Γιορτή σήμερα

Σήμερα γιορτάζουμε την ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου Λευκάδας από την αρρώστια πανώλη (1 Ιουνίου 2024)

Σήμερα γιορτάζουμε την ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου Λευκάδας από την αρρώστια πανώλη (1 Ιουνίου 2024)
Σάββατο 1 Ιουνίου 2024, σήμερα η Ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου Λευκάδας από την αρρώστια πανώλη, το έτος 1743

Το νησί της Λευκάδος περί τα μέσα του 18ου αιώνος μ.Χ. πέρασε μια μεγάλη δοκιμασία από το λοιμό της πανώλης.

Τό βασανισμένο νησί της Λευκάδας, στα μέσα τού ΙΗ’ αιώνα, γνώρισε μία ακόμη δοκιμασία. Ή φοβερή, γιά την εποχή εκείνη, «πανώλης νόσος» -ή αλλιώς, ό «πανώλης λοιμός»- χτύπησε τό νησί.

Με βάση τα επίσημα στοιχεία, 1800 ψυχές αφανίσθηκαν απ’ «τήν πανούκλα τ’ Άη Χαραλάμπου» -όπως οί ντόπιοι τήν έλεγαν. Απ’ αυτούς, 1.028 ήταν οί κάτοικοι της πόλης (επί συνόλου 3.457, δηλαδή 1 πρός 3 περίπου) καί 772 οί κάτοικοι της ύπαίθρου. Επίσης, ή ένετική φρουρά αποδεκατίσθηκε.

Τό Ιδιο καί όλόκληροι οικισμοί, όπως τά Κολυβάτα τού ορεινού χωριού Αλέξανδρος. Τά νεκροταφεία της μικρής πολίχνης της Άγια-Μαύρας, γέμισαν από τά πολυάριθμα ξέπνοα κορμιά τών δυστυχισμένων Λευκαδιτών. Ό τρόμος γιά τήν ξαφνική μάστιγα κυριάρχησε.

Ό ιστορικός Σπυρ. Βλαντής γράφει: «Τά συμπτώματα ήσαν φοβερά. Τό πρόσωπον, άποβάλλον τήν φυσικήν αντον χροιάν, έπέκτα έντός ολίγου τήν τον πτώματος. Ή ϊρις τών οφθαλμών διεστέλλετο, τά χείλη συνενονντο, ή γλώσσα έξηραίνετο. Ταντα συνωδεύοντο υπό δίψης, ρίγους, παραληρήματος καί μανίας, παρά τά τοσαντα δέ δεινά τό σώμα, έκλειπούσης πάσης τον οργανισμον άντιδράσεως, κατέκειτο ώς πτώμα. Οιδήματα είς τούς βουβώνας, ή υπό τάς μασχάλας. Τήν κοιλίαν καί τό στήθος έκάλυπτον άνθρακες, σημειον άλάνθαστον σωτηρίας άν ζωηροί καί οδυνηροί, θανάτου δέ, άν ώχροί καί άνώδυνοι. Ονδεμία διάκρισις ήλικίας, φύλου, κοινωνικής τάξεως. Γενικός ο κίνδυνος καί ο τρόμος. Έν τρισίν, ή πέντε ήμέραις, οί προσβαλλόμενοι άπέθνησκον, εντυχείς δέ όσοι έν ολίγαις ώραις άπηλλάσοντο τών δεινών των.»

Γιά ένάμιση όλόκληρο χρόνο, από τόν Ιανουάριο τού 1743 μέχρι τόν Ιούνιο 1744, τό θανατικό θέριζε τούς αδύναμους νά αντιδράσουν κατοίκους τού νησιού.

Τόν Αύγουστο τού 1743 ό ιερομόναχος Ματθαίος, από τήν Ί. Μονή Δουσίκου, κοντά στά Τρίκαλα, φέρνει στήν Λευκάδα τήν θαυματουργή κάρα (κρανίο) τού Αγίου Βησσαρίωνος, Αρχιεπισκόπου Λαρίσης.

Ένας Λευκαδίτης, ό Δημ. Πετριτσόπουλος, γραφεί σχετικά στον αδελφό του, πού βρισκόταν στην Ιταλία: «…Διό, ώς προς τους έπιΖωντας δέν απομένει έλπίς σωτηρίας, εκτός και αν ή Παναγία Παρθένος μαλάξη υπέρ ήμων τήν δικαιοτάτην όργήν τον υίον της. Ύπό τό πνενμα τοντο δέονται πάντες μετά πικρων δακρύων, πολλοί δέ μετά δακρύων αίματος. Φαίνεται, όμως, ότι ή Παναγία είσήκουσε των δεήσεων των πιστων καί ευλαβών, διότι ένέπνευσεν είς τάς Αρχάς νά έπιτρέψουν τήν έκ Λευκάδος διέλευσιν τον περιωνύμου λειψάνου τής κάρας τον Αγίου Βησαρίωνος τον θαυματουργον, τον μεγάλου έκείνου Αγίου, όστις καθημερινως τελεί τοσαντα θαύματα καί όστις διά τής διαβάσεώς του έκ των πανωλοβλήτων χωρων αποδιώκει τό κακόν, των προσβεβλημένων ανακτώντων αμέσως τήν προτέραν ευεξίαν. Ένεκα τούτου φαντάσθητι οπόση είναι ή πίστις καί ή έλπίς πάντων ήμων, αγωνιόντων νά ϊδωμεν αποκαθισταμένην τήν υγείαν. Χθές αί πληροφορίαι έβεβαίουν ότι ή αγία κάρα εφθασεν είς ΠρέβεΖαν καί σήμερον αναμένεται έντανθα μετ’ αφάτου ανυπομονησίας καί χαράς των κατοίκων.

