Μετανεωτερική εποχή και Πατερική παράδοση
ΑΠΟΨΕΙΣ

Μετανεωτερική εποχή και Πατερική παράδοση

*Γεώργιος Ιωάννου Καραλής : Σύμφωνα με την δυτική παράδοση η προσπάθεια του ανθρώπου για την καλυτέρευση της φύσεώς του υπήρξε συνεχής στην διάκεια της ανθρωπίνης ιστορίας.

Σύμφωνα με την δυτική παράδοση η προσπάθεια του ανθρώπου για την καλυτέρευση της φύσεώς του υπήρξε συνεχής στην διάκεια της ανθρωπίνης ιστορίας.

Αυτή η προσπάθεια έκανε τον άνθρωπο ικανό να επεξεργασθεί χρήσιμα εργαλεία για να επιλύσει τα προβλήματα τα οποία, στα διάφορα στάδια της ζωής του, πήγαζαν από την δυσκολία των εμποδίων του περιβάλλοντος που θα έπρεπε να ξεπερασθούν. Αλλά η νοητική ανομοιογένεια του ανθρωπίνου είδους ήταν αυτή που πάντοτε χαρακτήριζε , πολλές φορές δια αντιθέσεων και συγκρούσεων,  τους σκοπούς προς τους οποίους θα έπρεπε να προσανατολισθεί η χρησιμοποίηση των εργαλείων που εδίδοντο από την παραγωγική ικανότητα.  Αυτό το φαινόμενο οδήγησε στην δημιουργία μιας ιστορικής πορείας με διαφορετικές κοινωνικές πολιτικές και μορφωτικές πτυχές.  Ο Don Giuseppe Zeppegno[1]  αναλύει  όλη αυτήν την διαδικασία της πορείας του ανθρώπου πολύ συνοπτικά μέχρι βέβαια την κουλτούρα που αναπτύχθηκε στην σύγχρονη εποχή η οποία προσπαθεί να ξεπεράσει το παραδοσιακό ανθρωπολογικό πρότυπο για να ανοίξει τα σύνορα, ελευθερώνοντας κατ᾽αυτόν τον τρόπον τον άνθρωπο από τα περιοριστικά εμπόδια που φαινομενικά είναι κλεισμένος οδηγώντας σε μία φύση που μπορεί να ξεπερασθεί[2] από την ανάπτυξη, την εξέλιξη και την επιστήμη.

Ο συγγραφεύς πρωταρχικά μας αναφέρει ότι αρχικά η ελληνική κουλτούρα ήταν σημαντική για τον χριστιανισμό, για την επεξεργασία του δόγματος και την καταπολέμηση των αιρέσων. Κατ᾽αυτόν η έννοια ενός υπεβατικού Θεού ήταν πάντοτε παρούσα στην ελληνική σκέψη , ειδικά στην περίοδο  της νεωπλατωνικής σχολής του Αμμωνίου Σακά που είχε στον Πλωτίνο  τον κύριό της  εκπρόσωπο. Στην ελληνική σκέψη, μας αναφέρει ο Don Giuseppe,  ο χριστιανισμός φέρνει την δική του θεώρηση που ισχυρίζεται ότι : πρώτον η πλήρης γνώση είναι αυτή της αποκαλύψεως του Θεού  και δεύτερον ότι υπάρχει μία και μόνη  αποκλειστική σωτηρία δια της ενσαρκώσεως του Θεού.

Στην μετέπειτα πορεία η δημιουργία και εξέλιξη διαφορετικών εθνικών κρατών τα οποία εσυγκρούοντο μεταξύ των, εισήγαγε την δημιουργία μιας πορείας “εκκοσμίκευσης”. Αυτή η εκκοσμίκευση αποτελείτο κυρίως από έναν συγκρητισμό για να ελαττωθούν οι συγκρούσεις των εθνικών αστικών κρατών τα οποία είχαν και διαφορετικά δόγματα και αξίες. Στην συνέχεια στις ΗΠΑ ο πολιτισμικός μοντερνισμός που εισήλθε δια της αναπτύξεως της εργασίας και της βιομηχανικής παραγωγής εισήγαγε την αρχή να καθιστούν μέτοχοι στην διαχείρηση της εξουσίας και οι εργάτες της παραγωγής  καθώς και τά εργατικά κινήματα. Και εδώ γεννιουνται τα πρότυπα των αλυσιδών παραγωγής. Είναι πια η περίοδος, ισχυρίζεται ο Don Giuseppe, του “μοντερνισμού». Μοντερνισμός είναι η θέληση δημιουργίας συστημάτων θεωρειών, εμηνειών ολοκληρωτικών, όπως για παράδειγμα το σύστημα που βασίζεται αποκλειστικά  σε μία διανοητική διαδικασία, στην αξία της επιστήμης ως του μόνου θετικού παράγοντος, στην επέμβαση της τεχνολογίας και στην ιστορική πρόοδο της σκέψης.

Κατά τον Don Giuseppe η μείωση της εργασίας που χαρακτήρισε την δεκαετία του 70 η εμφάνιση στην βιομηχανία των ιαπωνικών προτύπων, το γκρέμισμα του τείχους του Βερολίνου, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, όλα αυτά ισχυρίζεται ο συγγραφέας βοηθούν εις το να αλλάξει ολοτελώς το κοινωνικό, οικονομικό το εργασιακό πανόραμα με καθαρά πτώση των κοινωνικών ασφαλειών. Αλλάζει ο τρόπος ζωής ο τρόπος σκέψης. Όλο αυτό το νέο που ακολουθεί την περίοδο του  προηγουμένου μοντερνισμού ονομάζεται μετανεωτερικό. Ο ορισμός μας αναφέρει ο Don Giuseppe δεν έχει την σημασία του μετά χρονικώς αλλά δηλώνει πρωτίστως το μετα θεματικό το οποίο αντιστρατεύεται τις αρχές του “μοντερνισμού», ενός συστήματος το οποίον πιστεύει στον ορθολογισμό. «Ο άνθρωπος», μεταφράζω από το βιβλίο του Don Giuseppe [3] “με το “μοντερνισμό” έγινε υποκείμενο αυτόνομο, κύριος της αλήθειας, δημιουργητής της προόδου και της μοίρας… Ο μετανεωτερισμός με τον νικιλισμό που έφερνε το οδήγησε να δώσει μεγάλη αξία στην αισθητική διάσταση και στην ανεκτικότητα του πλουραλισμού.” Στην πραγματικότητα ισχυρίζεται ο Don Giuseppe στην απόλυτη αντικειμενικότητα αντιπαρατίθεται κάθε επιμέρους  πραγματικότητα, φαινομενική ή ψεύτικη, που διευκρινίζεται από την αντίληψη και εντύπωση. Και αυτή η νέα κουλτούρα αποτυπώνεται σε κάθε πτυχή της κοινωνικής πολιτικής και θρησκευτικής ζωής. “είναι η υπερβολή του περσοναλισμού”[4] “κάθε εμπειρία έχει αισθητικό χαρακτήρα  προσωπικό που έχει την απόλυτη ετερότητα από κάθε άλλη εμπειρία»[5]. Επομένως η πίστη δεν είναι τίποτε άλλο “ από  εντύπωση μιας ερμηνείας”[6] Και βέβαια μέσα στον πλουραλισμό των απόψεων γεννιέται ο σπόρος του «σχετικισμού»: “ένας κανόνας  αξίζει όσο και ο έτερος», «κάθε εμπειρία θα πρέπει να την ανέχονται όλοι”. Όλος αυτός ο τρόπος σκέψεως αναγνωρίζεται σε κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά. Δημιουργείται δηλαδή ένας “είδος σκέψης» (forma mentis) που αρνείται και ειρωνεύεται τους διαφορετικούς ρόλους, τις ειδικότητες, τις αξίες. “Ο ένας αξίζει όσο ένας». Και όλο αυτό το σύστημα μετατοπἰζεται επικίνδυνα προς τα κάτω και γινόμαστε μία κοινωνία που αρνείται τον σεβασμό των ρόλων, τις ιεραρχίες, την υπευθυνότητα. Η μορφωτική αντίδραση του μετανεωτερισμού εγκλείει όλες τις αξίες της ανθρωπίνης ύπαρξης και βέβαια την ηθική και επειδή στηρίζεται μόνο στην προσωπική ηθική, δεν μπορεί ποτέ να ανεχθεί βιοηθικά πρότυπα αντικειμενικά αποδεχτά από όλους.

Το χάσιμο κάθε αξίας έχει σαν αποτέλεσμα την τεχνοεπιστημονική πρόοδο και  την μεταφορά μεγάλων μαζών στα μεγάλα αστικά κέντρα τα οποία θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν σαν φθηνά εργατικά χέρια.

Αρχίζει να εμφανίζεται στο ορίζοντα μία νέα εποχή όπου το εγώ το οποίο εστηρίζετο εις μία φυσικήν ανθρωπολογία καταστρέφεται ολοτελώς και εμφανίζεται ένα εγώ που στηρίζεται σε μία νέα ανθρωπολογία. Έτσι ο άνθρωπος βαδίζει εις έτερον στάδιον της δαρβινικής εξέλιξης που ονομάζεται μετα ανθρωπιστικό.

