Κυριακή του Τυφλού | † Φλωρίνης Καντιώτης: Ω άπιστοι, φθάνει ένα μάτι ν’ αποδείξη ότι υπάρχει Θεός
ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Κυριακή του Τυφλού | † Φλωρίνης Καντιώτης: Ω άπιστοι, φθάνει ένα μάτι ν’ αποδείξη ότι υπάρχει Θεός

Μητροπολίτης Φλωρίνης π. Αυγουστίνος Καντιώτης - Κυριακή του Τυφλού - Οι τυφλοί - «Έν οίδα, ὅτι τυφλός ών άρτι βλέπω» (Ιωαν. 9, 25)

Όλοι, αγαπητοί , όλοι έχουμε δει φωτογραφική μηχανή. Η φωτογραφική μηχανή είνε κι αυτή μια ανακάλυψι της επιστήμης. Με τη μηχανή αυτή κατώρθωσε ο άνθρωπος να παίρνει φωτογραφίες, και έγχρωμες ακόμη, που όταν έχουν επιτυχία νομίζεις ότι βλέπεις το ίδιο το αντικείμενο, είτε πρόσωπο είτε πράγμα είτε τοπίο είνε αυτό. Στην αρχή οι φωτογραφικές μηχανές ήταν λίγες και πανάκριβες. Σήμερα γέμισε ο κόσμος από φωτογραφικές μηχανές. Και τα παιδιά ακόμη του δημοτικού σχολείου έχουν φωτογραφικές μηχανές. Αν τώρα σε κάποιον, που κρατάει μηχανή καί κάνει συλλογή φωτογραφιών, πήτε ότι η φωτογραφική μηχανή έγινε μόνη της, χωρίς κανένας τεχνίτης να κοποιάση, αυτός που έχει τη μηχανή θα γελάση εις βάρος σας και θ’ αρχίση ν’ αμφιβάλη αν είσθε καλά στο μυαλό. «Κύριε», θα σας πη, «τί εἶν’ αυτά πού λέτε;» Οι φωτογραφικές μηχανές δεν φυτρώνουν στα χωράφια. Σχεδιάζονται από επιστήμονες, κατασκευάζονται από τεχνίτες, βγαίνουν από εργοστάσια. Η δική μου μηχανή είνε από τις τελειότερες μηχανές….».

Ώστε μιά φωτογραφική μηχανή έχη κάποιον που τήν έκανε. Σ’ αυτό κανένας δεν αμφιβάλλει. Αλλ’ εγώ δεν θέλω να μιλήσω για τίς φωτογραφικές μηχανές που κρατούν οι άνθρωποι. Θέλω σήμερα να μιλήσω για κάποια άλλη φωτογραφική μηχανή, που είνε η πιό τέλεια φωτογραφική μηχανή του κόσμου. Δεν μπορεί κανείς να τη φθάση. Και οι τεχνίτες καί οι επιστήμονες κλέβουν τα μυστικά και παίρνουν σχέδια από αυτήν και προσπαθούν να τη μιμηθούν. Αλλ’ αυτή είνε άφθαστη. Τη φωτογραφική αυτή μηχανή τήν έχουν όλοι σχεδόν. Την έχουν και οι πιό φτωχοί άνθρωποι, και όμως η φωτογραφική αυτή μηχανή είνε πανάκριβη. Είνε τα μ ά τ ι α μας. Ποιός, όσο φτωχός και άν είνε, πουλάει τα μάτια του; Προτιμά να έχη τα μάτια του, παρά να είνε τυφλός και να έχη εκατομμύρια πολλά και να είνε βασιλιάς.

Και γεννιέται το ερώτημα· Ποιός τεχνίτης κατασκεύασε μιά τόσο τέλεια μηχανή; Είνε λογικό το ερώτημα αυτό. Γιατί, αν για μια φωτογραφική μηχανή κανείς δε λέη ότι έτσι βρέθηκε, πολύ περισσότερο δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθή ότι τα μάτια δεν έχουν τον τεχίτη τους και το δημιουργό τους. Αν πάρουμε τα μάτια ενός ανθρώπου που μόλις πέθανε και χημικώς τα εξετάσουμε και τα αναλύσουμε, θα δούμε ότι τα μάτια είνε μιά πολύ μικρή ποσότητα ύλης. Λίγα δράμια χώμα. Αλλά ποιός πήρε το λίγο αυτό χώμα, ποιός το ζύμωσε, ποιός το έπλασε, ὥστε να γίνη ένα μικρό θαυμάσιο μηχάνημα, πού διαρκώς βλέπει και παίρνει χιλιάδες εικόνες και το στέλνει στον εγκέφαλο και εκεί μένουν και διατηρούνται; Είνε τόσο αξιοθαύμαστη η κατασκευή και η λειτουργία των ματιών, ώστε γύρω από τη σπουδή τους ασχολείται ιδιαίτερη επιστήμη, η οφθαλμολογία. Οφθαλμολόγοι γιατροί, μεγάλοι επιστήμονες, θαυμάζουν το έξοχο αυτό δημιούργημα. Ποιός έπλασε τα μάτια; Ο Θεός! Είνε η μόνη λογική απάντηση.

Ώ άπιστοι, φθάνει ένα μάτι ν’ αποδείξη ότι υπάρχει Θεός.


Αλλά γιατί, θα μας ρωτήσει κανείς, γιατί μιλάμε σήμερα για τά μάτια; Διότι το Ευαγγέλιο, που ακούσαμε, μιλάει για τό έξοχο αυτό δημιούργημα. Μιλάει για έναν τυφλό, που συνάντησε στο δρόμο ο Χριστός. Ήταν τυφλός από τη μέρα που γεννήθηκε. Δεν είχε καθόλου μάτια. Δυό μεμβράνες λεπτές σκέπαζαν το μέρος όπου υπάρχουν τα μάτια. Δυστυχισμένος άνθρωπος. Στο σκοτάδι ζούσε. Δουλειά δεν μπορούσε να κάνη. Ζητιάνος είχε καταντήσει. Από την ελεημοσύνη των ανθρώπων προσπαθούσε νά ζήση.

Αυτόν τον τυφλό θεράπευσε ο Χριστός. Τον θεράπευσε; Δεν ακριβολογούμε. Θεράπευσε θα λέγαμε, αν ο τυφλός είχε μάτια βλαμμένα από ασθένεια. Αλλ’ ο τυφλός αυτός, όπως είπαμε, δεν είχε καθόλου μάτια. Αδειανές ήταν οι κόγχες. Και ο Χριστός με το θαύμα που έκανε δημιούργησε μάτια. Αδειανές ήταν οι κόγχες. Και ο Χριστός με το θαύμα που έκανε δημιούργησε μάτια. Απίστευτο φαίνεται; Αλλ’ ο Χριστός, πού έκανε το θαύμα του Ευαγγελίου, είνε ο ίδιος, που όχι μόνο μάτια έκανε, αλλά και αυτιά και χέρια και πόδια και πνευμόνια και νεφρά και καρδιές και νεύρα και κόκκαλα και όλα τα αξιοθαύμαστα όργανα του σώματος τού άνθρώπου. Έκανε το ανθρώπινο σώμα. Έ, λοιπόν αυτός που κατασκεύασε όλο το ανθρώπινο σώμα, δεν μπορούσε να κατασκευάση ένα μόνο μέρος, τα μάτια;

Ο Χριστός, λέει το Ευαγγέλιο, έφτυσε κάτω, και με το σάλιο του έκανε λίγη λάσπη, πήρε τη λάσπη, έχρισε μ’ αυτή τον τυφλό στα μάτια και τον έστειλε να νιφτή σε μια δεξαμενή. Και πήγε, νίφτηκε και αμέσως είδε.

Έτσι ο Χριστός δίδαξε, ότι είνε αυτός που από το χώμα δημιούργησε το ανθρώπινο σώμα. Ύλη, λάσπη είνε όλο το ανθρώπινο σώμα. Αλλά μέσα στο σώμα αυτό με τα θαυμάσια όργανά του υπάρχει η εικόνα του Θεοῦ. Υπάρχει η αθάνατη ψυχή. Η ψυχή δεν είνε ύλη. Είνε πνεύμα. Η ύλη φθείρεται και καταστρέφεται, αλλά το πνεύμα δεν καταστρέφεται.


Χριστέ! Συ μας έπλασες. Συ μας έδωσες μάτια για να βλέπουμε τον όμορφο κόσμο που έχεις δημιουργήσει. Βλέποντας όλα τα θαυμάσια που έκανες σε δοξάζουμε και σε ευχαριστούμε.

Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι δεν δοξολογούν και δεν ευχαριστούν το Χριστό. Μάτια έχουν και μάτια δεν έχουν. Ζουν σαν τυφλοί μέσα στον όμορφο κόσμο, και ένα «Δόξα σοι ο Θεός» δεν λένε. Είνε τυφλοί ψυχικώς. Η απιστία και η αμαρτία έχουν τυφλώσει τα μάτια της ψυχής τους και δεν βλέπουν και δεν αισθάνονται τίποτα. Αυτοί οι άνθρωποι, όσο έξυπνοι κι αν είνε και όσα γράμματα κι αν ξέρουν, μοιάζουν σαν το γαϊδουράκι, που το αφεντικό τού κλείνει τα μάτια με το τυφλοπάνι, το δένει στο μαγγανοπήγαδο, και το δυστυχισμένο ζώο που δεν βλέπει αρχίζει να τρέχη, με την εντύπωση ότι τρέχει σε δρόμο, ενώ συνεχώς στο ίδιο μέρος βρίσκεται, κάνοντας διαρκώς τούς ίδιους γύρους. Έτσι είνε και οι άπιστοι. Τα αφεντικό τους, ο διάβολος, τους έχει σκεπάσει τα μάτια της ψυχής με το δικό του τυφλοπάνι και δεν βλέπουν οι δυστυχείς. Δεν βλέπουν τα έργα του Θεοῦ. Δεν βλέπουν, ότι κάθε έργο του Θεού, και το πιό μικρό, όπως είνε ένα μυρμηγκάκι, είνε ένα θαυμάσιο κατασκεύασμα, που ξεπερνά σε τελειότητα και το καλύτερο εργοστάσιο τού κόσμου. Δεν βλέπουν τα θαύματα του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων. Και δεν βλέπουν, γιατί δεν πιστεύουν. Όλα προσπαθούν να τα εξηγήσουν υλιστικώς. Η ύλη! σου λένε· από την ύλη βγήκαν όλα. Αλλα τι είνε η ύλη; Πώς βρέθηκε; Πώς εξελίχθηκε; Πώς έγινε μάτι, αυτί, καρδιά; Πώς έγινε δύναμι και ενέργεια; Πώς έγινε σκέψι, αίσθημα και θέλησι; Πώς έγινε πνεύμα; Στα ερωτήματα αυτά δεν μπορούν ν’ απαντήσουν οι άπιστοι.


Άπιστοι! Σας παρακαλούμε, πλησιάστε τον τυφλό πού έκανε καλά ο Χριστός. Οι παλαιοί σας συνάδελφοι, οι άπιστοι της εποχής εκείνης, δεν ήθελαν να πιστέψουν στο θαύμα που έκανε ο Χριστός, και με λόγια δικολαβικά προσπαθούσαν να μεταβάλουν τα πράγματα, να σκοτίσουν τον ήλιο, και να κάνουν και τούς άλλους να μην πιστεύουν στο Χριστό. Τυφλοί αυτοί, τυφλό ήθελαν να κάνουν και όλο τον κόσμο. Αλλ’ ο τυφλός, που είδε το φώς του, με τις απαντήσεις που έδωσε τους αποστόμωσε, τους νίκησε, τους ξευτέλισε. Το πιο μεγάλο επιχείρημα ήταν η π ρ ο σ ω π ι κ ή τ ο υ π ε ί ρ α. Είδε πάνω του τη δύναμι του Χριστού. Είδε το θαύμα. Και γι’ αυτό ελέγχει τους απίστους· «Δεν ακούω τι μου λέτε. Ένα ξέρω· ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω. Με έκανε καλά ο Χριστός. Χίλιες δόξες να έχη».

Ο Χριστός είνε το φ ω ς του κόσμου.

Από το βιβλίο: Επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, Μητροπολίτου Πρ. Φλωρίνης: Κυριακή. Σύντομα κηρύγματα επί των Ευαγγελικών περικοπών.
Έκδοσις Ορθοδόξου Ιεραποστολικής Αδελφότητος «Ο Σταυρός»