Κήρυγμα

(†) επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης: Αδέρφια μου, η αμαρτία τυφλώνει

π. Αυγουστίνος Καντιώτης: Καυχώμεθα εν Κυρίω ότι εμεθα Ορθόδοξοι
Υπάρχουν τυφλοί και κατά το πνεύμα, και γι ̓ αυτούς θα μού επιτρέψετε να πώ λίγες λέξεις.

Κήρυγμα
Κυριακή του τυφλού

Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης
Αδέρφια μου, η αμαρτία τυφλώνει

Εδώ, αγαπητοί μου, στον ιερό ναό παρουσιάζομαι ενώπιον της αγάπης σας και θά σάς παρακαλέσω να κάνετε υπομονή, για ν ̓ ακούσετε λίγες ταπεινές σκέψεις επάνω στο ιερό και άγιο ευαγγέλιο, που διηγείται ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, το θαύμα του εκ γενετής τυφλού.

Ακούγοντας κανείς το ευαγγέλιο αυτό ίσως πή· Δόξα σοι, ο Θεός, εγώ έχω μάτια και βλέπω· το σημερινό ευαγγέλιο δεν είνε για ̓κείνους που βλέπουν, είνε για ̓κείνους που δεν βλέπουν, για τους τυφλούς… Το Ευαγγέλιο όμως είνε για όλους. Ακούγον τας οι τυφλοί το ευαγγέλιο αυτό πράγμα τι παρηγορούνται·αισθάνονται ότι, και αν ακόμη όλοι τους εγκαταλείψουν, υπάρχει ένας που τους αγαπά, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Το ευαγγέλιο αυτό δείχνει την αγάπη, που έχει ο Κύριος στα δυστυχισμένα πλάσματα και μάλιστα σ ̓ αυτούς που στερήθηκαν το φως τους. Τι στοργή είχε ο Χριστός στους τυφλούς! Μακάρι να είχαμε κ ̓ εμείς λίγη από την αγάπη αυτή…

–Μά, θα μού πήτε, εμείς δεν έχουμε τη δύναμι να δώσουμε το φως στους τυφλούς… Ναι, να τους δώσουμε μάτια δεν μπορούμε βέ βαια· μπορούμε όμως να κάνουμε κάτι άλλο γι ̓ αυτούς, να τους προσφέρουμε κάποια άλλη βοήθεια.

Και υπάρχουν πολλοί τυφλοί, χιλιάδες, στήν πατρίδα μας·τυφλοί εκ γενετής, τυφλοί από ασθένειες, τυφλοί από δυστυχήματα. Υπάρχουν όμως και τυφλοί ήρωες, που έχασαν το φως τους για ένα μεγάλο και υψηλό σκοπό. Ήταν παλληκάρια, στο άνθος της ηλικίας τους –γνώρισα τέτοια παιδιά, 22 – 23 ετών– που είχαν μάτια αετού, έβλεπαν απ ̓ τη μια ῥάχη ώς την άλλη. Αλλά μια μέρα ακούστηκε ότι η πατρίδα κινδυνεύει, έγινε επιστράτευσι· καθένας από αυτούς άφησε το αλέτρι η τη φλογέρα η το εργοστάσιο, κι ανέβηκαν στα ψηλά χιονισμένα βουνά, κ ̓ εκεί είπαν το «Όχι!» στους επιδρομείς. Πολέμησαν σαν λιοντάρια· και πάνω σε μια έκρηξι έχασαν το φως τους, έμειναν τυφλοί. Ήρωες, που τυφλώθηκαν για να δή φως το έθνος. Και τι έκανε το έθνος γι ̓ αυ τούς, τι τους δίνει; Ψίχουλα. Αχ, κράτος αμαρτωλό, που με το φτυάρι δίνεις τα χρήματα σε σκοπούς αμφιβόλου αξίας και στα παιδιά αυτά δίνεις ψίχουλα!…

Η Κυριακή του τυφλού 2024 στις 9 Ιουνίου 2024

Αλλά εγώ δεν είχα σκοπό να μιλήσω για τους ήρωες τυφλούς, ούτε για τους άλλους που έχασαν το φως τους. Θέλω να τονίσω κάτι άλλο· ότι εκτός από τους τυφλούς αυτούς υπάρχουν και κάποιοι άλλοι. Τι το όφελος να έχουμε τα μάτια; Τέτοια μάτια έχουν και τα ζώα, βλέπουν μάλιστα καλύτερα από μας. Τι να τα κάνης τα μάτια αυτά, άμα δεν έχης τα άλλα μάτια, μέτά οποία μπορείς να δής όχι τον υλικό κόσμο αλλά τον αόρατο πνευματικό κόσμο; Δεν υπάρχουν δηλαδή τυφλοί μόνο κατά το σώμα·υπάρχουν τυφλοί και κατά το πνεύμα, και γι ̓ αυτούς θα μού επιτρέψετε να πώ λίγες λέξεις.