Με την παρέμβαση τού Αγίου, οί Λευκαδίτες σώθηκαν από την φοβερη ασθένεια. Έχτισαν μάλιστα ναό πρός τιμην του -στόν χώρο οπου είχε στηθεί προηγουμένως τό Λοιμοκαθαρτηριο- καί τόν παραχώρησαν σάν μετόχι στην Μονη Δουσίκου. Ή περιοχη εκείνη μέχρι σημερα ονομάζεται «Άγια Κάρα». Καθιέρωσαν επίσης ή 1η Ιουνίου, κάθε χρόνο, νά γιορτάζεται επίσημα από την τοπικη Εκκλησία σάν ήμέρα ευχαριστήρια πρός τόν Θεό, γιά την απαλλαγή από τό δεινό αυτό.

Συνέθεσαν μάλιστα καί ειδικό ευχαριστηριο καί ίκετικό κανόνα πρός τόν Ιησού Χριστό. Μέ την είδιχη αύτη άκολουθία:

α) Αποδίδεται ευχαριστία στόν Θεό, διότι τούς απάλλαξε από την -όνομα καί πράγμα- πανώλη νόσο.

β) Αποδίδεται, επίσης, ευχαριστία στόν Θεό, διότι αναπληρωσε τούς Λευκαδίτες, πού πέθαναν από την πανώλη, μέ άλλους, περισσότερους κατοίκους.

καί γ) Αναπέμπεται δέηση γιά την ανάπαυση τών ψυχών οσων πέθαναν από την φοβερη αρρώστια, ε’ίτε κατοίκων τού νησιού είτε ξένων.

Ό Άγιος Βησσαρίων γεννηθηκε στίς Μεγάλες Πύλες (σημερινή Πύλη ή Πόρτα Παναγιά) τών Τρικάλων τής Θεσσαλίας, γύρω στά 1430. Προερχόταν από οικογένεια πού είχε αναδείξει αρχιερείς, μοναχούς καί μοναχές. Ανατράφηκε έτσι «εν παιδεία καί νουθεσία Κυρίου».

Σέ ήλικία 10 ετών, μόλις τελείωσε τά «κοινά γράμματα», κυριευμένος από διάπυρο πόθο πρός τόν Θεό καί τόν ίσάγγελο μοναχικό βίο, προσήλθε στόν άγιώτατο Μητροπολίτη Λαρίσης Μάρκο, γιά να μυηθή κοντά του στήν πνευματική ζωή. Πολλά χρόνια έμεινε κοντά στόν πνευματικό του πατέρα καί διακρίθηκε γιά τήν ταπείνωση καί τήν ύπακοή του. Από τόν Ιδιο αρχιερέα χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος.

Γύρω στό 1516 εκλέχτηκε επίσκοπος Δομενίκου καί Έλασσώνος, όμως ό κλήρος καί ό λαός τής επαρχίας εκείνης δέν τόν δέχτηκαν, καθώς αρνούνταν νά ύπαχθούν στή δικαιοδοσία τού μητροπολίτη Λαρίσης. Χωρίς νά μνησιχακήσεί, ό Άγιος επέστρεψε στά Τρίκαλα. Έμεινε κοντά στόν γέροντά του γιά τέσσερα ακόμη χρόνια, ύπηρετώντας τόν Ιδιο, αλλά καί όλους τούς φτωχούς, αρρώστους ή ξένους πού κατέφευγαν γιά βοήθεια στήν Εκκλησία. Γιά νά αποφύγει τόν ανθρώπινο έπαινο, νύχτα επισκεπτόταν τούς ασθενείς καί τούς φτωχούς, τούς ποαρηγορούσε καθισμένος δίπλα στό προσκέφαλό τους καί μέ τά χέρια του έπλενε τά ρούχα τους.

Όταν τό 1521 πέθανε ό έξαρχος τής επισκοπής Σταγών (σημερ. Καλαμπάκα) διάκονος Νικάνωρ, οί κάτοικοι ζήτησαν νά αναλάβη τή διαποιίμανσή τους ό Βησσαρίων. Κατά τήν έξαετία (1521-1527) πού παρέμεινε στήν θέση αυτή, μόνον θλίψεις καί πειρασμούς εγνώρισε από κάποιον χαιρέκακο καί ασεβή ίερέα, τόν Δομέτιο, ό όποίος διαρκώς τόν κατέτρεχε.

