ΑΠΟΨΕΙΣ

20 Ιουλίου 1974 – Η μαύρη ημέρα της τουρκικής εισβολής και το προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου

20 Ιουλίου 1974 - Η μαύρη Ημέρα της τουρκικής εισβολής και το προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου
Μητροπολίτης Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτης: 20 Ιουλίου 1974 - Η μαύρη Ημέρα της τουρκικής εισβολής και το προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου

Σήμερα, συμπληρώνονται 46 χρόνια από το 1974, που έγινε η βάρβαρη εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο. Ήμουνα τότε 13 χρονών και μπορούσα να καταλάβω πολλά πράγματα, φυσικά όσα μπορεί να καταλάβει ένα παιδί. Είχε ήδη προηγηθεί το προδοτικό πραξικόπημα σε βάρος του Εθνάρχη Μακαρίου, ή μάλλον σε βάρος της Κύπρου, σε βάρος του Ελληνισμού. Όταν έγινε το πραξικόπημα, θυμάμαι ότι υπήρχε παντού μια ανησυχία. Το βράδυ της Κυριακής, στις 14 Ιουλίου, πριν την ημέρα του πραξικοπήματος, τη Δευτέρα 15 Ιουλίου, ο Μακάριος βρισκόταν στην προεδρική κατοικία στο Τρόοδος.

Στο Μετόχι του Κύκκου, όπου τότε έμενα ως δόκιμος της Μονής, έμεναν προσωρινά κι οι άνδρες του Λόχου του Εφεδρικού με επικεφαλής τον Τσαγγάρη. Φαίνεται ότι περίμεναν εκδήλωση του πραξικοπήματος το βράδυ, γιατί γύρω στις 8.00 το πρωί επέστρεφαν στο Μετόχι κουρασμένοι, επειδή έμειναν έξω παρακολουθώντας τις πύλες των στρατοπέδων. Τελικά οι άπειροι Ελληνοκύπριοι άνδρες του εφεδρικού έπεσαν στην φάκα των καλαμαράδων αξιωματικών που τέλειωσαν επαγγελματικές πανεπιστημιακές στρατιωτικές σχολές. Αυτοί οι θεομπαίχτες και απατεώνες 200 αξιωματικοί από την Ελλάδα που δεν εκπροσωπούσαν τον Ελληνικό Λαό, αλλά τους «παράφρονες των Αθηνών» κατά τον Πρωθυπουργό Στασινόπουλο (τα μέλη της Χούντας των Αθηνών) προετοίμασαν με την εσχάτη προδοσία τους προς την Πατρίδα την εύκολη επέλαση των Τούρκων στην Κύπρο.  Οι ελλαδίτες αξιωματικοί, πράγματι αιφνιδίασαν του πάντες. Γύρω στις 8.00 το πρωί πέρασε κι η πομπή του Μακαρίου, επιστρέφοντας από το Τρόοδος για το Προεδρικό. Όλοι νόμιζαν ότι η κρίση ξεπεράστηκε. Στις 8.20 ξεκίνησε το πραξικόπημα. Τους πιάσανε όλους στον ύπνο. Στο Μετόχι ένα πολυβόλο που βρισκόταν στην οροφή μόνο του, ήταν η μόνη απειλή για τους πραξικοπηματίες της ΕΛΔΥΚ, που περνούσαν μπροστά από το Μετόχι για να αποκλείσουν τη πίσω μεριά του Προεδρικού. Κάπου οι καλαμαράδες τα έκαναν θάλασσα. Τα τανκς είχαν μηχανικές δυσκολίες και κάπου καθυστέρησαν.