Ο Θεός, αγαπητοί μου, έδωσε στον άνθρωπο το φυσικό φως, τον ήλιο, έδωσε ακόμη και το νοητό φως· το δε νοητό φως είνε η διάνοια, ο νούς, το εξαιρετικό αυτό προνόμιο που έ χει οάνθρωπος. Με τη δύναμι του νού, τη δύνα μι τήςσκέψεως, ο άνθρωπος ξεχωρίζει απ ̓ όλα τα άλλα όντα. Γίνεται αστρονόμος, μαθηματικός,γιατρός, εφευρέτης μεγάλων ανακαλύψεων.Με τη δύναμι του νού είνε εις θέσιν να διακρίνη την αλήθεια από το ψέμα, την αρετή απότήν κακία, την ευσέβεια από την ασέβεια.

Ο Θεός είπε·Άνθρωπε, μπροστά σου έβαλα τη φωτιά και το νερό, άπλωσε το χέρι σουόπου θέλεις·άν τ ̓ απλώσης στη φωτιά θα καής, αν τ ̓ απλώσης στο νερό θα δροσιστής·διάλεξε και πάρε(βλ. Δευτ. 30,19. Σ. Σειρ. 15,16). Εν τούτοις ο άνθρωπος, ενώ προικίστηκε με νού και διάκρι σι,σκοτίστηκε και δεν διακρίνει·πέφτει μέσ ̓ στήφωτιά και καίγεται. Περίεργα πράγματα, μόνο τρελλός η δαιμονισμένος θα το ̓κανε αυτό.Μά είνε, θα πήτε, τόσο τυφλός στην ψυχή, ώστε να μη διακρίνη το γκρεμό, την άβυσσο, τήφω τιά, την κόλασι; Και όμως!… Θέλετε παραδείγματα; Θα σας πώ μερικά και θα τελειώσω.

● Νούμερο ένα, αυτός που τον τυφλώνει η φιληδονία. Μπορεί να έβγαλε σχολεία και πανεπιστήμια, να πήρε διπλώματα και να έμαθε γλώσσες, μπορεί να έχη τηλεσκόπια και να βλέπη τα άστρα σε ιλιγγιώδεις αποστάσεις, και όμως, αυτός ο σοφός,μπλέκει ξαφνικά στα δίχτυα μιάς πονηρής γυναίκας, ενός αι σχρού έρωτος, και τον βλέπεις να πέφτη σαν τυφλόςστό χάος παρανόμων σχέσεων. –Όχι, παιδί μου,λέει η αγράμματη μάνα, θα καταστραφής αυτού που πάς. Όχι! του λένε φίλοι, όχι! φωνάζει το χωριό, όχι! φωνάζει η κοινωνία, όχι! φωνάζουν οι νόμοι, όχι! φωνάζει ο πνευματικός.Τίποτα·πέφτει στο χάος. Δεν είνε λοιπόν αυτός τυφλός; δεν τον τύφλωσε η αμαρτία;

● Νούμερο δύο, αυτός που τον τυφλώνει η φιλαργυρία. Βλέπεις τον άλλον; Ήταν κάποτε εποχή που δεν είχε δραχμή στην τσέπη. Μά έ πειτα οι τσέπες του γέμισαν από χρήματα, και έχει καταθέσεις, πλεούμενα, σπίτια, μέγαρα καίεπαύλεις. Τι να τον κάνης όμως; Άνθρωποςδέν είνε·η φιλαργυρία ξερρίζωσε από μέσα τουτό ευγενέστερο αίσθημα, τη συμπάθεια και ευσπλαχνία. Και τον βλέπεις να ̓νε τόσο τυφλός, ώστε όπως λέει ο λαός «δέν δίνει νερό ούτεστόν άγγελό του». Είνε σαν τον Ιούδα πού, όπως ψάλλει η Εκκλησία τη Μεγάλη Παρασκευή,«τυφλούται τώ πάθει της φιλαργυρίας, εκπίπτει του φωτός ο εσκοτισμένος»(όρθρ. αντίφ. δ ́).

● Θέλετε και άλλον τυφλό από την αμαρτία; να αυτός που τον τυφλώνει το μίσος, ο άνθρωπος της εκδικήσεως. Αυτός δεν μπορεί να λησμονήση το κακό, αλλά το θυμάται σαν την καμήλα. Μισεί το γείτονα, το συνάδελφο, τον ξένο,τόν δικό του, το παιδί του, τη γυναίκα που αγάπησε· πάνω στο θυμό του παίρνει μαχαίρι και τήσκοτώνει, κι όταν η αστυνομία τον ρωτάει, –Τη γυναίκα σου σκότωσες; απαντά·– Με σκότισετό πάθος, ήμουν τυφλός δεν έβλεπα τι κάνω.

