ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Νέος Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας ο Πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ΄

Νέος Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας ο Πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ΄
Η Ιερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος & Σουφλίου για την αγιοκατάταξη του Πατριάρχη Κυρίλλου ΣΤ’ του Θρακός.

Η Ιερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος & Σουφλίου για την αγιοκατάταξη του Πατριάρχη Κυρίλλου ΣΤ’ του Θρακός.

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΣΟΥΦΛΙΟΥ

ΕΠΙ ΤΗι ΑΝΑΓΡΑΦΗι ΕΙΣ ΤΑΣ ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΑΣ ΔΕΛΤΟΥΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΤΟΥ ΣΤ΄ ΤΟΥ ΘΡΑΚΟΣ

Γηθοσύνως πληροφορηθέντες τήν ἀπό τῆς χθές Ἀπόφασιν τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διά τήν «φιλοτιμίᾳ καί προαιρέσει τῆς Α.Θ. Παναγιότητος» κατάταξιν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς κατ’ Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ ἔν ἔτει 1821 μαρτυρικῶς ἀπαγχονισθέντος ἐν Ἀδριανουπόλει καί ἐν Πυθίῳ Ἕβρου ἐνταφιασθέντος Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου του ΣΤ΄, ἡ κατά τό Διδυμότειχον, τήν Ὀρεστιαδα καί τό Σουφλίον παροικοῦσα Ἐκκλησία Δοξολογίαν καί Εὐχαριστίαν ἀναπέμπει τῷ Πανοικτήρμονι Θεῷ τῷ οὕτω σοφῶς κατ’ Αὐτήν Οἰκονομήσαντι, πρός σωτηρίαν τοῦ εὐσεβοῦς ἀκριτικοῦ λαοῦ τοῦ Κεντρικοῦ καί Βορείου Ἕβρου, καί ἀπό μυχίων καρδίας εὐγνωμονεῖ τήν Α.Θ.Π. καί τήν περί Αὐτήν Ἁγίαν καί Ἱεράν Σύνοδον διά τήν εὐμενῆ ἀνταπόκρισιν καί ἱκανοποίησιν τοῦ ἀπό ἐτῶν σχετικοῦ αἰτήματος.

Σεμνύνεται καί ἡ κατά τήν Θρᾴκην Ἐκκλησία γενικώτερον διότι κατά τά δίσεκτα ἔτη τῆς Τουρκοκρατίας, ὑπό τήν πεφωτισμένην καθοδήγησιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, συνέβαλε τά μέγιστα διά την διατήρησιν ἀνημμένης καί ἀσβέστου τῆς φλογός τῆς Πίστεως καί τῆς ἀγάπης διά τήν Πατρίδα. Χάριν εἰς τήν «ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος» μαρτυρίαν τῶν Θρακῶν νεομαρτύρων, ἐν οἷς καί ὁ Ἱερομάρτυς Ἅγιος Κύριλλος ὁ ΣΤ΄, τό πνεῦμα τῆς Ρωμιοσύνης παρέμεινε ζωντανόν ὡς παράδοσις καί πολιτισμός, ὡς πορεία πρός τόν ἁγιασμόν καί τήν θέωσιν, ὡς ἔκφρασις ἀξιοπρεπείας καί ρωμαίϊκου φρονήματος.

Εἰς τόν ἀπόηχον τῶν ἐπετειακῶν ἐκδηλώσεων ἐπί τῇ συμπληρώσει διακοσίων ἐτῶν ἀπό τῆς Ἐθνικῆς Παλλιγενεσίας (1821-2021) καί τοῦ μαρτυρικοῦ ἀπαγχονισμοῦ τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου τοῦ ΣΤ΄ (18 Ἀπριλίου 1821) οἱ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς Θρακιῶται χαιρετίζομεν μετά ἀνυποκρίτου χαράς καί σεβασμοῦ τήν Ἀπόφασιν αὐτήν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἀπονέμομεν τήν προσήκουσαν τιμήν εἰς τήν μνήμην τοῦ Ἱερομάρτυρος Ἁγίου, οὗτινος τό αἷμα ἐπορφύρωσεν τάς ρύμας τῆς Ἀδριανουπόλεως καί ἡγίασεν τά ρεῖθρα τοῦ ποταμοῦ Ἕβρου.

