ΑΠΟΨΕΙΣ

Μητροπολίτης Ζιμπάμπουε Σεραφείμ: Δ’ Οικουμενική Σύνοδος και το Αυτοκέφαλο

Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος – Μητροπολίτης Ζιμπάμπουε Σεραφείμ
Μητροπολίτης Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτης Δ’ Οικουμενική Σύνοδος και το Αυτοκέφαλο- Συμβολή για Ειρήνη στην Ουκρανία και στο κόσμο

Μητροπολίτης Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτης
Δ’ Οικουμενική Σύνοδος και το Αυτοκέφαλο- Συμβολή για Ειρήνη στην Ουκρανία και στο κόσμο

Η Εκκλησία μας αυτή τη Κυριακή τιμά την μνήμη των αγίων 630 Θεοφόρων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου που πραγματοποιήθηκε το 451 στην Χαλκηδόνα της Βιθυνίας.

Ως γνωστόν, Οικουμενική Σύνοδος είναι η ονομασία του ανώτατου συνοδικού οργάνου της Εκκλησίας, που εκφράζει με σαφήνεια όλα τα θέματα που αναφέρονται σε ζητήματα πίστεως και κανονικής τάξεως, μεταξύ άλλων, και το Αυτοκέφαλο. Με Οικουμενική Σύνοδο δόθηκε το Αυτοκέφαλο και στα Παλαίφατα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Ρώμης, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Κύπρου και Κωνσταντινουπόλεως. Ως γνωστό το Οικουμενικό Πατριαρχείο πήρε το Αυτοκέφαλο του τον 5ον αιώνα μ.Χ. με απόφαση των Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου που τιμούμε σήμερα. (Η Δ΄ Χριστιανική Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας στα 451 απέδωσε ίσα πρεσβεία στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης με τον Πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης).

Όταν μετά από περισσότερα από χίλια χρόνια, το 1961 έγινε η πρώτη Πανορθόδοξη Συνέλευση στη Ρόδο το πρώτο θέμα που αποφάσισαν να εξετάσουν από κοινού οι Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες με πρόταση του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, ήταν το θέμα του Αυτοκεφάλου και του τρόπου της ανακηρύξεως αυτού. Την απόφαση αυτή την επικύρωσε αργότερα το 1971 και το 1976 η Προσυνοδική Προπαρασκευαστική Διορθόδοξη Διάσκεψη για την ετοιμασία των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Δυστυχώς οι Προκαθήμενοι αυθαίρετα,χωρίς σεβασμό «της γνώμης των πλειόνων» όπως ορίζει με σαφήνεια κανόνας Οικουμενικής Συνόδου, την τελευταία στιγμή στη Γενεύη, αποφάσισαν να μη εξετάσουν το θέμα του Αυτοκεφάλου και του τρόπου Ανακηρύξεως του, που εν προσευχή εν Πνεύματι Αγίω αποφάσισαν ως πρώτο Θέμα της Μέλλουσας Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ομόφωνα οι εκπρόσωποι όλων των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών στην Α’ Πανορθόδοξο Διάσκεψη της Ρόδου το 1961 και που αργότερα σεβόμενες όλες οι Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες την ομόφωνη απόφαση αυτή, τόσο το 1971, όσο και το 1976, στη Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Διάσκεψη για την ετοιμασία των θεμάτων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, αποφάσισαν από κοινού, την εξέταση του θέματος αυτού.