Ο Μακάριος με το ζόρι δέχθηκε να φύγει από το Προεδρικό με τον όρο να τον φέρουν προσωρινά στο Μετόχι του Κύκκου για να δει τι θα γίνει. Δεν κατάλαβε τη σοβαρότητα του πραξικοπήματος. Ο Μακάριος δεν πίστευε ότι η Χούντα των Αθηνών θα προχωρούσε σε πραξικόπημα, πίστευε ότι οι δικτάτορες είχαν μέσα τους ακόμη ίχνη πατριωτισμού και εθνικής ευθύνης, γιατί απόπειρα πραξικοπήματος σήμαινε ότι έδιναν κάποια νομική δικαιολογία στη βάρβαρη Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο και να μας καταστρέψει όλους. Αλλά ακόμη κι όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, ο Μακάριος την πάτησε, νόμιζε ότι δεν ήταν σοβαρά οργανωμένο, κι εμπιστευόταν τους άπειρους άνδρες ασφαλείας του, ότι μπορούσαν να το καταστείλουν. Ήσαν όλοι άσχετοι, όχι γιατί δεν ήσαν πιστοί σε δημοκρατικές αρχές και στο Μακάριο, αλλά γιατί δεν ήταν εκπαιδευμένοι για την αντιμετώπιση στρατιωτικού πραξικοπήματος. Φαντασθείτε ένα Πρόεδρο με μια ισχυρή κυβέρνηση που εκλεγόταν με πάνω από 90% του εκλογικού σώματος, να μη μπορεί να ελέγχει το στρατό της Χώρας. Ο στρατός έγινε ένα επικίνδυνο καρκίνωμα που τελικά πρόδωσε αυτόν που έπρεπε να προστατεύει, τον Ελληνικό Κυπριακό Ελληνισμό και τον Πρόεδρο της Χώρας.

Εκεί στο Προεδρικό βρισκόταν τυχαία κι ο μετέπειτα Πατριάρχης Αλεξανδρείας μακαριστός Πέτρος, που ως Αρχιμανδρίτης στην Ελληνική Παροικία του Καΐρου, συνόδευε μικρά παιδιά του Απόδημου Ελληνισμού για να συναντήσουν τον Μακάριο. Ο Μακάριος όσο απασχολημένος και να ήταν, πάντα έβρισκε χρόνο για τα παιδιά, ήταν οι στιγμές που αναπαυόταν ψυχικά, πνευματικά, σωματικά. Κοντά στα παιδιά και στην αθωότητα τους, ζούσε μέσα στο περιβάλλον της παρουσίας του Θεού, της αγάπης και της ειρήνης. Κι όταν συναντούσε πολιτικούς, όπως τους δικτάτορες και τον Κίσινγκερ, αρρωστούσε. Αντιμετώπιζε ζωντανό μπροστά του τον διάβολο, και την κακία, το μίσος και την αδικία. Τελικά την καρδιά του δεν την λύγισαν τα τανκς, αλλά οι φορείς του διαβόλου που συναντούσε στη Μεγάλη Πορεία του να σώσει την Κύπρο, αλλά και για να προστατευθούν όλοι οι αδικημένοι άνθρωποι, για να επικρατήσει παντού η κοινωνική δικαιοσύνη και η παγκόσμια ειρήνη.

