Κήρυγμα

ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ: Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Όταν συκοφαντείται ο Χριστός βλασφημείται και η Εκκλησία του
Κήρυγμα της Κυριακής του Παραλύτου 26 Μαΐου 2024 - Αποστολική διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ὁ Χριστός ἦταν καί εἶναι ἡ μόνη καί διαρκής παράκληση κάθε ἀνθρώπου. Φυγαδεύει κάθε θλίψη καί μεταμορφώνει κάθε ἀνθρώπινο πόνο.
Κανένας δέν ἀγάπησε τόσο πολύ τόν ἄνθρωπο καί δέν τόν ἀπάλλαξε ἀπό
τόν φόβο τῶν ὁριακῶν του καταστάσεων, ὅσο ὁ Χριστός.
Στά Ἱεροσόλυμα, στόν χῶρο τῆς προβατικῆς πύλης, στήν ἐπιλεγόμενη κολυμβήθρα Βηθεσδά, ὅπως ἀναφέρει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς
Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου, γίνεται τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ, πού σήκωνε τόν σταυρό τῆς ἀσθένειάς του 38 ὁλόκληρα χρόνια.
Στήν κατάσταση αὐτή, ὅπως συμπεραίνουμε ἀπό τό εὐαγγελικό κείμενο,
τόν ὁδήγησαν ἡ ἁμαρτία καί ἡ διακοπή τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό. Καί
ἐκεῖ πού τά ἀνθρώπινα σχήματα εἶχαν καλλιεργήσει μέσα του τήν ἀπελπισία καί τήν μοναξιά, ἐκεῖνος περίμενε ὑπομονετικά τήν θεραπεία του.
Καί τό θαῦμα γίνεται. Ὁ Θεός δέν τόν ἀφήνει. Δέν τόν ἀπογοητεύει. Ὁ
λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι σωτήριος: «Νά, ἔχεις γίνει καλά· ἀπό ἐδῶ καί πέρα μήν ἁμαρτάνεις, γιά νά μήν πάθεις χειρότερα». Ἡ λυτρωτική παρουσία τοῦ Κυρίου θεραπεύει τό σῶμα καί τήν ψυχή τοῦ παραλύτου.

Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ

Ὁ Θεός γίνεται προσιτός μέ τήν ἄκτιστη χάρη Του καί τίς ἄκτιστες
ἐνέργειές Του, πού εἶναι μέρος τῆς θείας ὑπάρξεώς Του. Ὁ ἄνθρωπος
μπορεῖ πραγματικά νά συναντήσει τόν Θεό. Ἡ συνάντηση ὅμως αὐτή γίνεται μέ τρόπο ἡσυχαστικό, δηλαδή γίνεται στόν χῶρο τῆς καρδιᾶς,
ὅπως ἔγινε ἡ συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μέ τόν παραλυτικό. Ἡ ἀναζήτηση,
λοιπόν, τοῦ Θεοῦ δέν γίνεται μόνο μέ τήν ἀνθρώπινη διάνοια, ἀποκομμένη ἀπό τήν ὑπόλοιπη ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ἀλλά μέ τόν ὅλο ἀδιαίρετο
ἄνθρωπο, καί κέντρο αὐτῆς τῆς προσπάθειας εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά.

Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά συναντήσει τόν Θεό ὅσο βρίσκεται ὁ διάβολος μέσα στήν καρδιά του, πού συχνά ἐξουσιάζει τήν καρδιά τοῦ
ἀνθρώπου.

Ὁ διαρκής πνευματικός ἀγώνας

Ἡ μόνη μας φροντίδα πρέπει νά εἶναι ἡ βίωση τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ,
νά εἴμαστε Μαθητές Του καί νά πάψουμε νά εἴμαστε δέσμιοι τῆς ἁμαρτίας. «Πᾶς ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν, δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας. Ὁ δέ
δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ εἰς τόν αἰῶνα. Ὁ Υἱός μένει εἰς τόν αἰῶνα.
Ἐάν οὖν ὁ Υἱός ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε» (Ἰω. 8,34-
36). Αὐτή ἀκριβῶς τήν ἐλευθερία χαρίζει ὁ Κύριος στόν παραλυτικό,
στόν καθένα μας, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται νά γίνει κατά χάριν υἱός τοῦ Θεοῦ
καί νά κατοικήσει αἰώνια στήν οἰκία τοῦ Πατρός του. Βέβαια, ἡ προσευχή μας γι᾿ αὐτό δέν ἔρχεται ἀμέσως. Δέν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση νά διατηροῦμε στήν καρδιά μας τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ εἴμαστε περικυκλωμένοι ἀπό ἕναν κόσμο, ὁ ὁποῖος δέν προσεύχεται καί δέν ζεῖ εὐχαριστιακή ζωή.

Προσευχόμενοι ἄνθρωποι

Ἡ προσευχή μεταφέρει τόν νοῦ καί τήν καρδιά στήν αἰωνιότητα καί
τό μόνο πού μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι πῶς θά γίνουμε ἄξιοι τοῦ Θεοῦ. Αὐτό
δέν σημαίνει μιά παθητική ζωή ἔξω ἀπό τούς ἀδελφούς μας, μιά κατακόρυφη ἀτομική σχέση μέ τόν Θεό. Ἀντίθετα. Ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς
εἶναι ἐκεῖνος πού μέ τήν προσευχή του ἀγκαλιάζει ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅλη τήν κτίση, ὅλο τόν κόσμο. «Πάτερ ἡμῶν», λέμε στήν προσευχή μας. Τό πνεῦμα τῆς προσευχῆς μᾶς κάνει νά κυριαρχοῦμε στά πάθη
μας καί ὄχι στούς ἄλλους, μᾶς κάνει ἀνθρώπους ἀγάπης, εὐσπλαχνίας,
κατανοήσεως, εὐγένειας. Μᾶς κάνει νά εἴμαστε σάν τόν Κύριο πού
ἄκουσε τό παράπονο τοῦ παραλυτικοῦ: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», δηλαδή, «Κύριε, δέν ἔχω κανέναν, εἶμαι ἀφόρητα μόνος», καί τόν θεραπεύει, τόν λυτρώνει.
Ἡ προσευχή στήν χαρά, στήν δοκιμασία, στόν πειρασμό καί τόν ἀγώνα εἶναι ἡ μονολόγιστη ἐλπίδα μας καί ἡ χαρά μας: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ,
Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς».

Ὁ Φ. Ἀ.