Αυτό το στάδιο ξεκινά από την νέα θεώρηση του ανθρωπίνου εγκεφάλου. Η Λατινική εκκλησία σ᾽αυτό το σημείο χαρακτηρίζει την νέα εποχή ως άθεη και μακριά από τον Θεό. O Don Giuseppe αναφέρει: “ Πολοί επιστήμονες δεν μπορούν να δεχθούν την άποψη ότι υπάρχει στον άνθρωπο μία ασώματη ουσία (ψυχή) η οποία είναι ικανή από μόνη της να σκέφτεται και να αποφασίζει και δίνουν πρόχειρες απαντήσεις σε κάθε ερώτηση που αναφέρεται στην συνείδηση στην ελευθέρα επιλογή και στην ηθική. Η συμπεριφορά αυτή κατ᾽αυτούς είναι ένα φρούτο φυσικο χημικών αντιδράσεων  που επιτελούνται στον ανθρώπινο εγέφαλο και που μπορούν βέβαια να αλλαχθούν απ᾽ έξω”[7]

Αυτό το φαινόμενο το παρατηρούμε στην σημερινή εποχή την εποχή που εγκαινιάσθηκε από την εμφάνιση του κορωνοϊού και που θα συνεχίσει πια να επηρεάζει όλη την μετέπειτα ανθρώπινη σκέψη. Εκείνο που μετράει είναι μόνο η επιστημονική γνώση η οποία θα βοηθήσει, στην κατανόηση του περιβάλλοντος του ανθρώπου και βέβαια θα δώσει τις απαραίτητες λύσεις σε όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότης, λύσεις  που κανένας πιά δεν θα μπορέσει να αμφισβητήσει. Αυτός ήταν ο λόγος που στην εποχή του κορωνοϊού κρατήθηκαν ανοιχτές οι υπεραγορές και έκλεισαν οι εκκλησίες. Η ψυχική τροφή δεν απασχολεί τον μετανεωτερικό άνθρωπο από την στιγμή που η ψυχή δεν ανήκει στην φύση του ανθρώπου γιατί η ψυχική συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα βιοχημικών αντιδράσεων που συντελούνται στον εγκέφαλο και που μπορούν να αλλαχθούν εξωτερικά. Η επιστημονική γνώση όπως την εννοεί ο μετανεωτερικός άνθρωπος γίνεται αναγκαστικά “μονομερής γνώση” εις την οποίαν κανένας δεν θα μπορέσει να αντιδράσει, ούτε βέβαια η χριστιανική πίστη η οποία θα πρέπει να προσαρμοσθεί.  Ο νέος χριστιανισμός θα πρέπει να ασχολείται πρωτίστως για προσωπικές σχέσεις, περιβάλλοντα και αγαπολογία.

Σύμφωνα με την σκέψη του γερμανού φιλοσόφου Plessner, ενός από τους δημιουργούς της ανθρωπολογικής φιλοσοφίας ο άνθρωπος για να γίνει ο εαυτός του θα πρέπει να ξεπεράσει την αναγκαιότητα της φύσεώς του και να ξεχάσει ολοτελώς την αρχαία διακριση σώμα ψυχή αντικαθιστώντας την με την “ανθρωποβιολογια” που χρησιμοποιώντας την επιστήμη μπορεί να μεταμορφώσει τον άνθρωπο. Ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για τους μετα ανθρωπιστάς σύμφωνα με την Λατινική εκκλησία είναι η αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι άνευ τέλους, ικανός να δημιουργεί συνεχώς σχέσεις και ορθό λόγο, προς ένα συνεχές γίγνεσθαι που έχει ανάγκη εκ της επιστήμης και τεχνολογίας[8]. Η Δαρβινική εξέλιξη όχι μόνο γίνεται αποδεκτή αλλά θεωρείται σαν αναγκαία συνθήκη για να γίνει ο άνθρωπος πρωταγωνιστής της εξέλιξής του. Σύμφωνα με τον Roberto Marchesini, τον μεγαλύτερο ιταλό θεωρητικό του μετα ανθρωπισμού σήμερα ο άνθρωπος χάρη στη επιστήμη μπορεί να βάλει το χέρι του στα μυστικά του φαινοτύπου και να ρυθμίσει ξανά την ζωή. Έτσι ο άνθρωπος θα μπορέσει να ικανοποιήσει νέα όνειρα και ανάγκες γι᾽αυτό σύμφωνα πάντα με τον Roberto Marchesini δεν  καθίσταται πλέον δυνατή η δημιουργία μίας ανθρωπίνης ταυτότητος. Εδώ λοιπόν, σύμφωνα με την Λατινική εκκλησία, εμφανίζεται η προφητεία του Nietzsche όσο αφορά τον υπεράνθρωπο και τον θάνατο του Θεού. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι το υποκείμενο του μετα ανθρωπισμού βρίσκεται σε μία συνεχή εξέλιξη και αλλαγή πάντοτε με το βλέμα του στραμμένο  προς την εξέλιξη της επιστήμης αφήνοντας στο περιθώριο κάθε φυσικό νόμο. [9]

Ακόμη η αμερικανίδα φιλόσοφος Donna Haraway ισχυρίζεται ότι δια της αποκλίσεως του ανθρωπίνου σώματος θα μπορέσει ο άνθρωπος να φτάσει στην δυνατότητα να αρνηθεί την διαφορά αρσενικού και θηλυκού για να φθάσει σε  μια νέο-αισθητική μετα-ανθρωπιστική νεο-σεξολογία [10]

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Μόνο στην Πατερική παράδοση μπορούν  οι ορθόδοξοι να βρούν απαντήσεις στα υπαρξιακά κενά που δημιουργεί η μετανεωτερική σκέψη. Κάποιος ουδέτερος παρατηρητής θα μπορούσε να ισχυρισθεί. Εσείς οι παραδοσιακοί ορθόδοξοι μιλάτε για πατερική παράδοση πάντοτε και την βάζετε παντού. Το πρόβλημα το δικό σας είναι να μην αποκκλίνουμε από τους Πατέρες. Αλλά αρνείσθε επίμονα ότι η εποχή έχει αλλάξει ριζικά και ότι αυτά που είπαν οι Πατέρες έχουν ήδη ξεπερασθεί. Πώς είναι δυνατό ξεπερασμένα πράγματα που ειπώθηκαν σε αιώνες που η τεχνολογία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη να δώσουν πειστικές απαντήσεις σε προβλήματα της μετανεωτερικής εποχής που θέλει τον μετανωτερικό άνθρωπο εντελώς διαφορετικό από τον άνθρωπο, όπως τον γνώριζαν οι Πατέρες της Εκκλησίας; Δεν ομοιάζει αυτά που ισχυρίσεσθε σαν ένα δόγμα που στην πραγματικότητα αγνοεί αυτά τα προβλήματα και κρύβει το κεφάλι για να μην δεί ότι υπάρχουν; Η γλώσσα που χρησιμοποιείτε μπορεί ποτέ να πείσει τον σημερινό άνθρωπο για την ορθότητα των απόψεών σας; Η τεχνολογία προχώρησε και δεν έμεινε στον τρίτο ή έβδομο μετά χροστόν αιώνα. Γιατί και στην βιοηθική τοποθετείτε έναν τρόπο σκέψης ξεπερασμένο;

Κανείς ποτέ δεν αρνήθηκε ότι η τεχνολογία έχει αλλάξει ριζικά. Ποτέ κανείς δεν ισχυρίσθηκε ότι η γλώσσα της σημερινής εποχής είναι διαφορετική. Η ερώτηση  που τίθεται είναι η ακόλουθη. Μπορεί η σημερινή γλώσσα να σώσει τον άνθρωπο; Μπορεί να του εξαλείψει τα προβλήματά του, τις αδυναμίες του, τα υπαρξιακά του κενά; Έχει κάτι τι το αληθινό η σημερινή γλώσσα ή αποσκοπεί μόνο  προς μία σχετικοποίηση των πάντων η οποία βέβαια συγχέει τον άνθρωπο, αλλά δεν του λύνει κανένα πρόβλημα; Από την άλλη μεριά κι᾽εμείς οι παραδοσικοί ορθόδοξοι ζούμε στην σημερινή εποχή, δουλεύουμε, ασχολούμεθα με επιστήμη και έρευνα και κανένας δεν μπορεί να πει ότι ζούμε στον τρίτο ή έβδομο μετά χριστόν αιώνα. Αν ο Λόγος ο Πατερικός είναι η κατ᾽εξοχή αλήθεια, γιατί να τον χάσουμε και να τρέχουμε πίσω από μία ανθρώπινη κατανόηση που χρησιμοποιεί μία αμφίβολη γνώση. Η αμφίβολη γνώση σημαίνει ότι κανένας άνθρωπος δεν κατέχει την αλήθεια αλλά προσπαθεί να εκφράσει έναν ανθρώπινο τρόπο κατανόησης που μπορεί και να βρίσκεται πολύ μακριά από την αυτήν. Δεν θα πρέπει να συγχέονται οι Πατέρες ούτε με τους μοντέρνους μεταπατερικούς θεολόγους της ορθοδόξου και λατινικής εκκλησίας, ούτε με τους επιστήμονες της σημερινής εποχής οι οποίοι δεν έχουν μεγάλη επαφή με την αλήθεια, αλλά εκφράζουν έναν τρόπο κατανόησης του ατομικού ανθρώπου της αλήθειας. Οι Πατέρες κατέχουν την αλήθεια, άπασσαν τη αλήθεια από το άγιο Πνεύμα, από τον Θεό και αυτή η αλήθεια δεν αλλάζει με τον καιρό γιατί συμπίπτει με τον Ιησούν Χριστόν και αυτός είναι ο ίδιος στο παρελθόν παρόν και μέλλον.

