ΑΠΟΨΕΙΣ

Το πνευματικό έργο ενός κληρικού πάντα συναντά δυσκολίες

Το πνευματικό έργο ενός κληρικού πάντα συναντά δυσκολίες
Τὸ πνευματικὸ ἔργο ἑνὸς κληρικοῦ πάντα συναντᾶ δυσκολίες, ὅταν ἀπευθύνεται σὲ γνωστοὺς καὶ οἰκείους

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση

Τὸ πνευματικὸ ἔργο ἑνὸς κληρικοῦ πάντα συναντᾶ δυσκολίες, ὅταν ἀπευθύνεται σὲ γνωστοὺς καὶ οἰκείους, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχονται εὔκολα τὸ λόγο του οὔτε καὶ ἀναγνωρίζουν τὴν ἀξία τῶν πράξεών του.

Τὸν θεωροῦν σὰν τὸν ἑαυτό τους, μὲ τὶς ἴδιες ἀδυναμίες ποὺ ἔχουν κι ἐκεῖνοι. Ἀρνοῦνται ἐπίσης τὶς ἠθικὲς παραινέσεις του γιὰ ἀλλαγὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ τρόπου ζωῆς, ἀφοῦ κι ἐκεῖνος ἔχει ὅμοια ζωή μὲ αὐτούς. Θεωροῦν ἀπίθανο νὰ ἔχει ἀλλάξει ζωή καὶ τὸν βλέπουν ὡς ὑποκριτὴ καὶ ἐπαγγελματία. Ἔτσι ὁ κληρικὸς στὸν τόπο του γρήγορα ἀπογοητεύεται, ἰδίως ὅταν εἶναι νέος καὶ ἄπειρος, γι’ αὐτὸ καὶ θέλει νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ ἐκεῖ. Νιώθει ἄβολα καὶ ἂν ἔχει ἱερὸ ζῆλο, θέλει νὰ πάει κάπου ἀλλοῦ, ὅπου δὲν θὰ εἶναι γνωστὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔχουν ἄλλη στάση ἀπέναντί του. Θὰ εἶναι καλοπροαίρετοι καὶ ἀπροκατάληπτοι καὶ θὰ χαίρονται ἀπὸ τὸ λόγο του καὶ τὶς ποιμαντικές του πρωτοβουλίες.

Οἱ παλιοὶ Μητροπολίτες γνώριζαν τὴν πραγματικότητα αὐτὴ καὶ ὅταν χειροτονοῦσαν κάποιον δὲν τὸν τοποθετοῦσαν στὸ χωριό του, γιατί γρήγορα θὰ δέχονταν τὶς ἀντιδράσεις τῶν ἐνοριτῶν του καὶ τὰ ἐπεισόδια θὰ ἦταν ἀδιάκοπα. Στὶς μέρες μας αὐτὸ δὲν τὸ λαμβάνουν ὑπόψη τους οἱ Μητροπολίτες, γι’ αὐτὸ καὶ παρατηροῦμε δυσάρεστες καταστάσεις.

Ὁ Κύριός μας τόνιζε τὴν ἀλήθεια αὐτή, ἔχοντας ἐμπειρία ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τῶν κατοίκων τῆς Ναζαρέτ, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἀνδρώθηκε. Καὶ οἱ τέσσερις εὐαγγελιστὲς μᾶς διασῴζουν τὰ λόγια του μὲ μικρὲς διαφορές, ποὺ δὲν ἀλλάζουν τὸ νόημά τους. Ὁ Ματθαῖος σημειώνει: «Οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ» (ιγ΄ 57). Δηλαδή, πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν περιφρονεῖται ἕνας προφήτης περισσότρο παρὰ στὴν πατρίδα του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ του. Ὁ Μᾶρκος ἐπίσης ἀναφέρει: «Οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς συγγενέσι καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ» (στ΄ 4). Δηλαδή, πουθενὰ δὲν ἀρνοῦνται νὰ τιμήσουν ἕνα προφήτη παρὰ μόνο στὴν πατρίδα του καὶ στὸν κύκλο τῶν συγγενῶν καὶ ἐκείνων ποὺ μένουν στὸ σπίτι του. Ὁ Λουκᾶς γράφει: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς προφήτης δεκτὸς ἐστιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ» (δ΄ 24). Κανένα, δηλαδή, προφήτη δὲν τὸν ὑποδέχονται μὲ τὴν πρέπουσα τιμὴ στὴν πατρίδα του. Καὶ ὁ Ἰωάννης ἀναφέρει: «Ὁ Ἰησοῦς ἐμαρτύρησεν ὅτι προφήτης ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι τιμὴν οὐκ ἔχει» (δ΄ 44). Δηλαδή, ὁ Χριστὸς ἔλεγε ὅτι κάθε προφήτης δὲν τιμᾶται στὴν πατρίδα του μὲ τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ ἀξίζει.

Ἡ ἀρνητικὴ αὐτὴ στάση τῶν ἀνθρώπων ἔκανε τὸν Χριστὸ διστακτικὸ νὰ κάνει θαύματα στὴ Ναζαρέτ. Οἱ κάτοικοί της εἶχαν δυσπιστία, φθόνο καὶ ὑποψία γιὰ τὸ πρόσωπό του καὶ θὰ ἦταν μάταιος κόπος νὰ τοὺς διδάξει καὶ νὰ θαυματουργήσει ἐκεῖ, ἀφοῦ ὅλα θὰ τὰ ἐξηγοῦσαν μὲ τρόπο ἀπαράδεκτο καὶ διαστρεβλωτικό.

Τὶς περισσότερς φορὲς οἱ γνωστοὶ καὶ συμπατριῶτες ἑνὸς κληρικοῦ ἀνατρέχουν στὸ παρελθόν του καὶ μένουν στὶς ἐντυπώσεις ποὺ εἶχαν γι’ αὐτὸν, ὅταν ἦταν νέος καὶ λαϊκός, ξεχνώντας ὅμως ὅτι ἡ μετάνοια μεταβάλλει τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀπὸ ἁμαρτωλό τὸν κάνει ἐνάρετο.