Μετά τήν κοίμηση τού Μάρκου, μέ απαίτηση τού θεσσαλικού κλήρου καί λαού εξελέγη Μητροπολίτης Λαρίσης καί ανήλθε στόν μητροπολιτικό θρόνο επί πατριάρχου Ιερεμίου Α’. Ώς ιεράρχης ό Άγιος ανεδείχθη αληθινός ποιμένας τού ύπόδουλου λαού, αναπτύσσοντας αξιοθαύμαστη κατά τούς πικρούς εκείνους χρόνους τής δουλείας ποιμαντική καί κοινωνική δραστηριότητα.

Όπως ό Ιδιος έγραφε, δέν «έδωκε υπνον τοίς όφθαλμοίς του ουδέ τοίς βλεφάροις του νυσταγμόν», αλλά καθ’ όλη τή διάρκεια τής ζωής του ξυπνούσε απ’ τά χαράματα καί ξαγρυπνούσε όσο κανείς άλλος, καθώς μαρτυρούν καί τά Ιδια του τά έργα. Εκδήλωσε όλη του τήν συμπάθεια πρός τόν ταλαιπωρημένο λαό, καθιστώντας τήν μητρόπολή του, πηγή ελέους καί φιλανθρωπίας. Μέ χρήματα τής Εκκλησίας εξαγόρασε πολλούς Χριστιανούς αιχμαλώτους από τούς Τούρκους· ανήγειρε ναούς· επανέφερε στήν Εκκλησία τήν ευταξία, πού είχε διασαλευθε! κατά τόν πρώτο αίώνα τής δουλείας· οργάνωσε σέ κοινότητες τούς Έλληνες οπού είχαν καταφύγει στά βουνά· άνοιξε δρόμους στη Θεσσαλία εως καί την Ήπειρο· κατεσκεύασε γέφυρες. Ή πιό περίφημη είναι ή γέφυρα τού Κόρακα στόν Αχελώο. Στό σημείο αυτό τού ποταμού τόν χειμώνα, οταν τά νερά πλημμύριζαν, πνίγονταν από τό ισχυρό ρεύμα οί περισσότεροι διαβάτες. Τό δυσκολοκατόρθωτο αυτό εργο, πού κανείς πρίν από εκείνον δέν τολμούσε νά επιχειρησει, ανέλαβε καί διηύθυνε μόνος του ό Άγιος, μέ άμετρους κόπους καί εξοδα καί πολλούς κινδύνους.

Μέ τη βοηθεια τού αδελφού του Ιγνατίου, επισκόπου Καπούης καί Φαναρίου, ανηγειρε τη Μονη τής Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος, γνωστη ώς Δούσικο, κοντά στη γενέτειρά του.

Πέντε χρόνια μετά την αποπεράτωση τής Μονής, κουρασμένος από τό ευρύ ποιμαντικό καί κοινωνικό του εργο, αθσένησε. Καθώς ενοιωθε τίς δυνάμεις του νά τόν εγκαταλείπουν, προσκάλεσε τούς αρχιερείς, κληρικούς καί μοναχούς τής επαρχίας του, τούς παρέδωσε τίς τελευταίες του νουθεσίες καί στίς 13 Σεπτεμβρίου 1540 απέθεσε την ψυχη του στά χέρια τού Θεού, σέ ηλικία πενήντα μόλις ετών.

Οί μοναχοί τού Δουσίκου ενταφίασαν τόν πνευματικό τους πατέρα στό ναό τού Αγίου Νικολάου, πού ό ίδιος είχε χτίσει σέ αμπελώνα στούς πρόποδες τού βουνού.

Αργότερα ένας Αγαρηνός ύπηρέτης τής Μονής, εκλεψε τό τίμιο λείψανο τού Αγίου καί τό πούλησε στη Δύση. Ή τιμία κάρα, πού διασώθηκε μέ θαυματουργικό τρόπο, φυλάσσεται στό μοναστηρι καί επιτελε! άπειρα θαύματα καί μάλιστα κατά τής πανώλους καί τής ακρίδας.

Ό Άγιος τιμάται στην Θεσσαλία, στην Ήπειρο, στη Δ. Μακεδονία, στη Φιλιππιάδα, στην Λευκάδα, στό Βαθύ τού Μεγανησίου καί στίς παραδουνάβιες χώρες.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ 
Ἦχος πλ.Αʹ. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Θετταλῶν τόν ποιμένα τόν ἱερώτατον,
τῶν ἐν νόσοις ὀξύτατον ἀντιλήπτορα,
Βησσαρίωνα, τῆς Χάριτος τό κειμήλιον·
οὗ μεσιτείαις θαυμαστῶς, ἐκ νόσου πάλαι λοιμικῆς,
Λευκάς ἡ νῆσος ἐῤῥύσθη, ὑμνολογοῦμεν ἀπαύστως,
αὐτοῦ τήν κάραν ἀσπαζόμενοι.

Εκ της Ι.Μ. Λευκάδος και Ιθάκης
orthodoxia.online