Για λόγους ιστορικούς πρέπει να τονίσω, ότι στη αντικανονική απόφαση των Προκαθημένων τη τελευταία στιγμή, να μη γίνει σεβαστή η απόφαση των Πλειόνων για να εξεταστεί το Θέμα του Αυτοκεφάλου και του τρόπου ανακηρύξεως αυτού, αποκλείσθησαν Αρχειρείς που συμμετείχαν εκ μέρους των Τοπικών Εκκλησιών στη Διορθόδοξη Επιτροπή για την προετοιμασία των θεμάτων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, όπως έγινε για παράδειγμα με το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας που αποκλείστηκε ο επί σειρά επίσημος εκπρόσωπος μας Σεβ. Μητροπολίτης Καλής Ελπίδος κ. Σέργιος και οι συνοδοί του Σεβ. Μητροπολίτης Καμπάλας Ιερώνυμος και ο γνωστός Ακαδημαϊκός Καθηγητής Σύμβουλος της Αντιπροσωπείας μας Πανοσιολ. Αρχιμ. π. Νικόλαος Ιωαννίδης. Το ίδιο έγινε και με άλλες αντιπροσωπείες που μπορούσε να επέμβει αυθαίρετα με «διάφορους βυζαντινούς μηχανισμούς» το Φανάρι, όπως δυστυχώς συνεχίζει να κάνει σήμερα εκεί που του επιτρέπουν, διχάζοντας την εσωτερική ενότητα Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Τη μεγαλύτερη ζημιά όμως την υφίσταται το Φανάρι με τη συνεχή απομόνωση του, ρισκάροντας το ίδιο την συνεχή απώλεια της οικουμενικής του διακονίας. Δέκα εκ των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών συνεχίζουν να επιμένουν για λύση του Εκκλησιαστικού Προβλήματος του Αυτοκεφάλου της Ουκρανίας με την άμεση Σύναξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Αρχιερείς και εκ των τριών Εκκλησιών που μετά από πολιτική πίεση δέχθησαν να αναγνωρίσουν τις πρωτοβουλίες του Φαναρίου, χωρίς να γίνει σεβαστή η απόφαση των προηγούμενων Διορθοδόξων αποφάσεων, επιμένουν επίσης στην αναγκαιότητα εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για να δώσει εν Πνεύματι Αγίω κανονική λύση για να ειρηνεύσουμε παντού με την αποκατάσταση της ορατής ενότητας των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Όταν μια τοπική Εκκλησία προσπαθεί αντικανονικά να λειτουργήσει ως Οικουμενική Σύνοδος, τότε δημιουργούνται προβλήματα στην ορατή ενότητα της Εκκλησίας με την έσωθεν δημιουργία σχισμάτων και άλλων προβλημάτων που οδηγούν ακόμη και σε εμπόλεμες καταστάσεις, όπως συμβαίνει σήμερα με το θέμα της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Να προσευχόμαστε λοιπόν για Σύναξη Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για να συμβάλει με τις προσευχές όλων μας εν Πνεύματι Αγίω στην ενότητα των Ορθοδόξων της Ουκρανίας και ταυτόχρονα να γίνει έκκληση για την άμεση κατάπαυση του πυρός και της επιλογής του ειρηνικού διαλόγου με την συμμετοχή όλων των εμπόλεμων χωρών να εργασθούν από κοινού για την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου.

Προσωπικά, πιστεύω, ότι όπως της εισβολής προηγήθηκε ο διχασμός τοπικών εκκλησιών και των ηγετών τους, το ίδιο με την συμφιλίωση και την ορατή ενότητα αυτών των τοπικών Εκκλησιών (Φαναρίου και Μόσχας), θα φθάσουμε με τη βοήθεια του Θεού και στην κατάπαυση του πυρός και του άμεσου ειρηνικού διαλόγου για την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου.

Η μεταξύ τους ρήξη (Φαναρίου και Μόσχας) δημιούργησε και δημιουργεί προβλήματα ενότητας σ’ όλες τις τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες και μάλιστα σ’ αυτές που στηρίζουν τη μια εξ αυτών. Ο Χριστός πρέπει να μας ενώνει και να μας οδηγεί να ζούμε ειρηνικά. Εκεί που υπάρχουν διχασμοί και πόλεμοι, απουσιάζει ο Ιησούς Χριστός, ή μάλλον, επειδή ο Ιησούς Χριστός διά του Αγίου Πνεύματος είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, θα ήταν καλύτερα να λέγαμε, ότι εκεί που υπάρχει διχασμός και πόλεμος και ακαταστασία και αδικίες και ανθρώπινες τραγωδίες, οι άνθρωποι απομακρύνονται από τον Ιησού.

