Κήρυγμα

Η Ανάσταση του Κυρίου να φωτίζει πάντα τή ψυχή μας

Τα θαύματα του Χριστού γίνονται οι δείκτες της βασιλείας του Θεού
Εἴθε τό ἱλαρό, τό γλυκό καί ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας, νά φωτίζει πάντα τή ψυχή μας

 ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (19.05.2024)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

«ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ ἐξαναστησόμεθα

καί ζησόμεθα ἐνώπιον αὐτοῦ» (Ὠσηέ 6,2)

Αὐτές τίς χρυσές λέξεις, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἀναφωνεῖ ὁ Προφήτης Ὠσηέ προμηνύοντας τήν τριήμερο ταφή καί τήν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου̇ ἡ δέ Ἁγία μας Ἐκκλησία χαρμοσύνως ψάλλει: «Χθές συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι». Καί τό Δεσποτικό Στόμα διαλαλεῖ διά τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου «ἐρευνᾶτε τάς Γραφάς, ἐκεῖναί εἰσιν αἱ λαλοῦσαι περί ἐμοῦ (5,39). Οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης φωτισμένοι ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα «τό λαλῆσαν διά τῶν Προφητῶν» ἔριξαν τό προφητικό τους βλέμμα στό ἀπώτερο μέλλον καί εἶδαν ὅσα θά συμβοῦν σχετικά μέ τόν Μεσσία. Εἶναι τόσο καθαρές οἱ προφητεῖες τους καί ἐπαληθεύτηκαν στή ζωή τοῦ Χριστοῦ μέ τόση ἀκρίβεια, ὥστε νομίζει κανείς ὅτι διαβάζει τά Εὐαγγέλια.

Θά ἀναφέρουμε ὁρισμένες ἀπό αὐτές: Στό πρωτευαγγέλιο (Γεν. 3,15) ἔχουμε τήν πρώτη εὐχάριστη εἴδηση γιά τούς ἁμαρτήσαντες πρωτοπλάστους, ὅπου προτυπώνεται ὁ Σταυρικός θάνατος καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. «καί ὀστοῦν οὐ συντρίψετε ἀπ’αὐτοῦ» διαβάζουμε στό βιβλίο τῆς Ἐξόδου (12,46). Στή κιβωτό τοῦ Νῶε προτυπώνεται ἡ Ἐκκλησία ἐντός τῆς ὁποίας βρίσκεται ἡ σωτηρία (Γεν. 6). «Τίς ἐγερεῖ αὐτόν;», ἀναρωτιέται ὁ Πατριάρχης Ἰακώβ (Γεν. 49,9) ἐννοῶντας ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θά ἐγείρει τόν ἑαυτό Tου. Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας θά διηγηθεῖ ἀλληγορικῶς τό πάθος τοῦ Κυρίου (58,8). «ἀναστήσονται οἱ νεκροί καί ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις» (26,19) ἀναφέρει γιά τίς ὧρες τοῦ Πάθους.

Καί «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν ἤχθη (53,7). Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας: «θά πουληθεῖ γιά 30 ἀργύρια» (11,12). Ὁ Προφήτης Δανιήλ προσδιορίζει ἀκριβῶς τό χρόνο τῆς Σταυρικῆς θυσίας (9,24-25). Ὁ Προφήτης Ἀμώς ἀναφέρει ὅτι θά σκοτισθεῖ ὁ ἥλιος τήν ὥρα τῆς Σταυρώσεως ἐνῶ εἶναι μεσημέρι (8,9). Ὁ Δαβίδ ἀναφωνεῖ: «Κύριε, ἀνήγαγες ἐξ’ ᾅδου τήν ψυχήν μου» (Ψαλμ. 29,4). «Τό ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμός καί εἰς τό πρωΐ ἀγαλλίασις» (Ψαλμ. 29,6). Ὁ Προφήτης Σοφονίας ἀπευθυνόμενος στούς μαθητές ἐκ μέρους τοῦ Χριστοῦ θά πεῖ: «ἑτοιμάσου, ξύπνα πρωΐ διότι ἔχουν καταστραφεῖ ὅλες οἱ παραφυάδες τους» (3,7), δηλαδή διαλύθηκε ἡ κουστωδία, ἡ φρουρά τοῦ Τάφου. Στό Ἄσμα Ἀσμάτων ἀναφέρεται: «ὁ χειμώνας πέρασε, τά λουλούδια ἔκαναν τήν ἐμφάνισή τους στή γῆ (2,11), προλέγοντας ἀκόμη καί τά ἀρώματα τῶν Μυροφόρων (4,14 καί 5,1).

Γιά τήν Μαρία πού πῆγε στόν Τάφο διαβάζουμε σ’αὐτό τό ἱερό Βιβλίο: «Ἀναζήτησα ἐκεῖνον πού ἀγάπησε ἡ ψυχή μου (5,6-8). Τό ἐπαληθεύει καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στό Εὐαγγέλιό του (20,1) «ἥραν τόν Κύριον μου καί οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν». Ὁ Προφήτης Ἰωνᾶς εὑρισκόμενος ἐπί τρεῖς ἡμέρες στήν κοιλιά τοῦ κοίτους συμβολίζει τήν τριήμερη ταφή τοῦ Κυρίου. Ὁ Προφήτης Μιχαίας σημειώνει: «ἡ ἀρχή καί ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ξεπερνᾶ τήν ἀρχή τῶν ἡμερῶν τῆς Δημιουργίας» (5,1). Ὅλες αὐτές οἱ ἱερές προφητεῖες ἐκπληρώθηκαν στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας, τεκμηριώνοντας τήν πλήρη ταύτιση κάι ἁρμονία τῆς Παλαιᾶς μέ τήν Καινή Διαθήκη.