Διδυμότειχον τῇ 12ῃ Ἰανουαρίου 2022

† Ὁ Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καί Σουφλίου Δ Α Μ Α Σ Κ Η Ν Ο Σ

Πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ΄ ο εξ Ανδριανουπόλεως

Ο Πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ΄ ευρίσκετο εν Αδριανουπόλει υπέργηρος εφησυχάζων, παραιτηθείς του θρήνου του. Ότε έγινεν η επανάστασις υπεδείχθη εις αυτόν να την αποκηρύξη. Ηρνήθη να υπογράψη και απηγχονίσθεη με εικοσάδα άλλων προκρίτων και δημογερόντων. Το πτώμα του ερρίφθη εις τον ποταμόν Έβρον και εξεβράσθη παρά το χωρίον Πύθιον. Ο Δημήτριος Αργυρίου κάτοικος του χωριού τουτου μεταβάς εις τον αγρόν του κείμενον παρά την όχθην του Έβρου, εύρε το πτώμα, ανεγνώρισε αυτό, το ανέσυρεν εκ του ποταμού και το μετέφερε την νύχτα εις την οικίαν του, θάψας δε αυτό εις εν υπόγειον των δωματίων του έκαιε κανδύλαν νυχθημερόν χωρίς να είπη τίποτε εις τους συνχωριανούς του. Το δωμάτιον τούτο ήτο αφιερωμένον δια προσευχήν και δεν επέτρεπεν εις τους οικείους του να το μεταχειρισθούν δι’ άλλας ανάγκας. Ότε διησθάνθη ότε θα αποθάνη αφήκε διαθήκην εις τους απογόνους του να μη χρησιμοποιήσουν το δωμάτιον τούτο δια καμμίαν άλλην εργασίαν. Οι συγχωριανοί του εκλαβόντες τον Αργυρίου ως άκρως θρησκευτικόν εθεώρουν και αυτοί το δωμάτιον ως μικρόν εκκλησίδιον δι’ οικογενειακήν προσευχήν. Μέχρι του 1941 ουδείς εγνώριζεν άλλος εκτός των απογόνων του τι εκρύπτετο εις το υπόγειον του δωματίου αυτού, οπότε ωμολογήθη η αλήθεια και απεκαλύθφη η πραγματικότης. (Δ. Μανάκας «ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΑΙΔΙΑΣ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΧΏΡΩΝ» “1778-1953”, Θρακικά τομ. 31ος “1959”, σελ. 13).

Ο Σωφρονίου Ευστρατιάδου πρ. Λεοντοπόλεως (Κατάλογος Κωδίκων Βατοπεδίου, Καντεβριγία 1924 σ. 146 αρ. χειρ. 743-5 φ. 233α.) αναφέρει οτι υπάρχει «ακολουθία του ιερομάρτυρος Κυρίλλου Πατριάρχου Κων/πόλεως, κατά το 1821 εν Αδριανουπόλει τελειωθέντος συντεθείσα μεν παρά του ιατροδιδασκάλου Κωνσταντίνου Τζελάκογλου του Λημνίου, αντιγραφείσα δε και επαυξηθείσα παρά Ιακώβου μοναχού και αθιερωθείσα τω πρώην Αδριανουπόλεως Γρηγορίω τω Βυζαντίω εν έτει 1844». Εν φ. 244α. «Εγράφη το πρωτότυπον εν Χίω εν τη μονή του αγίου Ισιδώρου του Χιοπολίτου, το δε παρόν εν τη μονή του Βατοπαιδίου δαπάνη του εν ιατροίς Ευαγγέλου, Μεξικού του εξ Αργυροκάστρου 18 Φεβρουαρίου 1821». (Ελαφρά διασκευασμένο από τα «Θρακικά», τόμ. 10ος “1938”, σελ. 377).

Αναγνωρίστηκε ως Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος με ενέργειες του Σεβ. Μητροπολίτου μας κ. Νικηφόρου (Πράξις 403/8-7-1993). Η μνήμη του τομάται την 18ην Απριλίου και μεταφέρεται την Κυριακή του Θωμά. (Εγκόλπιον ημερολόγιον 2003 Ι. Μ. Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος & Σουφλίου).

Αναγνωρίστηκε ως Άγιος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΠΗΓΗ: Ιερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος & Σουφλίου

You cannot copy content of this page