Όταν λοιπόν μιλάμε για φύση δεν σκεφτόμεθα τον αριστοτελικό ορισμό της φύσεως, ούτε εφαρμόζουμε την φαινομενολογία και τον  Heidegger. Η φύση κατά τους Πατέρες είναι μία πραγματικότητα και όχι ένα κατασκεύασμα του νοός. Είναι η φύση την οποίαν προσέλαβε το δεύτερο πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος, είναι το εγώ όλων μας, όλων των ανθρώπων, όλων των εποχών. Γι᾽αυτό και ο Χριστός δεν λέμε ότι προσέλαβε έναν φιλοσοφικό ορισμό ή μία ανύπαρκτη οντότητα, ή έναν κοινό τρόπο ύπαρξης των προσώπων που μεταβάλλεται ανάλογα με την προσωπική θέληση και επιθυμία, μία φύση που κάθε χρονική στιγμή διαφοροποιείται με την πρόοδο της τεχνικής και της επιστήμης, κατά τα δεδομένα της εποχής. Ο δημιουργός Θεός  πλάθει και δωρίζει στον κάθε άνθρωπο  φύση υπαρκή, ίδια και απαράλλακτη με αυτήν που ο ίδιος προσέλαβε.  Απ᾽αυτά λοιπόν  που δίδαξαν οι Πατέρες ξέρουμε ότι το σώμα και η ψυχή ανήκουν στην φύση του ανθρώπου. Συναποτελούν την “υπόσταση” του κάθε ανθρώπου.

ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ

Βεβαια: δεν υπάρχει  φύση χωρίς υπόσταση “οὐκ ἒστι φύσις ἀνυπόστατος”.[11] Με άλλα λόγια δεν υπάρχει  φύση απρόσωπη. Πρόσωπο, άτομο και υπόσταση για τους Πατέρες είναι ταυτόσημες έννοιες. Τι είναι όμως το πρόσωπο ή υπόσταση και τι είναι η φύση;  [12] “Φύση του ανθρώπου είναι η μοναδική πηγή απ᾽όπου δια της αναπαραγωγής πηγάζουν  όλες οι ανθρώπινες υποστάσεις αυτό, που έχουν όλοι οι άνθρωποι. Δηλαδή όλοι οι άνθρωποι έχουν  σώμα, σκέφτονται, έχουν μια ψυχή κτλ.  Κατά συνέπεια όσα είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους αποτελούν την κοινή φύση τους. Πολλές φορές οι Πατέρες ονομάζουν την φύση και ουσία. [13]

Οι άνθρωποι όμως δεν είναι πανομοιότυπα όμοια, όπως ένα προϊόν εργοστασίου αλλά διαφέρουν ο ένας από τον άλλον με προσωπικές διαφορές. Γι᾽αυτό δεν μπορούμε να βρούμε ποτέ και πουθενά την ουσία του ανθρώπου, μόνη της, αλλά πάντοτε την βρίσκουμε υποστασιασμένη εν προσώποις στις μορφές πχ του  Γιώργου, του Γιάννη, της  Μαρίας και άλλων.  Ο Γιώργος, ο Γιάννης η Μαρία είναι τρία διαφορετικά πρόσωπα ή τρείς διαφορετικές υποστάσεις. Διαθέτουν δηλαδή ο καθένας τους  κάποιο ξεχωριστό τρόπο υπάρξεως της ανθρώπινης ουσίας ή φύσης τους.

Είναι αλήθεια ότι κάθε πρόσωπο ή άτομο[14] είναι διαφορετικό από κάθε άλλο. Γι᾽ αυτό ενώ η ουσία ή φύση τους είναι κοινή, και ανήκει σε όλους τους ανθρώπους στον ίδιο βαθμό, οι υποστάσεις τους όμως είναι διαφορετικές και συντελούν στο να μπορούμε να διακρίνουμε τον κάθε άνθρωπο από κάθε άλλον.  Αφού λοιπόν οι ανθρώπινες υποστάσεις ή πρόσωπα είναι διακρίσεις που υπάρχουν μέσα στην κοινή φύση, χωρίς να την διαιρούν ή να να την κομματιάζουν, δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι κοινές σε όλους, αφού το έργο τους είναι ακριβώς το αντίθετο από το έργο της κοινής φύσεως: συντελούν δηλαδή στο να διακρίνονται μεταξύ τους όσοι ανήκουν σε μία και στην αυτή φύση. Γι᾽αυτό οι διακρίσεις της κοινής φύσεως σε πολλές υποστάσεις για να επιτελέσουν σωστά το έργο τους παραμένουν ακοινώνητες μεταξύ τους.  Με άλλα λόγια ο Γιώργος διακρίνεται και από την Μαρία και από τον Γιάννη. Έτσι δεν είναι  δυνατόν ο Γιώργος και ο Γιάννης να διαθέτουν από κοινού μία υπόσταση, δεν είνα δηλαδή δυνατόν να κοινωνούν όσον αφορά την υπόστασή του καθενός, γιατί τότε θα έπαυαν να είναι δύο διαφορετικοί άνθρωποι.

ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ

 Θα πρέπει όμως να ξέρουμε ότι, στην πατερική αντίληψη της φύσεως δεν υπάρχει τίποτε το αναγκαστικό. Η φύση των λογικών όντων  δεν είναι αναγκαιότητα, γιατί  είναι νοερή και αυτεξούσια, δηλαδή διαθέτει ελευθέρα θέληση.

Πολλοί στοχαστές σήμερα φαντάζονται ότι κάθε λογική φύση φύση είναι και αναγκαστική και στερείται ελευθερίας. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό η φύση θεωρείται ότι αναγκάζει τον καθένα να είναι έτσι όπως αυτή θέλει, επειδή κινείται υπό την επήρεια ορισμένων δυνάμεων ή φυσικών νόμων που την υποχρεώνουν να συμπεριφέρεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο.

Αυτός ο τρόπος σκέψης προκύπτει από την μηχανιστική άποψη της μοντέρνας φυσικής. Η φυσική θεωρεί ότι, η φύση είναι μία μηχανή, η οποία κινείται υπό την επήρεια δυνάμεων και νόμων. Κατά συνέπεια θεωρώντας τον κόσμο με αυτόν τον τρόπο και αποκόβοντας τους φυσικούς νόμους από την ηθική, και προπαντός από την αγάπη του Θεού, προκύπτει ότι υπάρχει μια μηχανή που δεν μπορεί να ξεπεράσει την αναγκαιότητα των νόμων.

Ο Θεός  έτσι βγαίνει στο περιθώριο, όχι μόνο γι᾽αυτόν που είναι άθεος αλλά και για τον άνθρωπο που πιστεύει. Γιατί, αν μεν κάποιος είναι θρησκευόμενος, πιστεύει απλώς ότι ο Θεός δημιούργησε αυτή την μηχανή, αλλά την άφησε να κινείται από μόνη της κάτω από την αναγκαιότητα των νόμων που ο ίδιος δημιούργησε. Αν δε κάποιος είναι άθεος  μπορεί να πει ότι ο Θεός δεν υπάρχει, αφού αυτή η μηχανή υπάρχει και ενεργεί από μόνη της, υπό την επήρεια του νόμου της τυχαιότητας, νόμου σημαντικού για την σύσταση, δημιουργία και εξέλιξη της φύσεως.

Ακόμη και στην περίπτωση του ανθρώπου η επιστημήμη δεν βλέπει τίποτε άλλο παρά μία μηχανή. Το ανθρώπινο σώμα μηχανανικά χρησιμοποιεί την τροφή σαν καύσιμη ύλη που παράγει ενέργεια. Αν κάποιος δεν φάει, δεν θα υπάρξει καύση, ούτε  η ενέργεια που απαιτείται για να σκεφτεί κανείς και να κινηθεί. Την ανθρώπινη ζωή διατηρούν όλες οι βιοχημικές αντιδράσεις που συνιστούν τις λειτουργίες του ατόμου. Χωρίς την διατήρηση αυτών των λειτουργιών δεν υπάρχει ζωή. Η ζωή αρχίζει με τα quark, που υπό την επίδραση του νόμου της τυχαιότητας συνενὠνονται και δημιουργούν τις απειροελάχιστες ενότητες των  άτομων. Αυτές  θα μας δώσουν   τα κύτταρα τα οποία είναι εφοδιασμένα με  γενετικό κώδικα. Κάτω από την επίδραση του γενετικού κώδικα και με εξελικτική διαδικασία δημιουργούνται τα γένη και τα είδη των ζωντανών οργανισμών μεταξύ των οποίων  και ο άνθρωπος και προκαθορίζονται  όλες οι βιοχημικές αντιδράσεις που συντηρούν αυτούς τους οργανισμούς.

Ακόμη και η ψυχή του ανθρώπου προσεγγίζεται με την ίδια διαδικασία σκέψης. Μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, υπάρχει ένας χώρος όπου αποτυπώνονται όλες οι εμπειρίες και οι σχέσεις με το περιβάλλον, οι οποίες χρωματίζονται συναισθηματικά. Δηλαδή αν βάλω το χέρι μου στην φωτιά θα καώ, θα πονέσω και θα αποθηκεύσω μέσα στον εγκέφαλο την εμπειρία της φωτιάς που είναι συνδεδεμένη με το αίσθημα του πόνου. Αν δω ένα φιλικό πρόσωπο, θα μου προξενίσει χαρά και θα συνδέσω αυτό το πρόσωπο με το αίσθημα που μου δημιούργησε. Αν βέβαια το ερωτευτώ τότε ο οργανισμός μου θα δημιουργήσει βιοχημικές αντιδράσεις, θα παράγει ορμόνες οι οποίες θα δημιουργήσουν  μια διαφορετική συναισθηματική κατάσταση, αποθηκεύοντας  αυτή  τη εμπειρία και συνδέοντάς την με το πρόσωπο που  μου την προξένησε. Αν χάσω ένα χέρι, ή πόδι, ή άλλο μέρος του οργανισμού μου, αυτό το χάσιμο θα μου προκαλέσει τέτοια συναισθήματα, που θα  αλλάξουν και την ψυχολογία μου. Αυτός λοιπόν ο χώρος στον εγκέφαλο, γίνεται αντιληπτός από την μοντέρνα επιστήμη ως ψυχή που διαθέτει τους δικούς της ψυχικούς μηχανισμούς.   Και βέβαια επειδή κινείται υπό την επήροια τέτοιων νομων  η φύση, δηλαδή η ψυχή και το σώμα του ανθρώπου, οι επιστήμονες συμπεραἰνουν ότι και τα δύα   στερούνται  ελευθερίας. Ποτέ  κανείς δεν είδε μια μηχανή ελεύθερη!!!

