Ελλάδα

Εθνική Οικονομία και Εθνικό νόμισμα: Η αναγκαιότητα αλλαγής πορείας

Η ελληνική οικονομία έχει παρουσιάσει μια από τις βαθύτερες ιστορικά υφέσεις στα χρονικά της παγκόσμιας οικονομίας. Έχει δεχθεί ένα πραγματικό ιστορικό πλήγμα.

 

 

 

Η ελληνική οικονομία έχει παρουσιάσει μια από τις βαθύτερες ιστορικά υφέσεις στα χρονικά της παγκόσμιας οικονομίας. Έχει δεχθεί ένα πραγματικό ιστορικό πλήγμα. Όπως είναι γνωστό, κάθε εθνική οικονομία αποτελείται από τρεις τομείς, τον Ιδιωτικό (επιχειρήσεις και νοικοκυριά), τον Δημόσιο και τον Εξωτερικό τομέα. Όταν, λοιπόν, βρίσκεται σε βαθιά ύφεση, πρέπει ένας, τουλάχιστον, τομέας να λειτουργήσει ως «ατμομηχανή», δηλαδή να καθοδηγήσει την τόνωση της συνολικής ζήτησης. Η τόνωση αυτή επιτυγχάνεται, στην γενική περίπτωση, μέσω δημοσιονομικών, νομισματικών, συναλλαγματικών, εισοδηματικών, εμπορικών (δασμολογικών και μη-δασμολογικών) και διαρθρωτικών πολιτικών.

Η Ελλάδα φυσικά ανήκει στην Ευρωζώνη, γεγονός το οποίο έχει επιφέρει τα εξής αποτελέσματα, από την πλευρά της άσκησης οικονομικής πολιτικής:

  • Οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν την νομισματική, συναλλαγματική και εμπορική πολιτική, πράγμα που συνεπάγεται σημαντικότατους περιορισμούς και στην άσκηση – οποιασδήποτε – βιομηχανικής πολιτικής.
  • Η δημοσιονομική πολιτική περιορίζεται από τα «κριτήρια του Μάαστριχτ» και, γενικότερα, την «αρχιτεκτονική» της Ο.Ν.Ε.. Ο περιορισμός έγινε, ωστόσο, πιο ασφυκτικός μετά την εκδήλωση της κρίσης της Ευρωζώνης το 2010, που οδήγησε στη «Συνθήκη Δημοσιονομικής Σταθερότητας» το 2013.
  • Η εισοδηματική πολιτική ασκείται μονομερώς, δηλαδή εις βάρος των μισθωτών, διότι πλέον μόνον οι μισθοί αποτελούν μεταβλητή ελέγχου για τις αρχές οικονομικής πολιτικής

Η πολιτική προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, μετά την εκδήλωση της κρίσης της Ευρωζώνης το 2010, ήταν μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ένα πλέγμα τεραστίων προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, εκ των οποίων αυτό της διεθνούς ανταγωνιστικότητας κατέχει την κομβική θέση. Η πολιτική που επέβαλε η ΕΕ βασίστηκε σε:

  • Αυστηρή συσταλτική δημοσιονομική πολιτική.
  • Μονομερή, εις βάρος των μισθωτών, εισοδηματική πολιτική.
  • Αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας και του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, η οποία αποκαλείται «διαρθρωτική πολιτική ή μεταρρύθμιση».

Η πολιτική αυτή επέβλεπε στην σταθεροποίηση του δημοσιονομικού και του εξωτερικού ελλείμματος μέσω της βαθιάς απομείωσης της συνολικής ζήτησης, καθώς και στην περαιτέρω προώθηση της νεοφιλελεύθερης αποδιάρθρωσης των αγορών και του κοινωνικού κράτους.

Το πρώτο σκέλος επιβλήθηκε από την πίεση της κρίσης, ενώ το δεύτερο σκέλος βασίστηκε σε μία θεώρηση της κρίσης ως ευκαιρίας για αλλαγή των βασικών οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων στη χώρα, υπέρ του κεφαλαίου και κατά της εργασίας. Αυτή η πολιτική δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει και όντως οδήγησε σε:

