Κήρυγμα

Αγάπης θησαύρισμα

Ἀρχιμ.Παύλου Ἐγγλεζάκη: Ἄν ἡ πρώτη ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό, ἡ κεφαλαία ὅμως ἀποκάλυψή Του εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Φαίνεται πτωχό καί λίγο ἴσως. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει πάντα ἕτοιμος ν’ ἀγαπήσει καί αὐτό πού τόν κάνει κάποτε, ἴσως συνήθως, ἀνίκανο ν’ ἀγαπήσει εἶναι τό αἴσθημα, ἤ ἡ πλάνη, ὅτι κανείς δέν τόν ἀγαπᾶ αὐτόν.
ΚΥΡΙΑΚΗ 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2024 - ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 ΚΥΡΙΑΚΗ 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2024

ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. κβ΄ 35-46) (Β΄ Κορ. δ΄ 6 – 15)

Αγάπης θησαύρισμα

«Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου»

Η πεμπτουσία της χριστιανικής διδασκαλίας αναδεικνύεται στην προοπτική της εντολής της αγάπης, η οποία δεν περιορίζεται σε μια αφηρημένη και ξεθωριασμένη έννοια, αλλά αποκτά βαθύτερες υπαρξιακές διαστάσεις και εκφράζεται μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση, προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Σ’ αυτή ακριβώς την έκφραση σφραγίζεται και η αυθεντικότητά της μέσα από τα νάματα της ευαγγελικής αλήθειας και ανοίγεται στους ορίζοντες της σωτηρίας του ανθρώπου.

Η σημερινή ευαγγελική περικοπή, που είναι παρμένη από την γραφίδα του Ευαγγελιστή Ματθαίου, παραπέμπει ακριβώς στη συνομιλία που είχε ο Ιησούς με ένα νομοδιδάσκαλο, ο οποίος επιχείρησε να παγιδεύσει τον Ιησού με το ερώτημα που του έθεσε: «Διδάσκαλε, ποία εντολή μεγάλη εν τω νόμω;». Η απάντηση του Ιησού αντιστρέφει τα πράγματα και θέτει τον ίδιο προ των ευθυνών του. Προσανατολίζει τον άνθρωπο σε μια άλλη λογική, συμβατή με βιώματα της θείας παρουσίας και εμπειρίας, αλλά και με σαφείς κοινωνικές προεκτάσεις. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου». Αυτή είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Η δεύτερη, όμοια με την πρώτη, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Η αποστομωτική απάντηση του Χριστού που δίνει προς το νομοδιδάσκαλο, διεισδύει σε όλο το βάθος της θεολογίας αλλά και της ανθρωπολογίας και συνιστά μια σύνοψη όλης της Παλαιάς Διαθήκης. Και όχι μόνο. Η αγάπη με τη διπλή της διάσταση, την κάθετη και την οριζόντια, προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο, συνιστά την ουσία όχι μόνο της παλαιάς αποκάλυψης του Θεού προς το λαό του αλλά και την πεμπτουσία του ιερού ευαγγελίου που θεμελιώνεται στη σταυρωμένη αγάπη του Υιού του, στην σταυρική θυσία.

Τα γνωρίσματα της

Τότε μόνο η αγάπη μπορεί να είναι αυθεντική και γνήσια, αλλά και ειλικρινής, όταν εκφράζεται με ένα ολοκληρωτικό δόσιμο. Όταν δηλαδή βγαίνει μέσα από την καρδιά του ανθρώπου, από όλη την ψυχή και από όλη τη διάνοια του (εντολή στο Δευτερονόμιο 6,5). Η αγάπη που δεν έχει αυτό το ολοκληρωτικό δόσιμο, αφήνει τον άνθρωπο να είναι διασπασμένη προσωπικότητα και να συμπεριφέρεται με τρόπο που καθόλου δεν είναι αρεστός στον Θεό. Κι αυτό γιατί εκείνο που κυριαρχεί στην περίπτωση είναι μάλλον η υποκρισία, που αποτελεί μια άλλη κοινωνική αλλά και πνευματική μάστιγα. Πολλές φορές μάλιστα είναι ευδιάκριτος ο συμβιβασμός των ανθρώπων να θέλουν ν’ αγαπούν τον Θεό, αλλά από την άλλη να παραμένουν εγκλωβισμένοι στα υλικά αγαθά και να στερούνται της δυνατότητας ν’ ατενίσουν τον ουρανό.

Η απάντηση του Χριστού στο νομοδιδάσκαλο δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια τέτοιων συμβιβασμών, οι οποίοι ακριβώς υποδηλώνουν όχι την αρχοντιά του προσώπου αλλά διχασμένη προσωπικότητα.  Δεν είναι επίσης συμβατή με τις όποιες ωφελιμιστικές διευθετήσεις και υπολογισμούς, αλλά απαιτεί την ολοκληρωτική αγάπη του ανθρώπου προς τον Θεό. Αυτή που αναδύεται από την ύπαρξή του, την σκέψη και την καρδιά του. Σε αντίθετη περίπτωση, έχουμε εμπαιγμό του Θεού αλλά και του εαυτού μας.

Αλλά και η οριζόντια  κατεύθυνση και έκφραση της αγάπης, με το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», είναι το ίδιο σπουδαία με το «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου…». Δεν νοείται στην ευαγγελική αλήθεια αγάπη προς τον Θεό όταν απουσιάζει η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Όταν ο άνθρωπος αδιαφορεί για τον συνάνθρωπό του, τον πονεμένο αδελφό του τότε όλα λειτουργούν σε συχνότητες έκπτωσης της πνευματικής ζωής. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης δεν διστάζει να χαρακτηρίσει ψεύτη και υποκριτή όποιον ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό αλλά μισεί τον αδελφό του (Α΄ Ιωάν. 4,20). Ακόμα, το «ως σεαυτόν» της θείας εντολής, δεν αφήνει καθόλου περιθώρια για επιφανειακή και ψεύτικη αγάπη. Όποιος αγαπά πραγματικά τον αδελφό του δεν έχει παρά να τον αγαπά όπως τον εαυτό του. Μάλιστα, οι αγιασμένες μορφές της Εκκλησίας μας μέσα από την βιωτή τους έδιναν την εντύπωση ότι περισσότερο αγαπούσαν τους αδελφούς τους από όσο τον εαυτό τους. Τέτοιες άγιες μορφές που τιμούμε σήμερα, είναι και ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης,, ο Θεόκτιστος ο μάρτυρας και ο Αβράμιος ο ιερομάρτυρας. Ας μιμηθούμε, λοιπόν, το άγιο παράδειγμά τους.

Αγαπητοί αδελφοί, οι δύο εκφράσεις της αγάπης, η κάθετη και η οριζόντια, η αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, θα πρέπει να είναι ειλικρινής και να προσφέρεται με ολοκληρωτικό δόσιμο. Αυτό συνοψίζει και το περιεχόμενο τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης, αλλά κυρίως της σταυρικής θυσίας του Κυρίου, από την οποία πηγάζει η σωτηρία μας. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου,

Θεολόγος

Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου