ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ

Είναι για όλους τους χριστιανούς η νοερά προσευχή ή μόνο για τους μοναχούς

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ - «Ποιος σου έμαθε την ευχή του Ιησού»;
Απ’ ό, τι γράφουν οι άγιοι πατέρες , αλλά και από την πείρα ως πνευματικός, λέγομεν ότι η νοερά προσευχή είναι για όλους τους χριστιανούς. Όχι όμως εννοώ και για τους αιρετικούς.

Ακόμα πιο χειρότερα για τους αλλόθρησκους. Να εξηγήσω και το γιατί. Ο άνθρωπος πριν βαπτιστεί, με την παράβασιν του Αδάμ έδιωξεν από μέσα του την χάριν. Η χάρις ξανάρχεται μέσα μας με το άγιο βάπτισμα. Αλλά πώς είναι δυνατόν χωρίς Την χάριν του βαπτίσματος να βρης μέσα σου τον Θεόν;
Όμως και η μέθοδος που μεταχειρίζονται οι αλλόθρησκοι είναι πλανεμένη.

Επέρασεν πρόσφατα ένας δικός μας (Έλληνας) από την Γερμανία. Εζήτησε να μιλήσουμε για την νοεράν προσευχήν. Τον εδέχτηκα.

Μου λέει:

– Είμαι κι εγώ πάτερ μυστικιστής, σαν κι εσάς.

– Βρε λέω˙ εσύ μυστικισμόν; Και πού τον έμαθες;

– Είμαι χρόνια τώρα στην Γερμανία. Εκεί εγνώρισα κι άλλες θρησκείες. Έχουν κι αυτοί πολλά παρόμοια μ’ εμάς. Εκείνο που μου άρεσε πιο πολύ, αυτοσυγκεντρώνονται στην προσευχή. Και το σπουδαίο, έρχονται σε εκστάσεις και θεωρίες, όπως τον Απ. Παύλον.

– Βρε, λέω, μακρυά˙ μη πιστεύεις ˙ είναι πλανεμένοι.

– Όχι, πάτερ, αφού κι εγώ ασχολήθηκα κι έχω ο ίδιος πείραν.

Όχι ότι επείστηκα, αλλά από περιέργειαν ερώτησα:

– Για πες μου, τι αυτοσυγκέντρωσις είναι τούτη που κάμνεις;

– Κάθομαι κάτω με τα πόδια σταυρωτά και γυρίζω το κεφάλι στον ουρανόν. Εδώ κατάλαβα ότι τον ίδιον Θεόν πιστεύουμεν όλος ο κόσμος. Οι Ινδουιστές παρακαλούν τον Θεόν τους˙ οι βουδιστές το ίδιο. Εμείς μπορούμε να παρακαλούμε τον Χριστό.

– Και πώς παρακαλάτε, αν επιτρέπεται;

– Α, λέει, εδώ είναι το μυστικό. Εσείς δεν το ξέρετε. Φαντάζεσαι με τον νου σου, ότι πετάς μέχρι τους ουρανούς. Ότι βλέπεις αγγέλους να πετούν. Βλέπεις χρυσά παλάτια, φώτα, λάμψιν κλπ. Και τέλος βλέπεις τον Χριστόν ολόφωτον, να κάθεται σ’ ένα πύρινο θρόνο.

Συγκεντρώνουμε όλη μας την προσοχή σ’ αυτά που φανταζόμαστε .

– Βρε ,πλανεμένε, του λέω˙ εσύ μ’ αυτά θα χάσης και το μυαλό σου˙ έτσι προσεύχονται;

– Ε, στάσου να θαυμάσης, και τότε να κατηγοράς. Αφού βιάσουμε την φαντασία μας όσο μπορούμε, ωπ˙ βγαίνουμε απ’ αυτήν τη σφαίρα. Κατόπιν, αυτά όλα που φανταζόμασταν, τώρα τα βλέπουμε. Ξέρεις τί θα πη να βλέπης τον Χριστόν , τους αγγέλους, τους αγίους και πολλά άλλα θαυμαστά!

Του λέω:

– Θέλεις παιδί μου να με ακούσης; Παράτα τα όλα αυτά, για να μην χάσης και το μυαλό σου. Εμείς για να βρούμε τον Χριστό μέσα μας, κλείνομεν όλες τες πόρτες της φαντασίας. Με την φαντασίαν ανοίγεις όλες τις πόρτες του σατανά. Διαβάζεις Αγίαν Γραφήν; Πιστεύεις ότι έχει εξουσίαν να παρουσιαστή σαν άγγελος φωτός ή ακόμα και σαν αυτόν τον Χριστόν;

– Μα δεν πιστεύεις; Σας είπα˙ εμείς βλέπουμε τον Χριστό με τα μάτια. Όχι στον ύπνον. Ακόμα και τον Βούδα μια φορά είδα. Είναι μεγάλος, αλλά όχι σαν τον Χριστό.

Τον λυπήθηκα ˙ του λέω:

– Ρε παιδί μου, κρίμα˙ σε κοροϊδεύει ο σατανάς. Θα χάσης και την πίστι σου.

– Όχι, όχι , πάτερ δεν σε πιστεύω. Δεν συμφωνούμε.

Έφυγε και ακόμα μονολογούσε: «Όχι, δεν συμφωνώ. Ο Θεός δεν είναι μονοπώλιο στους καλογήρους», και άλλα. Ακούεις τέκνον πόσες πλάνες και πόσοι κίνδυνοι υπάρχουν;

Λοιπόν, αγαπητέ, λέγομεν ότι ο Χριστιανός όταν βαπτιστεί βάζει μέσα του την θείαν χάριν˙ βάζει μέσα του τον Χριστόν. όμως με την αμαρτίαν , τον διώχνει πάλιν έξω. Χριστός και αμαρτία πράματα αντίθετα.

Γι’ αυτό είναι αδύνατο να βρούμε μέσα μας τον Θεόν, όσον στέκει μπροστά σαν τοίχος η αμαρτία. Όμως, ευτυχώς, η Εκκλησία έχει το κατάλληλο φάρμακο, για να πέση αυτός ο τοίχος. Αυτό είναι μετάνοια και εξομολόγησις.

΄Ερχονται πολλοί και ενδιαφέρονται για νοεράν προσευχήν. Εμείς πρώτα λέγομεν: «Εξομολογήθηκες καμιάν φοράν; Κοινωνάς; Ζεις χριστιανικά;», κλπ. Αν πη ναι, τότε προχωρούμε. Αν όχι, μη χάνουμε λόγια άδικα.

Πρώτα, λοιπόν, τέκνον, βάζομεν αρχήν με την μετάνοιαν και την εξομολόγησιν. Κατόπιν ακολουθούμεν την συμβουλήν ενός κατάλληλου δασκάλου της νοεράς προσευχής.

Τώρα, για την ερώτησι, αν μπορούν οι κοσμικοί να λένε νοεράν προσευχήν, λέγομεν ότι: Μπορούν να λένε την ευχήν, ασχέτως πόσο θα προοδέψουν. Έχουμεν εξαιρέσεις κοσμικών , που προχώρησαν πιο πολύ από εμάς τους μοναχούς. Όμως αυτές είναι εξαιρέσεις.

Άλλωστε, αν ήταν εύκολο μέσα στον κόσμο, δεν ήταν ανάγκη να βγούμε στα μοναστήρια και στα βουνά. Στο ευαγγέλιο λέει ο Χριστός στην Μάρθαν: «Μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά».

Οι κοσμικοί είναι όπως η Μάρθα. Όσοι ζουν χριστιανικά, υπηρετούν τον Χριστόν, αλλά πιο πολύ στα υλικά. Ο γνήσιος μοναχός , είναι όπως η Μαρία, που κάθεται στα πόδια του. Απολαμβάνει την δόξαν του. Γίνεται φίλος με τον Χριστόν, όπως ο Λάζαρος, και σαν φίλος έχει και τα μέσα. Έχει θάρρος να ζητήση ό,τι θέλει.

Έχουμεν όμως και περιπτώσεις κοσμικών, που μοιάζουν πιο πολύ με την Μαρίαν, αλλά και μοναχούς που δεν μοιάζουν ούτε και της Μάρθας.

Εξομολογώ ανδρόγυνο από την Θεσσαλονίκη . Έχουν τέτοιαν ακρίβειαν που τους εθαύμασα. Το σπίτι τους μοιάζει σαν μοναστήρι. Η γυναίκα όλο στο σπίτι. Βγαίνει έξω, μόνο για ψώνια και ό,τι άλλο απαραίτητο. Έχουν τρία παιδιά. Μόλις φύγουν τα παιδιά στο σχολείο και ο άνδρας για δουλειά, κάθεται μια-δυό ώρες και λέγει ευχήν. Κατόπιν σηκώνεται. Αρχίζει δουλειές του σπιτιού και εν τω μεταξύ η ευχή, σαν μηχανή, δουλεύει ασταμάτητα ,πότε με το στόμα , πότε με τον νουν.

Ο άνδρας, μόλις γυρίσει από την δουλειάν ,αμέσως θ’ αλλάξη και θα πάη για προσευχή και μελέτη.

Αυτήν την τάξιν, εσυνήθισαν και τα παιδιά τους. Άκου τι έγραφε τις προάλλες η μάνα: «Τα παιδιά μας έμαθαν να λένε την ευχήν και στο σχολείο. Όταν γυρίζουν από το σχολείο, εγώ έχω τελειωμένες και τις δουλειές και το φαγητό. Κάθομαι ξανά στο προσευχητάρι.

Τα παιδιά με περιέργεια: «Τι κάνεις εκεί μαμά;». «Προσεύχομαι στον Χριστούλη για να μας φυλάει». «Μαμά, μπορούμε κι εμείς να προσευχόμαστε μαζί σου;». «Βεβαίως, παιδιά μου. Ο Χριστούλης σας αγαπά και θέλει να μιλάτε μαζί του». Έτσι λοιπόν, κάναμε συνήθεια και το μεσημέρι προσευχόμαστε όλοι μαζί δεκαπέντε-είκοσι λεπτά και ύστερα τρώμε.

Όταν το βράδυ γυρίσει και ο μπαμπάς, καθόμαστε όλοι μαζί. Άλλοτε διαβάζουμε μαζί βιβλία της εκκλησίας, άλλοτε τους διηγούμαι ιστορίες από κανένα βιβλίο που διάβασα.

Κάποτε μας τυχαίνει κανένας ξένος και μας χαλά λίγο την σειρά ˙ ωστόσο οι πιο πολλοί , μας έμαθαν και είτε έρχονται για ν’ ακούσουν καμιά ωφέλιμη κουβέντα, είτε πάνε σε άλλους φίλους τους, που ταιριάζουν στα φρονήματα.

– Ρε παιδί μου, κρίμα˙ σε κοροϊδεύει ο σατανάς. Θα χάσης και την πίστι σου.

– Όχι, όχι , πάτερ δεν σε πιστεύω. Δεν συμφωνούμε.

Έφυγε και ακόμα μονολογούσε: «Όχι, δεν συμφωνώ. Ο Θεός δεν είναι μονοπώλιο στους καλογήρους», και άλλα. Ακούεις τέκνον πόσες πλάνες και πόσοι κίνδυνοι υπάρχουν;

Λοιπόν, αγαπητέ, λέγομεν ότι ο Χριστιανός όταν βαπτιστεί βάζει μέσα του την θείαν χάριν˙ βάζει μέσα του τον Χριστόν. όμως με την αμαρτίαν , τον διώχνει πάλιν έξω. Χριστός και αμαρτία πράματα αντίθετα.

Γι’ αυτό είναι αδύνατο να βρούμε μέσα μας τον Θεόν, όσον στέκει μπροστά σαν τοίχος η αμαρτία. Όμως, ευτυχώς, η Εκκλησία έχει το κατάλληλο φάρμακο, για να πέση αυτός ο τοίχος. Αυτό είναι μετάνοια και εξομολόγησις.

΄Ερχονται πολλοί και ενδιαφέρονται για νοεράν προσευχήν. Εμείς πρώτα λέγομεν: «Εξομολογήθηκες καμιάν φοράν; Κοινωνάς; Ζεις χριστιανικά;», κλπ. Αν πη ναι, τότε προχωρούμε. Αν όχι, μη χάνουμε λόγια άδικα.

Πρώτα, λοιπόν, τέκνον, βάζομεν αρχήν με την μετάνοιαν και την εξομολόγησιν. Κατόπιν ακολουθούμεν την συμβουλήν ενός κατάλληλου δασκάλου της νοεράς προσευχής.

Τώρα, για την ερώτησι, αν μπορούν οι κοσμικοί να λένε νοεράν προσευχήν, λέγομεν ότι: Μπορούν να λένε την ευχήν, ασχέτως πόσο θα προοδέψουν. Έχουμεν εξαιρέσεις κοσμικών , που προχώρησαν πιο πολύ από εμάς τους μοναχούς. Όμως αυτές είναι εξαιρέσεις.

Άλλωστε, αν ήταν εύκολο μέσα στον κόσμο, δεν ήταν ανάγκη να βγούμε στα μοναστήρια και στα βουνά. Στο ευαγγέλιο λέει ο Χριστός στην Μάρθαν: «Μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά».

Οι κοσμικοί είναι όπως η Μάρθα. Όσοι ζουν χριστιανικά, υπηρετούν τον Χριστόν, αλλά πιο πολύ στα υλικά. Ο γνήσιος μοναχός , είναι όπως η Μαρία, που κάθεται στα πόδια του. Απολαμβάνει την δόξαν του. Γίνεται φίλος με τον Χριστόν, όπως ο Λάζαρος, και σαν φίλος έχει και τα μέσα. Έχει θάρρος να ζητήση ό,τι θέλει.

Έχουμεν όμως και περιπτώσεις κοσμικών, που μοιάζουν πιο πολύ με την Μαρίαν, αλλά και μοναχούς που δεν μοιάζουν ούτε και της Μάρθας.

Εξομολογώ ανδρόγυνο από την Θεσσαλονίκη . Έχουν τέτοιαν ακρίβειαν που τους εθαύμασα. Το σπίτι τους μοιάζει σαν μοναστήρι. Η γυναίκα όλο στο σπίτι. Βγαίνει έξω, μόνο για ψώνια και ό,τι άλλο απαραίτητο. Έχουν τρία παιδιά. Μόλις φύγουν τα παιδιά στο σχολείο και ο άνδρας για δουλειά, κάθεται μια-δυό ώρες και λέγει ευχήν. Κατόπιν σηκώνεται. Αρχίζει δουλειές του σπιτιού και εν τω μεταξύ η ευχή, σαν μηχανή, δουλεύει ασταμάτητα ,πότε με το στόμα , πότε με τον νουν.

Ο άνδρας, μόλις γυρίσει από την δουλειάν ,αμέσως θ’ αλλάξη και θα πάη για προσευχή και μελέτη.

Αυτήν την τάξιν, εσυνήθισαν και τα παιδιά τους. Άκου τι έγραφε τις προάλλες η μάνα: «Τα παιδιά μας έμαθαν να λένε την ευχήν και στο σχολείο. Όταν γυρίζουν από το σχολείο, εγώ έχω τελειωμένες και τις δουλειές και το φαγητό. Κάθομαι ξανά στο προσευχητάρι.

Τα παιδιά με περιέργεια: «Τι κάνεις εκεί μαμά;». «Προσεύχομαι στον Χριστούλη για να μας φυλάει». «Μαμά, μπορούμε κι εμείς να προσευχόμαστε μαζί σου;». «Βεβαίως, παιδιά μου. Ο Χριστούλης σας αγαπά και θέλει να μιλάτε μαζί του». Έτσι λοιπόν, κάναμε συνήθεια και το μεσημέρι προσευχόμαστε όλοι μαζί δεκαπέντε-είκοσι λεπτά και ύστερα τρώμε.

Όταν το βράδυ γυρίσει και ο μπαμπάς, καθόμαστε όλοι μαζί. Άλλοτε διαβάζουμε μαζί βιβλία της εκκλησίας, άλλοτε τους διηγούμαι ιστορίες από κανένα βιβλίο που διάβασα.

Κάποτε μας τυχαίνει κανένας ξένος και μας χαλά λίγο την σειρά ˙ ωστόσο οι πιο πολλοί , μας έμαθαν και είτε έρχονται για ν’ ακούσουν καμιά ωφέλιμη κουβέντα, είτε πάνε σε άλλους φίλους τους, που ταιριάζουν στα φρονήματα.

Από το βιβλίο: «Ιωσήφ Μ.Δ.
ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
Ο απλοϊκός ηγούμενος και διδάσκαλος
της νοεράς προσευχής»
Δ΄ΕΚΔΟΣΙΣ

orthodoxia.online

You cannot copy content of this page