Για να ξεπεράσουν την μηχανιστική αυτή αποψη, ορισμένοι ερευνητές εισηγήθηκαν μια καινούργια ιδέα, μια οντολογία  που αναφέρεται στο πρόσωπο και στην ετερότητα, θεωρούμενα σαν αποκλειστικές πηγές ελεθευρίας, εντελώς ανεξάρτητες από την κοινή φύση.  Με αυτό το σκεπτικό η φύση στερείται ελευθερίας κινείται εντελώς μηχανικά και αναγκαστικά και η ελευθερία ανήκει  στο πρόσωπο, (“το μόνο αληθινό που υπάρχει και το οποίο μπορεί να ξεπεράσει την αναγκαιότητα της φύσεως) που και αυτό όμως υπόκειται στον εξαναγκασμό από την μηχανική κίνηση της φύσεως. Είναι σαν νομίζει ένας ποδηλάτης ότι η ισοροπία την οποία επιτυγχάνει κινούμενος πάνω στο ποδήλατό του είναι αποκλειστικό επίτευγμα των ποδιών του και δεν έχει τίποτα να κάνει με την μηχανική δομή του ποδηλάτου του. Αλλά στην πραγματικότητα το ποδήλατο είναι φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέπει στον κάθε ποδηλάτη να επιτύχει ισοροπία κατά το τρέξιμο. Μια μικρή βλάβη στον μηχανισμό του ποδηλάτου καθιστά την ισοροπία αδύνατη. Αυτό σημαίνει σε τελευταία ανάλυση ότι έγκειται στην φύση του ποδηλάτου το να διατηρεί την ισοροπία του ποδηλάτη.

Σύμφωνα με αυτή την πτωτική νοοτροπία σκέψεως το πρόσωπο φαίνεται να έχει μεγάλο πρόβλημα με την δήθεν μηχανική κίνηση της φύσεως και επειδή όσοι αντιλαμβάνονται έτσι τα πράγματα νομίζουν  ότι τα πρόσωπα δεν κινούνται μηχανικά, αλλά διαθέτει το καθένα τους δική του ελευθερία. Έτσι το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί από τέτοιους στοχαστές σήμερα είναι πως θα απαλλαγεί ο άνθρωπος από την δήθεν εσωτερική μηχανική ανάγκαιότητα της φύσεώς του. Αλλά  προτού λύσουν αυτό το πρόβλημα, το μεταβιβάζουν στον ίδιο τον Θεό, Τον Οποίον φαντάζονται  κάτω από την επήρεια δήθεν  εξαναγκασμένης  φύσεως Του. Αυτή η υποταγμένη στην αναγκαιότητα φύση Του τον εξαναγκάζει να είναι και θεός και αγαθός.  Το πραγματικό ερώτημα που θέτουν αυτοί οι άνθρωποι είναι: πώς θα μπορούσε να απαλλάγεί ο Θεός από την φυσική του αγαθότητα; Αν κατάφερνε να απαλλάγεί Αυτός θα μπορούσαμε να απαλλαγούμε και μεις!

Ο τρόπος με τον οποίον ο Θεός ασκεί την οντολογική ελευθερία Του, εκείνο που τον κάνει να είναι οντολογικά ελεύθερος, είναι ότι υπερβαίνει και καταργεί την οντολογική αναγκαιότητα της ουσίας με το να είναι Θεός ως Πατήρ, δηλαδή ως Εκείνος, που γεννά τον Υιόν και εκπορεύει το Πνεύμα[15]!!! Κατά συνέπεια για να απαλλαγεί ο Θεός από την αναγκαιότητα της φύσεώς Του – σύμφωνα μ᾽ αυτούς τους στοχαστές –  πρέπει να χωριστεί η ελευθερία Του από την βούλησή Του η οποία δεν θα πρέπει πλέον να θεωρείται  αυτεξούσια, ούτε κάν ελεύθερη.  Η βούληση Του κατ´αυτούς  δεν είναι ελεύθερη. Η ελευθερία δεν εξαρτάται από την φύση, την θεωρούν αποκλειστική  ιδιότητα του προσώπου και μάλιστα του προσώπου του Πατρός, ούτως ώστε κάθε πρόσωπο να προηγείται οντολογικά από την φύση και να γίνεται έτσι σημαντικότερο από αυτήν Για τους Έλληνας Πατέρας το ενιαίον του Θεού ο ένας Θεός  και η οντολογική αρχή ή αιτία της προσωπικής τριαδικής ζωής του Θεού δεν συνίσταται εις την μίαν ουσίαν του Θεού, αλλά εις την υπόστασιν, δηλαδή το πρόσωπον του Πατρός. Ο ένας Θεός δεν είναι η μία ουσία, αλλά ο Πατήρ, ο οποίος είναι η αιτία της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Πνεύματος[16]  Το πρόσωπο του Θεού Πατρός προηγείται και καθορίζει την ουσία του δεν προκαθορίζεται από αυτήν[17] Σ᾽αυτήν την τερατώδη αντίληψη περί Θεού ο Άγιος Σωφρόνιος ο μέγας πατριάρχης Ιεροσολύμων και πνευματικός οδηγός του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού απαντά: έστιν ουν μετά το  είναι Θεός, Πατήρ ο Πατήρ, και ούτε Υιός, ούτε Πνεύμα Άγιον, αλλ᾽όπερ ο Υιός κατ᾽ουσίαν εστι,καί κατά φύσιν το Πνευμα τυγχάνει τό άγιον. Και έστι μετά το είναι Θεός, Υιός ο Υιός, και ουτε Πaτήρ, ούτε Πνευμα Πανάγιον, αλλ᾽όπερ ο Πατήρ κατα φύσιν κηρύττεται, και ὃ κατ᾽ουσίαν το Πνευμα καθοραται το άγιον.  Και έστι μετά το είναι Θεός, Πνεύμα άγιον το Πνεύμα το άγιον και ούτε Πατήρ θεωρούμενον, ούτε Υιός λαμβανόμενον, αλλ᾽όπερ ο Πατήρ κατ᾽ ουσίαν πεπίστευται, και όπερ ο Υιός κατά φύσιν αγγέλλεται.[18]

Εντελώς αντίθετα προς τον Άγιον Σωφρόνιο για τους ερευνητές αυτούς  η θεία φύση  είναι αναγκαστική και αν κάποιος πει τον Θεό, φύσει Θεό και φύσει αγαθό και φύσει δημιουργό, Τον βάζει  υπό το κράτος μιας ανάγκης,  η οποία αίρεται μόνο  με τη “οντολογία» του προσώπου. Αν η ψυχή είναι φύσει αθάνατος τότε η προσωπική επιβίωσις είναι αναγκαστική , επανερχόμεθα πάλιν εις την αρχαίαν κλασσικήν οντολογίαν. Τότε και ο Θεός είναι αθάνατος από την φύση του, δηλαδή κατ᾽ανάγκην και ο άνθρωπος συγγενεύει ουσιαστικά, αναγκαστικά, με τον Θεόν[19]Ο Θεός λοιπόν δεν είναι αναγκασμένος από την φύση του να είναι Θεός, διότι το πρόσωπο του Πατρός ελεύθερα αποφασίζει να είναι Θεός, να έχει δηλαδή αυτή την φύση. Επομένως η φύση εκπηγάζει από το πρόσωπο του Πατρός, πράγμα που όπως είδαμε, για τον Παλαμά  και όλους τους    Πατέρες είναι μια μεγάλη δυσέβεια. [20]

Είναι αλήθεια όμως ότι χωρίζοντας, με αυτό τον τρόπο, την ελευθερία από την θέληση, φτάνουν σε μια άλλη ανάγκη, στην ανάγκη  της ελευθερίας! Δηλαδή, για να το καταλάβουμε καλύτερα:  εμείς οι άνθρωποι είμαστε αναγκασμένοι να είμαστε ελεύθεροι. Αναγκασμένοι γιατί η ελευθερία δεν εξαρτάται από την θέλησή μας. Κανένας δεν μας ρώτησε αν θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, μα από την στιγμή που γεννιόμαστε είμαστε ελεύθεροι και θέλοντας ή όχι πρέπει να ασκήσουμε την ελευθερία μας. Άραγε και στον Θεό  υπάρχει αυτή η ανάγκη για  ελευθερία, πέφτει και ο Θεός  στην ανάγκη να είναι ελεύθερος; Αν και στον Θεό η ελευθερία  είναι προσωπική επιλογή και όχι αυθόρμητο αναύρησμα της φύσεώς Του τότε και το πρόσωπο του Πατρός είναι αναγκασμένο να είναι ελεύθερο. Λύνεται το ζήτημα αν πεσουμε από την μία ανάγκη στη άλλη;

Ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι λύνεται, τι θα κάνουμε στο θεολογικό επίπεδο; Είδαμε στις προηγούμενες σελίδες ότι  στο κάθε πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος,  τα υποστατικά ιδιώματα, ανήκουν μόνα σε αυτό και όχι σε άλλα προσωπο. Δεν υπάρχει υποστατική κοινωνία προσώπων γιατί τα πρόσωπα  είναι υποστατικώς ακοινώνητα. Αν λοιπόν η ελευθερία είναι δεμένη με το πρόσωπο του Πατρός ανήκει μόνο σε αυτόν και δεν κοινωνείται σε κανένα άλλο πρόσωπο. Ρωτάμε λοιπόν υπάρχει ελευθερία στον Υιο και στο Πνεύμα; Και αν υπάρχει τί είδους ελευθερία είναι αυτή κτιστή ή άκτιστη;  Αν είναι άκτιστη ποιά θα είναι η διαφορά της ελευθερίας του Υιού ή της ελευθερίας του Πνεύματος από την ελευθερία του Πατρός; Μήπως με αυτό τον τρόπο σκέψεως  είμαστε αναγκασμένοι να διακρίνουμε τρεις ελευθερίες διαφορετικές στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος; Δεν πέφτουμε έτσι στον κίνδυνο της τριθείας; Και μάλιστα αν κανείς ισχυρίζεται  ότι το ενιαίον του Θεού οφείλεται στο πρόσωπο του Πατρός, αν στην Τριάδα οι διακρίσεις προηγούνται των ενώσεων, τότε ο ένας Θεός εξαφανίζεται. Και δεν σὠζουμε τη κατάσταση αν μόνο αποδώσουμε  στον Πατέρα  την αιτία της ύπαρξης του Υιού και του Πνεύματος. Και στην ελληνική μυθολογία ο Δίας είναι η αιτία των άλλων θεών αλλά βέβαια δεν έχουμε έναν Θεό αλλά δώδεκα. Και ο Αδάμ είναι η αιτία της Εύας αλλά δεν συναποτελεί με τη Εὐα έναν άνθρωπο.

Τα πρόσωπα σαν ελεύθερα που είναι, καθώς και οι προσωπικές διαφορές τους, σύμφωνα με αυτούς τους στοχαστές, προηγούνται της δήθεν αναγκαστικότητος της φύσεώς τους. Με άλλα λόγια  καταργούν τη φύση οριστικά. Γιατί πλέον δεν την έχουν ανάγκη από την στιγμή που μόνα τους μπορούν να βρεθούν σε σχέση και να επικοινωνήσουν. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μιλάνε για την οντολογία της ετερότητος, την οντολογία δηλαδή της διαφοράς. Για να το καταλάβουμε καλύτερα ας δούμε πώς ορίζουν το πρόσωπο. “ όλοι καταλαβαίνουμε ότι αυτό που διαφοροποιεί την προσωπική ύπαρξη από κάθε άλλη μορφή υπάρξεως, είναι η αυτοσυνειδησία και η ετερότητα. Αυτοσυνειδησία λέμε την αυτεπίγνωση της ύπαρξης, την βεβαιότητα που έχω ότι υπάρχω, ένα όν με ταυτότητα, ταυτότητα που με διαφοροποιεί από κάθε άλλο όν. Και αυτή η διαφοροποίηση είναι μια απόλυτη ετερότητα ένας μοναδικός ανόμοιος και ανεπνάληπτος χαρακτήρας που καθορίζει την ύπαρξή μου. Ωστόσο η αυτεπίγνωση της ύπαρξης το εγώ η ταυτότητα η συνείδηση της απόλυτης ετερότητας, δεν είναι μόνον ένα προϊόν της σκέψης, αποτέλεσμα μιας λειτουργίας του εγκεφάλου που τη λέμε νόηση. Η αυτοσυνειδησία είνα κάτι πολύ περισσότερο από μια νοητική βεβαιότητα, έχει υποστρώματα που σήμερα διερευνά μια ολόκληρη επιστήμη, η ψυχολογία του βάθους, και τα ονομάζει υποσυνείδητο, ασυνείδητο, εγώ, υπερεγώ῎με μύριους τρόπους προσπαθεί να καθορίσει αυτό το τελικά άπιαστο και απροσδιόριστο που είναι ο άνθρωπος, πέρα από λειτουργίες σωματικές και βιοχημικές αντιδράσεις και ερεθισμούς κυττάρων ή όποιες άλλες αντικειμενοποιημένες ερμηνείες.

Μέσα από τις αναλύσεις των ονείρων, των συνειρμών, των αυτοματισμών της συμτεριφοράς, την αναγωγή σε παιδικά βιώματα, στις πρωτογενείς σχέσεις με το οικογενειακό περιβάλλον, η ψυχολογία του βάθους προσπαθεί να ανιχνεύσει τον τρόπο συγκρότησης και ωρίμανσης του εγώ και αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος από την σχέση, την αναφορά. Είναι η δυνατότητα που συνιστα τον άνθρωπο: να βρίσκεται απέναντι σε κάποιον ή σε κάτι να έχει όψη῎προς κάποιον ή κάτι, να είνα πρόσωπον. Να λέει: εγώ απευθυνόμενος σε ένα σύ, να διαλέγεται να κοινωνεί. Το πρόσωπο δεν είναι μια αριθμητική μονάδα, άτομο ενός συνόλου, μια οντότητα καθευτή. Είναι μόνο ως αυτοσυνειδησία ετερότητας, επομένως, μόνο έναντι κάθε άλλης ύπαρξης, μόνο σε σχέση και αναφορά.”[21] 

Η ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΩΣ ΑΝΑΓΚΗ ΕΙΝΑΙ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΑΡΕΙΑΝΩΝ

Είναι όμως αλήθεια ότι, αυτό που διατύπωσαν με πομπώδη τρόπο, οι μοντέρνοι στοχαστές, δεν είναι σημερινό αλλά το είχαν σκεφτεί και διατυπώσει και αιρετικοί στον παρελθόν. Οι αρειανοί για παράδειγμα, πίστευαν, ερμηνεύοντας όπως νόμιζαν τον Αριστοτέλη, ότι: πᾶν φυσικόν πάντως καί ἡναγκασμένον, ότι δηλαδή η φύση είναι αναγκαστική, σε υποχρεώνει να είσαι αυτό που είσαι και η φύση κινείται πάντοτε με αυτόν τον τρόπο. Και γιατί λοιπόν εκμεταλλεόντουσαν  έτσι τον Αριστοτέλη; Επειδή ήθελαν να αποδείξουν ότι ο μόνος άκτιστος είναι ο Πατέρας και ότι ο Υιός και το Πνεύμα είναι δημιουργήματα του Θεού, δηλαδή προϊόντα της Θείας θελήσεως, όπως ακριβώς  είμαστε  εμείς οι άνθρωποι. Ο Πατέρας, σύμφωνα με αυτούς, ήθελε να γεννήσει τον Υιόν και τον γέννησε με την θέλησή Του. Επομένως ο Υιός, ως προϊόν,  είναι ένα κτίσμα και δεν έχει άκτιστη φύση. Γιατί η θέληση, όπως είδαμε,  είναι μία άκτιστη ενέργεια του ακτίστου Πατρός και παράγει κτίσματα. Οι ορθόδοξοι όμως έλεγαν ότι ο Υιός δεν είναι προϊόν της θελήσεως, αλλά της φύσεως  του Πατρός. Δηλαδή ο Πατήρ τον γεννάει κατά φύσιν (φυσικά) και όχι από την θέλησή Του. Από την μοναδική κοινή θέληση του Πατρός και των άλλων δύο προσώπων, πηγάζει ο ορατός και αόρατος κόσμος. Άλλο λοιπόν για τους ορθοδόξους σήμαινε το ρήμα γεννώ και άλλο το ποιώ. Το γεννώ είναι  υποστατικό ιδίωμα ακοινώνητο του Πατρός, το ποιώ όμως είναι ενέργεια και ανήκει και στα τρία πρόσωπα γιατί ανήκει στα κοινά, που έχουν στον ίδιο βαθμό και τα τρία πρόσωπα της Παναγίας Τριάδος.

Οι Αρειανοί όμως όταν άκουσαν από τους ορθοδόξους να λένε ότι ο Πατήρ γεννά τον Υιόν κατα φύσιν (φυσικά) και Αυτός δεν είναι αποτέλεσμα της θελήσεως του Πατρός, ακανδαλίστηκαν  και αντέδρασαν ως εξήςΑφού λοιπόν δεν είναι προϊόν της θελήσεως ο Υιός, ο Πατέρας, έλεγαν, είναι αναγκασμένος από την φύση Του να Τον γεννά. Επομένως το κατα φύσιν γι αυτούς ήτανε συνώνυμο με το κατ’ ανάγκην. Δηλαδή πᾶν φυσικόν πάντως καί ἠναγκασμένον. Νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο σκέψης θα στριμώξουν τους ορθοδόξους, έκαναν μια  δύσκολη ερώτηση: πώς ο Πατήρ γεννά τον Υιόν; ἀραγε επειδή Τον θελει; Ή μήπως Τον γεννάει φυσικά; Αν απαντούσε κάποιος επειδή Τον θέλει θα του απαντούσαν: άρα ο Υιός είναι προϊόν της θελήσεως, δηλαδή  κτίσμα, τον έκτισε ο Πατήρ πριν από όλους τους αιώνες και βέβαια υπήρχε χρόνος που υπήρχε ο Πατήρ άνευ του Υιού (ἧν ποτέ ὃτε οὐκ ἧν). Αν απαντούσε κάποιος ότι Τον γεννά φυσικά, γιατί δεν υπήρχε ποτέ καιρός που υπήρχε ο Πατήρ ανευ του Υιού (οὒκ ἧν ποτέ ὃτε οὒκ ἧν), τότε θα του έλεγαν. Άρα είναι αναγκασμένος να Τον γεννά χωρίς να Τον θέλει, απλώς η φύση Του Τον αναγκάζει να Τον γεννήσει. Σ’αυτήν την δύσκολη ερώτηση πρώτος απαντησε ο μέγας Αθανάσιος, με πολύ αποτελεσματικό τρόπο και αυτήν την απάντηση την συναντάμε σ᾽ όλους βέβαια τους Πατέρες: επειδή αυτός είναι φυσικός Υιός  και όχι κατά θέληση, μήπως νομίζετε ότι  είναι Υιός αθέλητος από τον Πατέρα και, είναι Υιός μη θέλοντος του Πατρός; όχι βέβαια! Αντιθέτως  είναι Υιός επιθυμητός και αποδεκτός από τον Πατέρα και, όπως αυτός λέγει, ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν και όλα τα δείχνει σ’ αυτόν . Και όπως ο Πατήρ δεν άρχισε να είναι καλός από θέληση και είναι καλός όχι ενάντια στην θέληση και πρόθεση Του, έτσι και ο Υιός δεν άρχισε να υπάρχει από θέληση, δεν υπάρχει όμως παρά τη θέληση,  ούτε ενάντια στην πρόθεσή Του. Γιατί όπως επιθυμεί την δική Του ουσίαν έτσι και ο Υιός ομοούσιος Αυτού, δεν είναι ανεπιθύμιτος εις Αυτόν.  Τον θέλει και τον αγαπά ο Πατήρ τον Υιόν και το  θέλειν του Θεού, κάποιος αν σκέφτεται με ευσέβεια, δεν πρέπει να το εννοήσει χωρίς βούληση. Και βέβαια ο Υιός αγαπήθηκε και θελήθηκε με την ίδια θέληση από τον Πατέρα που και αυτός ο ίδιος  αγαπά και θέλει και τιμά τον Πατέρα, και μία είναι η θέληση του Πατρός και του Υιού. Έτσι λοιπόν πρέπει να θεωρήσουμε τον Πατέρα εν τω Υιω. Κανένας λοιπόν δεν πρέπει να νομίζει ότι η θέληση στον Θεό προηγείται από την φύση, σύμφωνα με τον Ουαλεντίνον. Ασφαλώς δεν υπάρχει τίποτε ενδιάμεσο  μεταξύ Πατρός και Υιού  δηλαδή κάτι σαν  θέληση. Γιατί βέβαια θα ήταν τρελλός αυτός που εισάγει μεταξύ Πατρός και Υιού  θέληση και  σκέψη.  (κατα Αρειανών ΙΙΙ,LXVI )

Δηλαδή ο Μέγας αυτός Πατήρ μας λέει ότι η φύση δεν είναι αναγκαιότητα και εξηγεί το γιατί. Κατά τον Μεγα Αθανασιο, ο αυθορμητισμός της φύσεως δεν ελέγχεται ούτε καθορίζεται από τη θέληση, αλλά υπέρκειται της θελήσεως. Έτσι ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα είναι αγαθοί, όχι γιατί το διάλεξαν και το θέλησαν αλλά επειδή αυθορμήτως, ανάρχως και ελεύθερα η φύση τους εκδηλώθηκε έτσι, γι᾽αυτό ακριβώς και δεν υπάρχει ανάγκαιὀτητα ούτε στον Θεό, ούτε στον άνθρωπο. Και βέβαια δεν υπάρχει καμμιά ενδιάμεση θέληση, ακριβώς γιατί η φύση είναι αυθόρμητη, μα ο αυθορμητισμός αυτός της φύσεως, δεν είναι ούτε κατά της θελήσεως, ούτε και ακούσιος. Τηρώντας τις αναλογίες ας πάρουμε ένα παράδειγμα για να το καταλάβουμε καλύτερα. Αν κάποιος συζητά μ᾽ έναν συνάθρωπό του, εντελώς αυθόρμητα ακουμπά το χέρι στον ώμο του, εντελώς αυθόρμητα του σφίγγει το χέρι. Δεν το σκέφτηκε από πριν να το κάνει, δεν το αποφάσισε, μα εντελώς αυθόρμητα τον ακούμπησε. Και ο άλλος εντελώς αυθόρμητα απάντησε σ᾽ αυτή την κίνηση με το ίδιο τρόπο. Βέβαια αυτή η πράξη δεν είναι κατά της θελήσεως, ούτε και ακούσια. Γιατί η φύση και η ανθρωπίνη και η θεία δεν είναι μόνο εκούσια και αυτεξούσια, μα και αυθόρμητη.

Συνεχίζοντας ο μέγας αυτός Πατήρ, τονίζει, με ιδιαίτερο τρόπο, ότι κοινή και μία είναι η αγάπη του Πατρός και του Υιού. Επειδή λοιπόν είναι μία η θέληση και η αγάπη, με την ίδια θέληση και αγάπη που ο Πατέρας αγαπά και θέλει τον Υιόν με την ίδια θέληση και ο Πατήρ αγαπιέται και θέλεται από τον Υιόν. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι στην Παναγία Τριάδα δεν υπάρχει ο ερών και ο ερώμενος, δηλαδή αυτός που αγαπάει και αυτός που αγαπιέται. Αλλά, επειδή η αγάπη είναι κοινή και μοναδική, με την ίδια αγάπη που ο Πατήρ αγαπάει τον Υιόν και το Πνεύμα με την ίδια αγάπη αγαπιέται και από τους δύο. Δεν υπάρχει λοιπόν καμμιά αμοιβαιότητα στην Παναγία Τριάδα: γι᾽αυτό είναι ένας ο Θεός με τρία πρόσωπα που τα πάντα τα έχουν κοινά, εκτός από τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα. Δηλαδή η φύση είναι αυθόρμητη, αυτεξούσια (με ελευθέρα θέληση) και εκούσια.

Αργότερα άλλοι πατέρες της εκκλησίας θα επαναλάβουν αυτήν την απάντηση του μεγάλου Αθανασίου και θα καταλήξουν ότι: όχι μόνο η θεία και άκτιστη φύση είναι απαλλαγμένη από αναγκασμό, αλλά και η νοερά και κτιστή. Και αυτό είναι φανερό. Γιατί αφού ο Θεός είναι κατά φύση αγαθός κατά φύση δημιουργός και κατά φύση Θεός, όλα αυτά δεν υπόκεινται στην ανάγκη. Άλλωστε ποιός θα μπορούσε να εισαγάγει στον Θεό αυτή την ανάγκη;[22]και ο Μάξιμος ο ομολογητής λέει: αν το φυσικό ήταν αναγκασμένο τότε και ο Θεός που φυσικά είναι Θεός ,φυσικά αγαθός και φυσικά δημιουργός,  θα ήταν αναγκασμένος να είναι Θεός και αγαθός και δημιουργός. Επομένως αν κάποιος απλώς διανοηθεί να πει ποτέ κάτι τέτοιο αυτό συνιστά εσχάτη βλασθημία, γιατί ποιός θα μπορούσε να εισαγάγει στον Θεό αυτήν την ανάγκη;… βέβαια ο μακάριος Κύριλλος, στο τρίτο κεφάλαιο προς τις μέμψεις του Θεοδωρήτου, μας απάλλαξε από περιττά πράγματα διασαφηνίζοντας με μεγάλη ακρίβεια  ότι κανένα φυσικό δεν είναι ακούσιο στην νοερή φύση[23]. Και όποιος θέλει να μάθει περί τούτου ας πάρει να διαβάσει αυτό το κεφάλαιο.[24]

Δηλαδή όχι μόνο η θεία φύση δεν έχει τίποτε το αναγκαστικό, μα ούτε και η δική μας  που είναι κτιστή, γιατί κατά πρώτον η ανθρωπίνη φύση είναι αυθόρμητη. Επομένως δεν χρειάζεται προγενέστερη σκέψη και απόφαση για να είναι αυτό που ο Θεός την έκανε. Με άλλα λόγια δεν χρειάζεται μια προγενέστερη θέληση, για να είναι κανείς άνθρωπος, απλώς η φύση τον κάνει να είναι έτσι. Κατά Δεύτερον η  φύση είναι μια δωρεά του Θεού στον άνθρωπο, μια δωρεά που πηγάζει από την αμέτρητη αγάπη του Θεού και μια δωρεά αγάπης ποτέ δεν μπορεί να υπόκειται σε καμμία αναγκαιότητα, άρα είναι αυθόρμητη, αυτεξούσια και εκούσια. Αυτή η δωρεά αγάπης χαρίζει στον άνθρωπο την ύπαρξη  και τον κάνει να είναι αυτό που είναι, δηλαδή  ένα ελεύθερο προϊόν αγάπης, χωρίς εξαναγκασμούς και αναγκαιότητες»[25]