Όπως συμβαίνει σήμερα με τα προβλήματα της Κλιματικής αλλαγής, με τη καταστροφή του Περιβάλλοντος, με τα προβλήματα της φτώχειας και των τοπικών συρράξεων, πρέπει να τα δούμε ως αποτέλεσμα της ανταρσίας μας από το Θεό, από την ανυπακοή μας να ακολουθούμε το άγιο Θέλημα του Θεού να προστατεύουμε ο ένας τον άλλον και την όλη Δημιουργία του ως δώρο Θεού για όλες τις γενεές, και μάλιστα γι’ αυτές που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί. Τελικά, εκεί που υπάρχει το κακό, είναι εκεί που δίνουμε προτεραιότητα στο δικό μας εγωϊστικό θέλημα, περιλαμβανομένων και των χριστιανών που δεν κάνουμε αυτό που προσευχόμαστε καθημερινά:”Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς…..γεννηθήτω το Θέλημα σου,….».

Η ονομασία της ως Οικουμενική Σύνοδος, όπως είναι η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνος, αναφέρεται στην οικουμενική εκπροσώπηση του φρονήματος της Εκκλησίας από το σώμα των επισκόπων και στην οικουμενική αναφορά των αποφάσεων της για κάθε τοπική Εκκλησία.

Η Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνος του 451 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες Οικουμενικές Συνόδους, τόσο για το μεγάλο αριθμό των επισκόπων που συμμετείχαν σ’ αυτήν, όσο και για τη σημασία των αποφάσεων της.

Οι 630 Θεοφόροι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου κατεδίκασαν την αιρετική διδασκαλία του αρχιμανδρίτου Ευτύχιου και διατύπωσαν το Χριστολογικό δόγμα για την ένωση της θείας και ανθρωπίνης φύσης στο πρόσωπο του Χριστού.

Οι άγιοι 630 Θεοφόροι Πατέρες τόνισαν με σαφήνεια ότι γνωρίζουν και ομολογούν «ένα και τον αυτόν Χριστόν Υιόν, Κύριον μονογενή, εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως». Η διαφύλαξη της Ορθόδοξης Χριστολογίας προστάτευε κι εξασφάλιζε την διαφύλαξη της Ορθόδοξης Σωτηριολογίας. Οι Πατέρες, δηλαδή, της Εκκλησίας μας με την εν Χριστώ θεολογία τους προστατεύουν την σωτηρία των ανθρώπων.

Κατέστησαν, δηλαδή, οι Πατέρες της Εκκλησίας οι ακριβείς φύλακες των αποστολικών παραδόσεων.

Σύμφωνα με τη σημερινή υμνολογίαν της Εκκλησίας μας οι άγιοι 630 Θεοφόροι Πατέρες που συμμετείχαν στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος κατέστησαν θεοφόροι οπλίται της παρατάξεως του Κυρίου, πολύφωτοι αστέρες του νοητού στερεώματος, τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου, τα πάνχρυσα στόματα του Λόγου, το καύχημα της Εκκλησίας, το αγλάισμα της Οικουμένης.

΄Ετσι η Εκκλησία μας έζησε και ζει με τους Πατέρες και Διδασκάλους, οι οποίοι δημιουργήθησαν κι έδρασαν στους κόλπους της με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος.