Ἄς θυμηθοῦμε τούς θεομάχους Ἰουδαίους, τί εἶπαν στόν Πιλάτο: «ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν̇ μετά τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι» (Ματθ. 27,63). Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, Πατριάρχης Ἀντιοχείας, ἀναρωτιέται: Πλάνος ἦταν αὐτός πού ἀπήλλαξε τούς τυφλούς ἀπό τή νύκτα; Πλάνος ἦταν αὐτός πού ἐθεράπευσε τούς λεπρούς; Πλάνος ἦταν αὐτός πού ἐθεράπευσε τούς δαιμονισμένους; Πλάνος ἦταν αὐτός πού ἐκάλεσε τόν Λάζαρο νά ἐξέλθει ἀπό τόν τάφο; «Ἀναπεσών γάρ ἐκοιμήθη ὡς λέων» (Γεν. 39,9) βασιλικῶς, ἐξῆλθε ὅμως ἀπό τόν τάφο θεοπρεπῶς. Διότι, ὅπως ἐγεννήθη «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» τῆς παρθενίας, ἔτσι ἀνέστη μέ κλεισμένον τόν τάφο̇ καί ὅπως ἐγεννήθη πρωτότοκος ἀπό μητέρα ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἔτσι μέ τήν Ἀνάστασή Του ἔγινε πρωτότοκος τῶν νεκρῶν (Κολασ. 9,10). Καί συνεχίζει ὁ γλυκόφθογγος Πατριάρχης: Ἐμεῖς ὅλοι ἄς ποῦμε στόν θάνατο «ποῦ σοῦ θάνατε τό κέντρον (κεντρί); ποῦ σοῦ Ἅδη τό νῖκος» (Ὠσηέ 13,14). Τίς μυροφόρες γυναῖκες προέτρεπε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά τρέχουν πιό γρήγορα, λέγοντας μέ τό στόμα τοῦ Προφήτου Ἠσαΐου:

«Γυναῖκες ἐρχόμεναι ἀπό θέας, δεῦτε̇ οὐ γάρ λαός ἐστι ἔχων σύνεσιν» (27,11). Καί τό στόμα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου διασαλπίζει «ἠγέρθη οὐκ ἔστιν ᾦδε, ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν» (16,6). Αὐτός ὁ Ἀναστάς Κύριος λέγει πρός ὅλους τούς εὐσεβεῖς:«Λάβετε φάγετε τόν οὐράνιον ἄρτον̇ λάβετε τήν πηγήν τῆς πλευρᾶς μου», πού ἀντλεῖται συνεχῶς καί ποτέ δέν ἐξαντλεῖται. Ὅσοι πεινᾶτε, χορτάσετε̇ ὅσοι διψᾶτε, μεθύσετε σωτήριον καί σώφρονα μέθη. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει: «Εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται…κενή δέ καί ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄Κορ. 15,13). Ὁ Μέγας Βασίλειος διαλαλεῖ: «Ὁ θάνατος ὁ ἐν σαρκί, διά τοῦ Ἀδάμ εἰς ἡμᾶς παραπεμφθείς, κατεπόθη ὑπό τῆς θεότητος»

– Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μέ πόση χαρά μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι: «ἡ ἀθανασία εἰς πάντας ἔφθασε …καί οὐκέτι ἐν τῷ Ἀδάμ πάντες ἀποθνήσκομεν, ἀλλ’ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιούμεθα». Ὁ δέ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, πού εὐφραίνει τώρα τό Πάσχα τή ψυχή μας μέ τό «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί» γράφει: «ὁ Ἀναστάς Κύριος τοῦ ἰδίου σώματος ἐδωρήσατο καί τῷ ἡμετέρῳ σώματι (στό δικό μας σῶμα) τήν τέ ἀνάστασιν καί τήν μετά ταῦτα ἀφθαρσίαν».

Εἴθε, χριστιανοί μου, μετά ἀπό τέτοια ὑψηλή, ἐποικοδομητική καί παρήγορη διδασκαλία, εἴθε τό ἱλαρό, τό γλυκό καί ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας, νά φωτίζει πάντα τή ψυχή μας, νά θερμαίνει ὅλη τήν ὕπαρξή μας. Καί νά διώχνει μακρυά τά σύννεφα τῆς θλίψης καί τῶν ἀπογοητεύσεων, μαζί μέ τήν χαρμόσυνη φωνή τοῦ Γ. Βερίτη:

Ποιά μέρα ἔχει τή Χάρη σου, ὦ ἡμερῶν καμάρι,

ποιά ἑορτή τή δόξα σου, ποιά τή δική σου χάρη;

Παντοῦ σκορπᾶς σύ τή χαρά, παντοῦ τήν εὐθυμία,

ἡμέρα ἀναστάσεως καί ἑορτῶν κυρία.

Δεῦτε πιστοί! Τήν πανδαισία γευθῆτε.

Κι ὡς ἀναστήθηκε ὁ Χριστός ὅμοια – κι ὁ λόγος του πιστός –

κι ἐσεῖς θ’ἀναστηθῆτε. ΑΜΗΝ!

ΠΗΓΗ: Μητρόπολη Χίου