  • Βαθύτατη ύφεση.
  • Εκτόξευση της ανεργίας.
  • Νέο δανεισμό για την εξυπηρέτηση παλαιότερου δανεισμού.
  • Εκποιήσεις και υποθηκεύσεις δημοσίων και ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων.
  • Υπερδιόγκωση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων τραπεζικών δανείων (ιδιωτών και επιχειρήσεων) στα συνολικά τραπεζικά δάνεια.
  • Ταχεία μείωση των εισαγωγών ως αποτέλεσμα της συρρίκνωσης του όλου συστήματος.
  • Κατά συνέπεια, μετά από έξι χρόνια «προσαρμογής» και «διάσωσης» μέσω Μνημονίων:
  • Ο Ιδιωτικός τομέας βρίσκεται σε δεινή θέση, αποστραγγίζεται με φόρους, και εμφανίζει, ως σύνολο, περιορισμένες προοπτικές κερδοφορίας.
  • Ο Δημόσιος τομέας είναι φορτωμένος με χρέη, ενώ αποδιαρθρώνεται περαιτέρω μέσω της ασκούμενης συσταλτικής πολιτικής των «Μνημονίων».
  • Παρά την εσωτερική υποτίμηση, η οποία οδηγεί (όταν και όποτε οδηγεί) σε έμμεση και βραδεία αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας (και όχι, όπως η εξωτερική-νομισματική υποτίμηση, σε άμεση και ταχεία αύξηση αυτής), ο Εξωτερικός τομέας δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί.
  • Να σημειωθεί ότι κατά την περίοδο 1980-2000, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ονομαστικής διολίσθησης της δραχμής ως προς το δολάριο ΗΠΑ ήταν της τάξης του 10% (από 43:1 σε 309:1), ως προς το γερμανικό μάρκο ήταν, επίσης, 10%, ως προς την ιταλική λιρέτα ήταν 6% και, τέλος, ως προς το ECU ήταν 8%. Αυτοί οι ρυθμοί δεν απέκλιναν κατά πολύ από τους αντίστοιχους διαφορικούς ρυθμούς πληθωρισμού της ελληνικής οικονομίας και, έτσι, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της τελευταίας (σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας) παρέμενε εντός αντιστοίχως στενών ορίων διακύμανσης.
  • Αντιθέτως, κατά την περίοδο 2002-2008, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ονομαστικής ανατίμησης του νομίσματος που χρησιμοποιεί η ελληνική οικονομία ως προς το δολάριο ήταν 7%, ενώ ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού της, όπως και το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας, ήταν συστηματικά μεγαλύτερος από τον ευρωζωνικό. Τέλος, κατά την περίοδο 1980-2000 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της, κυμάνθηκε μεταξύ 0.1% του ΑΕΠ (έτος 1994) και 8% (έτος 2000), ενώ κατά την περίοδο 2002-2008 κυμάνθηκε μεταξύ 7% (έτος 2002) και 15% (έτος 2008), με μέση τιμή το 9%.
  • Επειδή πολλά έχουν λεχθεί για την (μη) σημασία μεταβολής της ισοτιμίας της δραχμής, δεν θα ήταν άσκοπο να θυμηθούμε την άποψη τού – μάλλον υπεράνω πάσης υποψίας – Ξενοφώντα Ζολώτα, η οποία διατυπώθηκε στα τέλη Απριλίου του 1989:
  • «[Ε]άν μία χώρα λόγω μεγαλυτέρου πληθωρισμού εν σχέσει με τον μέσο πληθωρισμό των ευρωπαϊκών νομισμάτων (περίπου τετραπλάσιος) υφίσταται συνέπειες επί της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της, θα είναι αναγκασμένη να προβεί σε υποτίμηση του νομίσματός της. […] Η πολιτική της διολίσθησης του εθνικού μας νομίσματος, κατά τη γνώμη μου, υπήρξε επιτυχής και συντέλεσε στην εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας με ευνοϊκές επιδράσεις επί του ισοζυγίου πληρωμών. Δύο φορές στο παρελθόν επιπόλαια επιχειρηθήκαν, παράλληλα προς τη διολίσθηση, δύο εφάπαξ υποτιμήσεις που είχαν δυσμενείς επιδράσεις και προκάλεσαν δυνατό σοκ στην οικονομία με φυγή κεφαλαίων, κερδοσκοπικές υψώσεις τιμών κ.λπ. Οι βλαβερές αυτές επιπτώσεις θα είχαν αποφευχθεί εάν διαλέγαμε την μέθοδο της ταχυτέρας διολισθήσεως».

Είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να υπάρξει ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας εντός αυτού του ασφυκτικού κλωβού «μόνιμης υπότασης» που έχει δημιουργήσει η «διάσωση». Το ζήτημα της ανάπτυξης πρέπει, επειγόντως, να τεθεί σε τελείως διαφορετική βάση με την υλοποίηση προγράμματος καταλλήλως στοχευμένης ανακατανομής και, ταυτοχρόνως, τόνωσης της ζήτησης και, παραλλήλως, περιορισμού των διαρροών στον εξωτερικό τομέα. Είναι ακόμη προφανέστερο ότι μια τέτοια πολιτική ανάπτυξης απαιτεί έξοδο από την ΟΝΕ και ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας στη νομισματική πολιτική. Η πολιτική ανάπτυξης, συνεπώς, πρέπει να συναρμόζεται με την πολιτική αντιμετώπισης των φαινομένων και των δυσκολιών της εξόδου από την ΟΝΕ.

 

 

απόσπασμα από την μελέτη με τίτλο
«Η αποτυχία της Ευρωζώνης.
Προτάσεις οικονομικής πολιτικής
για την ανάκαμψη της Ελλάδας»
των Κώστα Λαπαβίτσα,
Θεόδωρου Μαριόλη και
Κωνσταντίνου Γαβριηλίδη

 

H μελέτη «Η αποτυχία της Ευρωζώνης. Προτάσεις οικονομικής πολιτικής για την ανάκαμψη της Ελλάδας» δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2017 και μπορείτε να τη βρείτε ΕΔΩ
Εικόνα: «Xάος – η Γένεσις», έργο του Ivan Aivazovsky από τη Wiki

 

Πηγή:  averoph.wordpress.com