Η Εκκλησία μας τιμά ως Πατέρες και διδασκάλους της τους κληρικούς εκείνους που διακρίνονται διά τα δύο λειτουργήματα τους, το λειτούργημα του ποιμένα, που αναγεννά και κατευθύνει πνευματικά τους πιστούς, που συνδέει τους πιστούς με τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν, τον Σωτήρα μας, διά του Αγίου Πνεύματος, που κηρύττει το Ευαγγέλιον, και τελεί τα μυστήρια της Εκκλησίας. Ταυτόχρονα το ίδιον πρόσωπο του κληρικού έχει και το λειτούργημα του διδασκάλου της πίστεως της Εκκλησίας, έχει δηλαδή το ειδικό χάρισμα και το ειδικό προνόμιο και την ειδική ευθύνη να διδάσκει και να ερμηνεύει στους πιστούς την αλήθεια του Θεού, καθώς επίσης και για ν’ αντιμετωπίζει κατ’ εξοχήν τα μεγάλα θεολογικά και ποιμαντικά προβλήματα και τις ισχυρές θεολογικές κρίσεις στην Εκκλησία. Μεγάλος και σημαντικός επίσης είναι ο ρόλος των λαϊκών Θεολόγων και Κατηχητών στο χώρο της ενορίας και της Θεολογικής εκπαίδευσης σε όλους τους τομείς του Εκπαιδευτικού μας Προγράμματος.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως οι σημερινοί 630 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου που τιμά η Εκκλησία μας, είναι οι διαπρέψαντες άγιοι της Εκκλησίας που έγιναν φωστήρες εν κόσμω, που τα θεοπαράδοτα συγγράμματα και διδασκαλία τους καλούνται οι πιστοί να φυλάσσουν και να υιοθετούν στη ζωή τους.

Η Εκκλησία δέχθηκε την παρουσία των Πατέρων στους κόλπους της κι έζησε με τη διδαχή και το φρόνημα τους, το οποίο θεώρησε πάντοτε γνήσιο και Ορθόδοξο.

Στην συνείδηση της Εκκλησίας οι ΄Αγιοι Πατέρες κατέστησαν η συνέχεια και η προέκταση των Αποστόλων. Οι δώδεκα Απόστολοι παρέδωσαν την προσωπική τους διακονία, που ήταν το έργον της διαποίμανσης και της διδασκαλίας στους

Πατέρες. Το ΄Αγιο Πνεύμα που φώτιζε τους Αγίους Αποστόλους, φωτίζει και του αγίους Πατέρες ΄Ετσι η διδασκαλία των αγίων Θεοφόρων Πατέρων ορθότατα ταυτίζεται με τη παράδοση της

Εκκλησίας, με τη πίστη και το φρόνημα της, με ό,τι δηλαδή έχει λάβει από το Θεό και το διαφυλάσσει αναλλοίωτο, αμετάβλητο και ανόθευτο, όπως διαφυλάσσει και την Αγία Γραφή.

΄Ετσι η Αγία Γραφή και η Παράδοση της Εκκλησίας, αποτελούν την ενιαίαν πορεία της θεολογίας, την έκφραση της θείας αληθείας, η οποία σώζει τον άνθρωπον μέσα στον χώρον της Εκκλησίας.

΄Ετσι η διδασκαλία κι η θεολογική προσφορά των αγίων Πατέρων αποτελεί την Παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία αρχίζει με το λυτρωτικό έργο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και των Αποστόλων.

Οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες κατέστησαν στην πορεία της Εκκλησίας πρόσωπα τα οποία έζησαν κατ’ εξοχήν κι εξέφρασαν θαυμαστά τη θεία πραγματικότητα. Η σκέψη τους και το έργο τους ταυτίζεται με την αγωνιώδη και λυτρωτική πορεία της ίδιας της Εκκλησίας.

Ούτε τους Πατέρες κατανοούμε έξω από την Εκκλησία, ούτε την Εκκλησία χωρίς Πατέρες. Οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας κατέστησαν οι άριστοι θεολόγοι που δέχθησαν περισσότερον από τους σύγχρονους τους το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος μετά από νήψη και προσευχή, επίμονη άσκηση και αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον.

Το ΄Αγιο Πνεύμα φωτίζει και τους καθιστά ικανούς να βλέπουν, να έχουν θεία θεοπτία μόνον εκείνους που αγωνίζονται και αγωνιούν για τη φανέρωση της αληθείας χάριν της σωτηρίας. ΄Ετσι οι άγιοι Θεοφόροι Πατέρες ως σκεύη εκλογής και δημιουργήματα του Αγίου Πνεύματος έχουν καταστεί οι οδηγοί μας διά την σωτηρίαν μας και την λύσιν των οποιωνδήποτε προβλημάτων μας περιβάλλουν.

΄Ολοι οι πιστοί οφείλουμε να τους εμπιστευθούμε με τη διαρκή μαθητεία μας κοντά τους. Κατά τον ΄Αγιον Ιωάννη τον Δαμασκηνό «διά πνεύματος αγίου ο τε Νόμος και οι προφήται, Ευαγγελισταί και Απόστολοι και ποιμένες ελάλησαν και οι Διδάσκαλοι».

΄Ετσι με το έργον τους οι άγιοι Θεοφόροι Πατέρες, με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, μπόρεσαν κι αντιμετώπισαν αποτελεσματικά και νικηφόρα τις έντονες θεολογικές κρίσεις της εποχής τους. ΄Ετσι με τη σπουδή των Πατέρων μπορούμε να γευθούμε το πνευμ

ατικό τους κλίμα. Να ακούσουμε τους κτύπους της καρδιάς τους. Να ζήσουμε κάτι από τις θείες εμπειρίες, τις θεωρίες, τις λύπες, τις απογοητεύσεις, τις πνευματικές εξάρσεις, τις αρπαγές από την εγκοσμιότητα, τις θείες αρπαγές σε τρίτους ουρανούς. Να παρακολουθήσουμε την απόλυτη πιστότητά τους στην Ιερά Παράδοση. Να μάθουμε πόσο βαθιά εμπιστοσύνη είχαν στο ΄Αγιο Πνεύμα.

΄Ετσι ο πιστός μαθαίνοντας και ζώντας τη διδασκαλία των πατέρων της Εκκλησίας μας δεν δίνει απλώς τη δυνατότητα στον εαυτό του να παρακολουθήσει την πνευματική ιστορία του ανθρώπου, αλλά με προσευχή και ταπείνωση και συνεχή προσπάθεια να ζει σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, αναζητά να εισέλθει στη διαδικασία της γεννήσεως της διδασκαλίας της Εκκλησίας, να γευθεί τη θεία εμπειρία των Πατέρων. ΄Ετσι ο πιστός μπορεί να καταστεί ο σύγχρονος άξιος θεολόγος ο οποίος μαθαίνοντας μ’ ένα βιωματικό τρόπο την ιερή διδασκαλία της γνήσιας ορθόδοξης θεολογίας μπορεί να την ασκήσει με τη Χάρη του Θεού για την αντιμετώπιση των συγχρόνων του προβλημάτων.

Αυτό άλλωστε είναι και το βαθύτερο νόημα του Ευαγγελικού Λόγου που ακούσαμε σήμερα: «ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων όπως ίδωσιν τα καλά έργα υμών και δοξάσωσιν το Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς»

Αυτό έπραξεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός με τη ζωή Του και το όλο απολυτρωτικόν Του έργον διά την σωτηρία μας.

Αυτό έπραξαν οι ΄Αγιοι Απόστολοι οι οποίοι «πορευθέντες πάντα τα έθνη» εβάπτισαν τους ανθρώπους εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος διδάσκοντας αυτούς όσα ο ίδιος τους εδίδαξεν. Αυτό έπραξαν κι οι άγιοι Θεοφόροι 630 Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος. Αυτό έπραξαν οι ΄Αγιοι της Εκκλησίας μας. Αυτό καλούνται να πράττουν οι σύγχρονοι Ιεραπόστολοι της Εκκλησίας μας.

(***οι παραπάνω θέσεις για το θέμα του Αυτοκεφάλου είναι προσωπικές, τις θέσεις του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας τις εκφράζει ο Αλεξανδρινός Προκαθήμενος κ.κ. Θεόδωρος Β’ εν Συνόδω)

orthodoxia.online→