ἀδελφοί, στό πρῶτο βιβλίο τῆς Γενέσεως διαβάζουμε: «Ὁ Θεός φύσηξε στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ καί ἔγινε ὁ ἄνθρωπος ψυχή ζωντανή, δηλαδή ὕπαρξη μέ ζωή Θεοῦ μέσα της. Καί αὐτή ἡ πραγματική ὕπαρξη στή ζωή τοῦ κόσμου νά εἶναι μόνο ὁ ἄνθρωπος. Τώρα ὁ Χριστός, μέ τήν Ἀνάστασή Του, ἀνακαινίζει τόν ἄνθρωπο. Φυσάει πάλι μέσα του τό πνεῦμα τῆς ζωῆς, πού αὐτή τώρα εἶναι μιά νέα ζωή̇ ὄχι μόνο σάν ἐκείνη πού εἶχε ὁ ἄνθρωπος πρίν ἀπό τήν πτώση του, μά πολύ παραπάνω. Αὐτό ἐννοεῖ ὁ θεάνθρωπος Λυτρωτής, ὅταν λέγει στό Εὐαγγέλιο• «Ἐγώ ἦλθον, ἵνα ζωήν ἔχωσι καί περισσόν ἔχωσι» (Ἰωάν. 10,10). Ὁ Χριστός ἀνέστη, ὄχι γιά νά ἐπαναφέρει τόν ἄνθρωπο στόν ἐπίγειο παράδεισο τῶν Πρωτοπλάστων, ἀλλά γιά νά τοῦ ἀνοίξει τό δρόμο πρός τόν οὐρανό, νά τόν ἀνεβάσει καί νά τόν καθίσει «ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός».

Στήν ὁμολογία τοῦ Θωμᾶ εἶναι ἀφιερωμένη ἡ πρώτη μετά τήν Ἀνάσταση Κυριακή. Δέν εἶχε τή χαρά νά ἀτενίσει τόν Ἀναστάντα Διδάσκαλό του στό ὑπερῷο τῆς Ἱερουσαλήμ, διότι δέν ἦταν μέ τούς ἄλλους μαθητές ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι τοῦ ἀνακοίνωσαν τήν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου, ἐκεῖνος σάν ἄνθρωπος τῶν αἰσθήσεων, ἀντιπαραθέτοντας στόν ἐνθουσιασμό τους τή λογική, εἶπε: «ἐάν δέν δῶ δέν θά πιστέψω» (Ἰω. 20,25). Ὁ θεῖος Ἀπόστολος δέν ἦταν ἄπιστος, ὅπως νομίζουν μερικοί ἀδικώντας τον, ἀλλά δύσπιστος. Δέν ἀπιστεῖ, ἀλλά ἀμφιβάλλει ἀνθρωπίνως.

Ἐξ ἄλλου ὁ Κύριος τοῦ εἶπε «μή γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός». Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γράφει: Ὁ Θωμᾶς ποθῶντας νά δεῖ τόν Ἰησοῦ, δέν δέχθηκε τήν προφορική εἴδηση. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἀναφωνεῖ: Ὦ ὕψος ἀπεράντου φιλανθρωπίας! Ὁ Ἀναστάς Κύριος ἀπευθυνόμενος στόν Θωμᾶ θά τοῦ πεῖ: Φέρε τήν χεῖρα σου καί βάλε εἰς τήν πλευράν μου, τήν ὁποία ἐφύλαξα ὅπως τήν βλέπεις, ἔτσι, ὅταν ἐπανέλθω ἀπό τούς οὐρανούς καί καθίσω κριτής ζώντων καί νεκρῶν, νά ἰδοῦν οἱ Ἰουδαῖοι ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τους νά φανερώνονται τά ἔργα τῆς κακῆς ἐργασίας τους καί νά γίνουν αὐτοκατάκριτοι. Ἀποδίωξε τό νέφος τῆς ἀπιστίας καί κοίτα τίς καθαρές ἀκτῖνες τῆς πίστεως. Πάρε ὅλα τά ἐφόδια γιά νά γίνεις ἄξιος Ἀπόστολος τῆς θεότητάς μου καί κήρυττε τήν δύναμίν μου.

Καί συνεχίζει ὁ χρυσολόγος Ἐπίσκοπος! Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ Θωμᾶς ἤγγισε τά δεσποτικά χέρια καί τήν κεντημένη πλευρά, κινεῖ εὐθύς τήν γλῶσσα πρός ὑμνωδίαν ἀναφωνώντας πρός τόν Κύριον: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου». Πιστεύω, Κύριε, στήν οἰκονομία σου, πιστεύω στήν πρόσληψη τῆς φύσεώς μου. Πιστεύω στόν προσκυνητόν Σου Σταυρόν, πιστεύω στά πάθη τῆς σαρκός Σου, πιστεύω στόν τριήμερόν Σου θάνατο, πιστεύω στήν Ἀνάστασίν Σου. Ἕναν Κύριον καί Θεόν γνωρίζω μόνον, τόν Δεσπότην Χριστό. «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου». Ἔτσι ἀκριβῶς, μέ τά ἴδια λόγια προσφωνεῖται καί ὁ Θεός Πατέρας, ὁ Γιαχβέ, στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁ ψαλμῳδός στόν 34ο Ψαλμό ψάλλει: «ἐξεγέρθητι, Κύριε, καί πρόσχες τῇ κρίσει μου, ὁ Θεός μου καί Κύριός μου» (23).

«Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» εἶπε ὁ Ἅγιος Θωμᾶς καί κύματα χαρᾶς καί εὐγνωμοσύνης κατέκλυσαν τήν ψυχή του. Μοιάζει μέ τήν ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος, στά μέρη Καισαρείας τοῦ Φιλίππου, ἀπάντησε στόν Διδάσκαλό του μέ παρόμοια θεόπνευστα καί συγκινητικά λόγια: «σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16,16). Ἀκόμη, ἡ ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ μοιάζει μέ τή γραπτή ὁμολογία τοῦ Ἠγαπημένου μαθητοῦ, τοῦ Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος μεγαλοφώνως διακηρύττει στήν ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου του «Καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ Λόγος» (Ἰω. 1,1).

Ἐπίσης, μέ τά ἴδια λόγια μιλῶντας στούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσσου, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, κατονομάζει τόν Ἰησοῦν Χριστόν: «προσέχετε ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ…» (Πράξ. 20,28). Ἀλλά καί στήν Β΄ πρός Θεσσαλονικεῖς Ἐπιστολή του γράφει:«ὅπως ἐνδοξασθῇ τό ὄνομα…κατά τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ» (1,12).

Ὅλες αὐτές οἱ ἱερές ὁμολογίες εἶναι ἱκανές νά κλείσουν τά στόματα τῶν χιλιαστῶν καί νεωτέρων αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι, χωρίς αἰδώ, ἀρνοῦνται τή Θεότητα τοῦ Ἰησοῦ καί τελείως ἀδικαιολόγητα ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ ὁμολογία τοῦ Θωμᾶ ἀναφέρεται στόν Πατέρα καί ὄχι στόν Υἱό.- Ὁ ἱερός ἑρμηνευτής Νικηφόρος Θεοτόκης παρατηρεῖ: «Ἀδελφοί, ἐμεῖς οὔτε σάν τούς Ἀποστόλους εἴδαμε τόν Κύριο, οὔτε σάν τόν Θωμᾶ, ἐζητήσαμε νά δοῦμε τά σημάδια τῶν πληγῶν Του. Μόνο πού ἀκούσαμε τήν εὐαγγελική του διδασκαλία καί πιστέψαμε πώς Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ὁ Λυτρωτής τοῦ κόσμου. Ὁ Κύριος μακαρίζει τούς μή ἰδόντας καί πιστεύσαντας (Ἰω. 20,29). Γιά νά γίνουμε ἄξιοι καί ἐμεῖς αὐτοῦ τοῦ μακαρισμοῦ, πρέπει ἡ πίστις μας νά εἶναι πίστη δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη καί διά καλῶν ἔργων τελειουμένη!» (Γαλ. 5, 6 καί Ἑβρ. 10, 24).

Χριστιανοί μου,

σέ ὁλόκληρη τήν Ἁγία Γραφή λάμπει σάν ἥλιος φωτεινός ἡ Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τυφλοί εἶναι, δυστυχῶς, ὅσοι δέν τήν βλέπουν. Προφανῶς διότι τῆς ψυχῆς τους τά μάτια εἶναι ἄρρωστα. Καί παραμένουν ἄπιστοι, ὄχι σάν τό Θωμᾶ. Εἴθε, ὅπως ἐκεῖνος, νά βεβαιωθοῦν ἀπό τήν Γραφή, ἀπό τήν ἱστορία, ἀπό τήν πεῖρα τους, πόσο λάθος ἔπραξαν καί κάποτε μέ συντριβή καί μετάνοια νά Τοῦ ὁμολογήσουν: Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»!

Αὐτό διακηρύττει καί ὁ βάρδος τῆς χριστιανικῆς ποίησης Γ. Βερίτης:

«Δέν θέλω ἐγώ νά Σέ ρωτήσω κι οὔτε νά ψάξω τήν πληγή Σου.

Μπρός στήν ἀπέραντή Σου δόξα τά γόνατά μου θά λυγίσουν.

Κι ὅμοιες μέ κύμα πελαγίσιο, λατρεῖες, λαχτάρες ποὔν’ ἐντός μου,

σέ μιά κραυγή θά ξεχειλίσουν. Ὁ Κύριός μου κι ὁ Θεός μου»! Ἀμήν!

Μητρόπολη Χίου