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Μένοντας στους Πατέρες και στον ορισμό που δίνουν καταλαβαίνουμε δύο πράγματα: Κατά πρώτον δεν είναι ποτέ δυνατόν ο άνθρωπος ότι και να κάνει να αλλοιώσει την φύση του. Μπορεί μόνο να προσθέσει σκουριά με την αμαρτία πάνω στην φύση αλλά δεν έχει από τον Θεό το δικαίωμα να την αλλάξει ριζικά και να την αλλοιώσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη μιλάμε πιά για ανθρώπινη φύση.  Για να το καταλάβουμε καλύτερα θα πρέπει να πούμε ότι ο Θεός μας δώρισε μία φύση που είναι γεμάτη από αρετές. Η αρετές λοιπόν κατά τους Πατέρας είναι φυσικές. Ο άνθρωπος δια της αμαρτίας δεν μπορεί ποτέ να καταργήσει τις φυσικές αρετές αλλά να τις καλύψει. Γι᾽αυτό άλλωστε χρειάζεται και η άσκηση για να μπορέσει ο άνθρωπος να βγάλει την σκουριά που έβαλε ο ίδιος πάνω στην φύση δια της αμαρτίας. Ας προσέξουμε την απάντηση που δίνει ο Μάξιμος ο Ομολογητής στον Πύρρο ο οποίος τον ερωτά: αν οι ιδιότητες της φύσεως είναι στον άνθρωπο βαλμένες  από την δημιουργία και δεν τις αποκτούμε με τον ασκητικό αγώνα και η αρετή είναι φυσική, τότε πώς κατακτάμε  τις αρετές που είναι φυσικές διαμέσου της κόπωσης και της άσκησηςκαι ο Μάξιμος απαντά:  Η άσκηση και ο αγώνας που την ακολουθεί προτάθηκαν από τους αγαπώντες την αρετή, μόνο και μόνο για να απομακρυνθεί το λάθος, που μπήκε μέσα στην ψυχή δια μέσου των αισθήσεων και όχι για να εισαγάγουμε πάλι απ᾽έξω την αρετή. Στην πραγματικότητα οι αρετές είναι μέσα στην φύση μας από την δημιουργία. Επομένως αμέσως μετά την αποκάκρυνση του λάθους, η ψυχή αποκαλύπτει την λαμπρότητα της αρετής φυσικά. Γιατί αυτός που δεν είναι ανόητος, είναι σοφός, αυτός που δεν είναι δειλός ή θρασύς είναι θαρραλέος, αυτός που δεν είναι ακόλαστος είναι εγκρατής, αυτός που δεν είναι άδικος είναι δίκαιος. Η φύση λοιπόν είναι σοφή, το φυσικό μέτρον της κρίσεως είναι δικαιοσύνη, ο φυσικός θυμός είναι ανδρεία, και η φυσική επιθυμία είναι εγκράτεια. Έτσι λοιπόν με την κατάργηση όλων των μη φυσικών δραστηριοτήτων, φανερώνονται μόνο οι ιδιότητες της φύσεως, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν βγάζουμε την σκουριά από την φύση που έχει καλύψει τον σίδηρο. Αποκαλύπτεται η λαμπρότητα και η καθαρότητα της φύσεως του σιδήρου.[26]

Η επιστήμη ότι πειράματα και να κάνει δεν μπορεί να αλοιώσει την φύση του ανθρώπου. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Αν αλλάξει τα γονίδια και εισάγει ένα γονίδιο που θα κάνει τον άνθρωπο πιο ανθεκτικό στις μεγάλες θερμακρασίες, αυτό θα σημαίνει ότι ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος; Για να το καταλάβουμε καλύτερα ας πούμε, ο άνθρωπος που παίρνει αναβολικά και μεγαλώνει τις επιδόσεις του, παύει να θεωρείται ανθρωπίνη φύση, παύει να θεωρείται άνθρωπος; Όχι βέβαια. Απαγορεύεται δεν είναι σωστο, είναι αλήθεια, όχι γιατί αλλοιώνεται η ανθρωπίνη φύση. Ποτέ δεν θα μπορέσει ο άνθρωπος να την αλλοιώσει δια της επιστήμης και τεχνολογίας. Πρώτα απ᾽όλα όλοι αυτοί που μιλάνε για DNA και αποκρυπτογράφυση του γεννετικού υλικού και αλλαγή αυτού του κώδικος σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη μιλάμε πια για άνθρωπο, δεν γνωρίζει καλά την επιστήμη και την έρευνα. Η επιστήμη είναι ένας δικός μας τρόπος για να βλέπουμε την πραγματικότητα, αλλά είμαστε σίγουροι ότι ξέρουμε να διαβάζουμε ακριβώς το DNA; Σας πληροδορώ όχι, επ᾽ουδενί. Δεν έχουμε την παραμικρή υποψία από πού θ᾽αρχίσουμε, προς το πιο μέρος θα πάμε δεξιά ή αριστερά, πάνω κάτω ενδιάμεσα και οι δυνατότητες είναι άπειρες. Μπορεί στο εργαστήριο  η βιολογική επιστήμη να βρίσκεται σε θέση να αποκρυπτογραφίσει τρεις βάσεις και να διατυπὠσει ότι αυτές οι τρεις βάσεις, (αδενίνη αδενίνη Θυμίνη για παράδειγμα) παράγουν μία πρωτείνη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πάντα η πληροφορία του DNA αντιγράφεται στον άνθρωπο ή στον πίθηκο κατά τον ίδιο τρόπο.Δύναται όμως και να μην αντιγράφεται καθόλου γιατί αναστέλλεται. Οι δυνατότητες είναι άπειρες και δεν υπάρχει δυνατότητα να κατανοηθεί το γεννετικό υλικό του ανθρώπου με απόλυτη ακρίβεια. Κι᾽αν ακόμη καταφέρει η επιστήμα να επιμηκύνει την ζωή του ανθρώπου γιατί αποκρυπτογράφησε την πληροφορία στο DNA και την άλλαξε τί σημαίνει αυτό; σημαίνει ότι αν ζει ο άνθρωπος 500 χρόνια είναι πιο άνθρωπος από αυτόν που ζει 80; Με την ίδια λογική ο σημερινός άνθρωπος που ζει πιο πολύ από τον άνθρωπο άλλων εποχών θεωρείται πιο άνθρωπος; Αν πάλι καταφέρει η βιολογία να κάνει τον μετά-άνθρωπο διανοητικά ανώτερο από τον σημερινό σημαίνει ότι γίνεται άλλος άνθρωπος διαφορετικός ή περισσότερο άνθρωπος; Με την ίδια λογική ένας άνθρωπος που πάσχει από άνοια παύει να είναι άνθρωπος; Τότε μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί:  θα πρέπει να συνεχισθούν αυτά τα πειράματα; είναι θεμιτά, δεν θα πρέπει να τεθεί ένα όριο και ποιό θα είναι αυτό το όριο; Το όριο που θέτει η πατερική παράδοση είναι τέλος στην αμαρτία και εδώ θα πρέπει να επεξεργασθούμε το δεύτερο μέρος:  τι σημαίνει αμαρτία για τους Πατέρες;  Αμαρτία είναι και αστοχία ο άνθρωπος αστοχεί και δεν μπορεί να φθάσει στον Θεό. Οδεύει σε μία διαφορετική κατεύθυνση που δεν τον οδηγεί πουθενά. Πώς γίνεται αυτό;

Ο άνθρωπος δεν ακολουθεί τη φυσικό θέλημα  που τον οδηγεί στον Θεό αλλά το δικό του το γνωμικό που τον απομακρύνει και τον κάνει ξένο του Θεού

Προσπαθεί λοιπόν να καταλάβει τα πάντα με το γνωμικό θέλημα. Και όταν ακολουθεί το γνωμικό θέλημα και όχι το φυσικό τόσο απομακρύνεται από τον Θεό και προσπαθεί να γίνει Θεός μόνος του. Αυτό λοιπόν κάνει η επιστήμη σήμερα. Απομακρύνει τον μετανεωτερικό άνθρωπο από την πηγή της ζωής και αντί να τον οδηγήσει  μέσα στον Θεό για να θεωθεί τον οδηγεί πολύ μακριά προς την καταστροφή, γιατί όσο και να προχωρήσει η επιστήμη δεν θα μπορέσει ποτέ  να κάνει τον άνθρωπο Θεό και να του δώσει την γνώση, την σωτηρία την ευτυχία την απόλαυση. Μακριά από τον θεό δεν υπάρχει τίποτε. Ούτε αλήθεια, ούτε ευτυχία, ούτε σωτηρία ούτε όντως ζωή. Να λοιπόν γιατί μόνο μέσα στην Πατερική Παράδοση υπάρχει η απόλυτος αλήθεια και όχι σε αμφίβολες επιστημονικές ανακαλύψεις που θ᾽αλλάξουν με την πάροδο του χρόνου.

Υπάρχει για τους Πατέρες καλυτέρευση της φύσεως του ανθρώπου μέχρι εκεί που ο νούς δεν μπορεί να καταλάβει. Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο Θεό. Ο άνθρωπος λοιπόν όταν ακολουθήσει το κέντρο της χριστιανικής ζωής που είναι ο Θεάνθρωπος εισέρχεται κατά χάριν εις την δόξαν του Θεού, εις την Βασιλεία του Θεού καλείται με άλλα λόγια να ζήσει την ίδια την ζωή του Θεού. Γένοιτο

[1] Επειδή δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε όλους τους Λατίνους θεολόγους και φιλοσόφους επιδεικτικά παίρνουμε τον Don Giuseppe ο οποίος είναι πρόεδρος του Λατινικού Πανεπιστημίου θεολογίας του Βορρά (Settentrionale)  και βοηθός επίσκοπος. Το βιβλίο που χρησιμοποίησα είναι Βιοηθική και ποστ ουμάνο. Bioetica e post umano: Prospettive Bioetiche.   Εκδοθέν 22 Απριλίου 2018 .Effata Editrice

2 Οι Λατίνοι θελόγοι επιμένουν και ομιλούν για αλλοίωση της ανθρωπίνης φύσεως ακολουθώντας τον Αυγουστίνο και τους σχολαστικούς θεολόγους  ο οποίος πιστεύει ότι με το προπατορικό αμάρτημα ο άνθρωπος αλλοιώνει ανεπανόρθωτα την φύση του.

3 Bioetica e post umano: Prospettive Bioetiche.   Εκδοθέν 22 Απριλίου 2018 . Effata Editrice. (58)

4 Bioetica e post umano: Prospettive Bioetiche.   Εκδοθέν 22 Απριλίου 2018 . Effata Editrice. (63)

5 Bioetica e post umano: Prospettive Bioetiche.   Εκδοθέν 22 Απριλίου 2018 . Effata Editrice. (63)

6 Bioetica e post umano: Prospettive Bioetiche.   Εκδοθέν 22 Απριλίου 2018 . Effata Editrice. (65)

7 Bioetica e post umano: Prospettive Bioetiche.   Εκδοθέν 22 Απριλίου 2018 . Effata Editrice. (102-103)

8 Bioetica e post umano: Prospettive Bioetiche.   Εκδοθέν 22 Απριλίου 2018 . Effata Editrice. (105)

9 Bioetica e post umano: Prospettive Bioetiche.   Εκδοθέν 22 Απριλίου 2018 . Effata Editrice (109)

10 Bioetica e post umano: Prospettive Bioetiche.   Εκδοθέν 22 Απριλίου 2018 . Effata Editrice (111-112)

11 βλέπε Ιωάννης Δαμασκηνός Εκδοσις ακριβής ορθοδόξου πίστεως. Εκδόσεις Πουρνάρα Θεσσαλονίκη σελίδα 242

12 Οὐσία δέ και ὑπόστασις ταύτην ἒχει την διαφοράν, ἣν ἒχει το κοινόν πρός τό καθ῾ἓκαστον, ὡς ἒχει τό ζῶον πρός τόν δεῖνα ἂνθρωπον. Δια τοῦτο οὐσίαν μέν μίαν ἐπί τῆς θεότητος ὁμολογοῦμεν, ὣστε τόν τοῦ εἶναι λόγον μή διαφόρως ἀποδιδόναι, ὑπόστασις δέ ἰδιάζουσαν, ἳν᾽ἀσυγχύτως ἡμῖν και τετρανωμένη ἡ περί Πατρός καί Ὑιοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος, ἒννοια ἐνυπάρχη μή γάρ νοούντων ἡμῶν τούς αφορισμένους περί ἓκαστον χαρακτῆρας, οἶον πατρότητα καί ὑιότητα καί ἁγιασμόν, ἀλλ᾽ἐκ τῆς κοινής ἐννοίας τοῦ εἶναι ὁμολογούντων Θεόν, ἀμήχανον ὑγιῶς τόν λόγον τῆς πίστεως ἀποδίδοσθαι χρή οὖν τῶ κοινῶ τό ίδιάζον προστιθέντας, οὓτω τήν πίστιν ὁμολογεῖν: κοινόν ἡ θεότης ἲδιον ἡ πατρότης, συνάπτοντος δέ λέγειν: πιστεύω εἰς ἓναν Θεόν Πατέρα και πάλιν ἐν τῆ τοῦ Ὑιοῦ ὁμολογία τό παρπλήσιον ποιεῖν, τῶ κοινῶ συνάπτειν τό ἲδιον καί λέγειν: Πίστεύω εἰς ἓναν Θεόν Ὑιόν, ὁμοίως καί ἐπί τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου κατά τό ἀκόλουθον τῆς ἐκφωνήσεως τήν προφοράν σχηματίζοντας λέγειν: Πιστεύω εἰς τόν Θεόν Πνεῦμα τό ἃγιον. Ὤστε δ᾽ὃλου καί την ἑνότητα σώζεσθαι ἐν τῆ τῆς μιῆς θεότητος ὁμολογία και τό τῶ προσώπων ἰδιάζον ὁμολογεῖσθαι ἐν τῶ ἀφορισμῶ τῶν περί ἓκαστον νοουμένων ἰδιωμάτων.  Μέγας Βασίλειος Επιστολή 236,6. PG 32,884

13 “Οι Άγιοι Πατέρες προσπερνώντας τις πολλές φλυαρίες, το κοινό που αποδίδεται σε πολλούς, δηλαδή το ειδικότατον είδος, το κάλεσαν ουσία και φύση και μορφή, όπως είναι ο άγγελος ο άνθρωπος, ο ίππος ο σκύλος και τα παρόμοια. Γιατί και η ουσία ετυμολογείται από το είναι και η φύση απο το πεφυκέναι και το είναι και το πεφυκέναι είναι το ίδιο. Αλλά και η μορφή και το είδος σημαίνουν το ίδιο με την φύση. Το μερικό το κάλεσαν άτομο και πρόσωπο και υπόσταση, όπως ο Πέτρος και ο Παύλος”. Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. ΕΠΕ 109 Εκδοτικός οίκος Βυζαντιον σελίς 114

14  το άτομο ήγουν την υπόστασιν. Δηλαδή το πρόσωπο ή άτομο είναι το ίδιο με την υπόσταση όπως πολύ σωστά αναφέρει ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Εκδοσις Ακριβής ορθοδόξου πίστεως 55, εκδόσεις Πουρναρα θεσσαλονίκη σελίς 248

15 “Η ιδιοπροσωπεια του νέου ελληνισμού»: συλλογή κειμένων. Ιδρυμα Γουλανδρη Χορν Αθηνα 1983. Σελίδα 314

16 Ζηζιούλας «Η ιδιοπροσωπεια του νέου ελληνισμού»: συλλογή κειμένων. Ιδρυμα Γουλανδρή Χορν Αθηνα 1983. Σελίδα 310

17 Γιανναράς αλφαβητάρι της πίστεως

18 EPISTULA   SYNODICA. Sophronius of Jerusalem and Seventh-Century Heresy.The Synodical Letter and Other Documents. Edited by Pauline Allen. Oxford Early Christian Texts.  Σελίδα 82 παράγραφος 2.2.6

19 Ζηζιούλας: « Η ιδιοπροσωπεία του νέου ελληνισμού»: συλλογή κειμένων. Ιδρυμα Γουλανδρή Χορν Αθηνα 1983. Σελίδα 318

20 “Τῶν τριῶν τοιγαροῦν ἐστί καί ἐκ τῶν τριῶν Πατρός Ὑιοῦ καί Πνεύματος αὓτη ἡ λαμπρότης ἡ δε φύσις τῶν τριῶν ἐστί αλλ’ οὒκ ἐκ τῶν τριῶν ἃπαγε τῆς δυσσεβείας».

21 Χρήστος Γιανναράς: Το αλφαβητάρι της πίστης σελίδα 52, 53

22 Δαμασκηνός ¨Εκδοσις ακριβής ορθοδόξου πίστεως. Εκδόσεις Πουρνάρα Θεσσαλονίκη σελιδα 269

23  Apologeticus contra Theodoretum pro XII capitibus, III, PG 76, 401D.

24 Disputatio cum Pyrrho, Διάλογος μετά Πύρρου PG 91, 293-296.

25 Γεώργιος Καραλής. Η Μωρία του Θεού και η σοφία του ανθρώπου. Εκδόσεις Αρμός Κεφ. 6 Σελίδα 76-101

26 Μάξιμος Ομολογητής. Διάλογος Προς Πυρρον. Μετάφραση στα Ιταλικά του ιδίου. Τίτλος βιβλίου. Η φωνή των Πατέρων. Θεματικό ανθολόγιο πατερικών κειμένων σελίδα 78. Η ασκησις, και οι ταυτη επομενοι πονοι, προς το μονον διαχωρισαι την εμφυρεισαν δι᾿ αισθησεως απατην τη ψυχη επενοηθησαν τοις φιλαρετοις· ου προς το εξωθεν προσφατως επεισαγαγειν τας αρετας· εκγειται γαρ ημιν εκ δημιουργιας, ως ειρηται· οθεν και αμα τελειως διακριθη η απατη, αμα και της κατα φυσιν αρετης την λαμπροτητα ενδεικνυται η ψυχη. Ο γαρ μη αφρων, φρονιμος· και ο μη δειλος η θρασυς, ανδρειος· και ο μη  ακολαστος, σωφρων· και ο μη αδικος, δικαιος. Κατά φύσιν δε  ο λόγος φρόνησις

εστι· και το κριτηριον, δικαιοσυνη, και ο θυμος, ανδρεια· και η επιθυμια, σωφροσυνη. Αρα τη αφαιρεσει των παρα φυσιν, τα κατα φυσιν και μονα διαφαινεσθαι ειωθεν· ωσπερ και τη του ιου αποβολη, η του σιδηρου κατα φυσιν αυγη και λαμπροτης.

*Ο Γεώργιος Ιωάννου Καραλής, γεννήθηκε στον Βόλο. Αν και ελκύστηκε από την θεολογία παιδιόθεν και υπήρξε μαθητής του αείμνηστου καθηγητού Ιωάννου Ρωμανίδου και του μοναχού Μάξιμου Λαυριώτου, σπούδασε Ιατρική και Χειρουργική στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας και εξειδικεύθηκε στην πυρηνική ιατρική. Διετέλεσε επί πολλά χρόνια διευθυντής του ορθόδοξου περιοδικού Italia Ortodossa, εκδίδοντας πλήθος θεολογικών άρθρων και μεταφράζοντας Πατέρες της Εκκλησίας στα Ιταλικά.

Πηγή: euxh.gr

orthodoxia.online