● Να λοιπόν·τόν ένα τον τύφλωσε η φιληδονία, τον άλλον η φιλαργυρία, τον άλλο το μίσος.Τα πάθη όμως, τα εωσφορικά πάθη, τυφλώνουνόχι μόνο άτομα αλλά και έθνη ολόκληρα. Έθνη μεγάλα και θεωρούμενα πολιτισμένα, με πανεπιστήμια και ακαδημίες, έσπρωξαν την ανθρωπότητα μέσ ̓ στη φωτιά του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου και μετά στη μεγαλύτερη φωτιά του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, και μέσα από τις μπούκες των κανονιών, των αεροπλάνων και των υποβρυχίων σκόρπισαν τον όλεθρο στον κόσμο. Και ετοιμάζονται –μήν ακούτε λόγια απατηλά– να ῥίξουν την ανθρωπότητα στη φωτιά ενός άλλου πολέμου, τον οποίον η μέν επιστήμη ονομάζει πυρηνικό, η δε Αποκάλυψις ονομάζει «Αρμαγεδώνα»(Απ. 16,16). Είνε λοιπόν η δεν είνε τυφλοί οι διπλωμάτες και στρατηγοί και οι μεγάλοι που σπρώχνουν συνεχώς την ανθρωπότητα στο γκρεμό της καταστροφής; «Τυφλός τυφλόν εάν οδηγή,αμ φότεροι εις βόθυνον πεσούνται» (Ματθ. 15,14).

● Αλλά προτού να τελειώσω θα σας παρουσιάσω την πιό μεγάλη τύφλωσι. Ποιά είν ̓ αυτή; Είνε η τύφλωσις που ονομάζεται απιστία. Την εικόνα του απίστου ζωγραφίζει το ιερό ευαγγέλιο. Τι λέει· μπροστά στους άρχοντες έκανε ο Χριστός ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα, δημιούργησε από πηλό βολβούς, οφθαλμούς. Και πίστεψε ο όχλος, πίστεψαν οι γονείς του τυφλού, πίστεψαν και οι πέτρες. Ποιοί δεν πίστεψαν·οι γραμματείς και φαρισαίοι. Τους τύφλωσε ο διάβολος, ώστε να μη μπορούν να πιστέψουν και να προσκυνήσουν το Χριστό, αλλά προσπαθούσαν με δικολαβίες και σοφιστείες να σκιάσουν τον Ήλιο, ανίκανοι να δούντό Φως που λάμπει στον κόσμο.


Αλλά, αδελφοί μου, καιρός να στρέψουμε τόν λόγο προς τον εαυτό μας. Διότι κ ̓ εμείς κατά κάποιο τρόπο είμαστε τυφλοί. Μέσα στην εκκλησία σε κάθε θεία λειτουργία γίνεται τό μεγαλύτερο θαύμα· πάνω στην αγία τράπεζατό ψωμί και το κρασί γίνεται σώμα και αίμα του Χριστού μας! από το οποίο καλούμεθα όλοι να κοινωνήσουμε. Να το θαύμα. Τα παλιά τα ευλογημένα χρόνια οι άνθρωποι πίστευαν, έρχονταν στην εκκλησιά και με τα μάτια της πίστεως έβλεπαν αγγέλους να λειτουργούν μαζί με τους ιερείς. Τι λέει το απολυτικίο του αγίου Σπυρίδωνος·«καί εν τώ μέλπειν τας αγίαςσου ευχάς αγγέλους έσχες συλλειτουργούντάς σοι, ιερώτατε». Εμείς, αλλοίμονο, γίναμε τυφλοί και δεν βλέπουμε.

Αδέρφια μου· η αμαρτία τυφλώνει. Τι είνε η αμαρτία; Δεν είνε παντεσπάνι, δεν είνε γλύκυσμα, δεν είνε άρωμα·είνε καυστικό βιτριόλι.

Άς παρακαλέσουμε το Θεό ν ̓ ανοίξη τα μάτια μας να δούμε το φως το πνευματικό, νά πέ σουμε κ ̓ εμείς μπροστά στο Χριστό και νά πού με μαζί με τον Τυφλό «Πιστεύω, Κύριε»(Ιω.9,38)! πιστεύω σαν τη μά να μου, σαν τους προγόνους μου, σαν τον Τυφλό·γονατίζω μπροστά σου και λέω «Πιστεύω, Κύριε». Και να προσκυνήσω μεν αυτώ, ώ η δόξα και η τιμή εις αιώνας αιώνων· αμήν.

(†) επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης