Δείτε τις προσφορές μας
ΑΠΟΨΕΙΣ

Κυριακή Β’ Λουκά – Μιχαήλ Χούλης

Κράτα γερά την πίστη
ΑΠΟΨΕΙΣ | Κυριακή Β' Λουκά - Μιχαήλ Χούλης, θεολόγος-καθηγητής
Προσφορές σε Εκκλησιαστικά & είδη για το σπίτι

Κυριακή Β’ Λουκά
Μιχαήλ Χούλης, θεολόγος-καθηγητής
ΑΓΑΠΗ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ, ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΕΧΘΡΟΥΣ
(κατά Λουκάν ευαγγέλιο 6, 31-36)

Αμέσως μετά τους Μακαρισμούς, ο Χριστός μίλησε στο λαό και είπε τα εξής βαρυσήμαντα:

«…Όπως σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι έτσι και εσείς να συμπεριφέρεστε σ’ αυτούς. Γιατί αν αγαπάτε μόνο αυτούς που σας αγαπούν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; …..Εσείς να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να κάνετε καλό και να δανείζετε εκεί που δεν περιμένετε επιστροφή και η ανταμοιβή σας θα είναι μεγάλη .….Μην κρίνετε και δεν θα κριθείτε. Μην καταδικάζετε και δεν θα καταδικαστείτε. Συγχωρείτε και θα συγχωρηθείτε. Δίνετε, για να δώσει και σε σας ο Θεός. Η δωρεά Του θα είναι άφθονη, πλούσια και τέλεια. Γιατί ό,τι μέτρο χρησιμοποιείτε για τους άλλους, το ίδιο θα χρησιμοποιήσει και για σας ο Θεός» (Λουκ. 6,31-38).

«Οι ελεήμονες θα ελεηθούν»: Τα αληθινά έργα αγάπης και αλληλεγγύης εξασκούνται από εκείνους που συμπονούν και αγαπάνε πραγματικά, χωρίς πλάγιες επιδιώξεις και ιδιοτελή κίνητρα. Αυτοί ανήκουν στην καλή μερίδα των παιδιών του Θεού και μιμούνται την Πρόνοια του Θεού, που αδιαλείπτως εργάζεται υπέρ του σύμπαντος κόσμου. Η κυρίως διδασκαλία του Χριστού υπήρξε το «αγαπάτε αλλήλους», το οποίο εφάρμοσαν όλοι οι άγιοι στους αιώνες. Με τα υλικά αγαθά συμβαίνει ό,τι και με τα πηγαδίσια νερά.

Όταν κινούνται και προσφέρονται στους άλλους τότε αξίζουν και καθίστανται χρήσιμα, όπως και τα νερά των πηγαδιών, που τόσο πιο άφθονα και καθαρά γίνονται όσο περισσότερο αντλούνται, αφού διαφορετικά βρωμίζουν και μολύνονται. «Όσοι ξέρουν πιο πολύ να δίνουν παρά να παίρνουν» ονομάζονται παιδιά του Θεού (Πράξ. 20,35): Οι άνθρωποι που προσφέρουν συνεχώς και θεωρούν χρέος τους να συντηρήσουν, χωρίς διακρίσεις, πτωχούς, ανήμπορους, ασθενείς, αγωνιστές σε δύσκολες περιόδους, όπως στα χρόνια π.χ. της Κατοχής. Οι ελεήμονες με την ευαίσθητη καρδιά.


Ο Απόστολος των εθνών ξεκαθαρίζει ότι ακόμη κι αν κάποιος ήταν άξιος να μιλήσει όλες τις γλώσσες των ανθρώπων αλλά και των αγγέλων, γνώριζε όλες τις επιστήμες και κατείχε όλες τις γνώσεις, ήταν ο μεγαλύτερος προφήτης και έκανε μάλιστα και μοναδικά θαύματα, μοίραζε σε αγαθοεργίες όλη του την περιουσία ή έδινε τη ζωή του ως μάρτυρας της πίστεως, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΑΓΑΠΗ, τότε σε τίποτα δεν θα τον ωφελούσαν όλα τα προτερήματά του και οι φιλανθρωπίες του, αφού δεν θα γνώριζε ή δεν θα κατόρθωνε να εντρυφήσει στην ρίζα και πηγή όλων των αρετών, την αγάπη.

Η αγάπη, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, είναι μεγαλύτερη ακόμη και από την πίστη και την ελπίδα. Διότι στην αιώνια ζωή η πίστη και η ελπίδα δεν θα χρειάζονται πια, αφού θα βλέπουμε το Θεό πρόσωπο με πρόσωπο και θα βιώνουμε συνεχώς την άκτιστη δόξα Του. Η αγάπη όμως θα παραμένει ως τρόπος ζωής των αναγεννηθέντων και υιοθετηθέντων στο όνομα του Ιησού Χριστού παιδιών του Ουράνιου Πατέρα.


Στους φιλοχρήματους ταιριάζει πολύ η παραβολή του ‘άφρονα πλουσίου’ (Λουκ. 12,13-21). Γι’ αυτό ο Ιησούς προτείνει στον ευσεβή άρχοντα, ως τέλεια χριστιανική ζωή, και ψυχική αποδέσμευση από την υποδούλωση στην ειδωλολατρία των χρημάτων, το να πουλήσει τα υπάρχοντά του, να δώσει τα χρήματα στους φτωχούς και να Τον ακολουθήσει. «Έτσι θα έχεις», του λέει, «θησαυρό κοντά στο Θεό» και όχι απλά κοσμικό θησαυρό, που είναι εντελώς προσωρινός και δεν τελειοποιεί τον άνθρωπο, ούτε φυσικά τον οδηγεί στον Ουρανό. Εξάλλου, «ευκολότερο είναι να περάσει μια καμήλα μέσα από τρύπα βελόνας, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού», επισημαίνει και πάλι ο Χριστός. Και αυτό συμβαίνει εξαιτίας της απόλυτης εξάρτησης των φιλοχρήματων και της εγωιστικής τους αυτάρκειας που δημιουργεί η σχέση με τα πλούτη τους (Λουκ. 18, 18-27).


Η Επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου, η εντολή του Χριστού «ίνα αγαπάμε αλλήλους», η υπέροχη παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, που επισημαίνει ποιος αγαπά πραγματικά και ποιος προφασίζεται ιδιοτελώς την αγάπη, τα λόγια του Χριστού πάνω στον Σταυρό:

«Πατέρα, συγχώρησέ τους, δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23,34), η συγχώρεση από τον πρωτομάρτυρα Στέφανο όσων τον λιθοβολούσαν και τελικά τον φόνευσαν (Πράξ. 7,60), η αγάπη και προς τους εχθρούς ως κύριο χαρακτηριστικό της ζωής των πρώτων χριστιανών, καθώς και η φυγάδευση από τον άγιο Διονύσιο Ζακύνθου, τέλος 16ου αι., του ίδιου του φονιά του αδελφού του, φανερώνουν ότι χωρίς αγάπη δεν υπάρχει γνήσια χριστιανική ζωή, παρά μόνο μια πλαστή και ιδεολογική απομίμησή της. Όταν αγαπά κάποιος τον Θεό, οφείλει να αγαπά και την εικόνα Του, που είναι ο συνάνθρωπος. Διότι δεν μπορεί να ισχυρίζεται κάποιος ότι αγαπά τον Θεό, που άλλωστε εξωτερικά δεν τον βλέπει, και να μην δείχνει την αγάπη του στους διπλανούς του (ή πολύ χειρότερο να τους μισεί), όταν εξάλλου κάθε μέρα τούς συναντά και μάλιστα τους συναναστρέφεται (Α΄ Ιω. 4,19-21).

Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Χριστού, ο οποίος έγινε άνθρωπος για να ευεργετήσει, να συνδράμει και να θεραπεύσει τους πάντες (Πράξ. 10,38). Αυτός είναι ο μόνος ιατρός ψυχών και σωμάτων, που με το Σταυρικό Του θάνατο δίδαξε όχι μόνο πως το να συγχωρούμε είναι η θύρα για τον Παράδεισο και την λύτρωση, αλλά και ότι η αγάπη είναι κατεξοχήν προσφορά και θυσία και όχι μόνο λόγια και επιδερμική νουθεσία. Τέλος, αγάπη προς το Χριστό σημαίνει να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές και διδαχές Του. Διότι όποιος μένει πιστός σε ό,τι δίδαξε ο Χριστός, αυτός έχει κοινωνία και με τον Πατέρα και με τον Υιό (Β΄ Ιω. 4-9) και με το άγιο Πνεύμα.

Μιχαήλ Χούλης, θεολόγος-καθηγητής

Evagelidis

Καραμανλής – Εκκλησιαστικά