Όταν λοιπόν, ο Μακάριος ήταν έτοιμος να μπει μέσα στο Μετόχι, κυνηγημένος από τους άφρονες πραξικοπηματίες, αρχίσαμε να φωνάζουμε, έρχονται τα τανκς, φύγετε. Ανάμεσα σ’ αυτούς που έκαναν την επίθεση στο Προεδρικό μαζί με την 32α μοίρα των Καταδρομών Λοκατζήδων, ήταν κι ο μεγαλύτερος αδελφός μου, που του έκαναν πλύση εγκεφάλου οι Χουντικοί αξιωματικοί της Αθήνας ότι με τη δολοφονία του Μακαρίου θα έσωζαν την Κύπρο. Το πραξικόπημα τελικά πέτυχε στην ανατροπή των πάντων, γιατί εκτός από τους 200 ελλαδίτες αξιωματικούς της Ελλάδος, συμμετείχαν και 5.000 Κύπριοι, εοκαταβιτζήδες, όχι της Ε.Ο.Κ.Α. που είναι ιστορικά η ηρωική έκφραση του λαού μας, αλλά αυτής που αποκαλούσαν Ε.Ο.Κ.Α. Β΄. Η πρώτη αγωνιζόταν να φύγουν οι Αποικιοκράτες τύραννοι Βρετανοί και να γίνει η ενσωμάτωση του νησιού με την Ελλάδα, η Ένωση. Η δεύτερη ως τρομοκρατική και εγκληματική οργάνωση με κάθε μορφή βίας εναντίον του Λαού, να φέρει τους χειρότερους και πιο βάρβαρους εχθρούς, τους Τούρκους, στην Κύπρο. Τελικά ο Μακάριος, κυνηγημένος μέσα στη χώρα που ο λαός τον εξέλεξε Πρόεδρο, μέσα από τα βουνά, έφθασε εκεί που βρήκε προστασία, όταν έμεινε ορφανός, όταν έχασε τη μητέρα του, έφθασε στην Ιστορική Μονή της Παναγίας του Κύκκου, εκεί που μετά επέλεξε ν’ αναπαυθεί για πάντα, όταν ο Θεός τον κάλεσε κοντά του με τον πρόωρο θάνατο του στις 3 του Αυγούστου του 1977, σε ηλικία 64 χρονών από καρδιακή προσβολή.

Στο μεταξύ δύο νεαροί διάκονοι, ο Αγαθάγγελος κι ο Ιγνάτιος, σήμερα κι οι δύο λαϊκοί, ο πρώτος θεολόγος κι ο δεύτερος δικηγόρος, ο ένας από το Τρίκωμο κι ο άλλος από το Μιλικούρι, έσωζαν τη τιμή του Αρχηγού και του Υπαρχηγού της ΕΟΚΑ του 55. Ως γνωστόν ο Διγενής καταγόταν από το Τρίκωμο κι ο Υπαρχηγός της ΕΟΚΑ Γεωργιάδης από το Μιλικούρι. Αυτοί οι δύο νεαροί με δύο άλλους, δύο νεαρούς τον Ανδρέα Μουζούρη και τον Γιώργο Κυριάκου, από τη Παναγιά, που η Μονή πρόσφερε φιλοξενία να τελειώσουν το σχολείο, όταν είδαν τα τανκς της ΕΛΔΥΚ να περνούν μπροστά από το Μετόχι για να μπλοκάρουν τη φυγή του Μακαρίου, έστω κι αν είχαν μεσάνυχτα από οπλικά συστήματα, κατάφεραν να ενεργοποιήσουν το πολυβόλο στην οροφή του Μετοχίου και ν’ αρχίσουν ριπές προς τα τανκς. Ήταν τρία, συνοδευόμενα από τους οπλίτες της ΕΛΔΥΚ. Κατάφεραν με λίγες σφαίρες να τα σταματήσουν. Το πολυβόλο έπαθε εμπλοκή κι αυτοί τρεχάτοι έτρεξαν μακριά μέσα στις πορτοκαλιές να κρυφτούν. Οι στρατιώτες φοβισμένοι, οργανώθηκαν για μάχη και μας άρχισαν την επίθεση. Μαζευτήκαμε όλοι στο Ηγουμενείο. Ο μόνος που σκέφτηκε έξυπνα για να μη κινδυνεύει, ήταν ο μακαριστός Ιερομόναχος Οικονόμος της Μονής Κλεόπας που πήγε μέσα στο Ιερό του Ναού του αγίου Προκοπίου, το πιο ασφαλές μέρος,. Και πολλοί που τον θεωρούσαν ελαφρόμυαλο διεψεύσθησαν. Τελικά απέδειξε ότι είχε πολύ περισσότερο μυαλό απ’ όλους μας. Ακούγαμε τους κρότους των τανκς και στην συνέχεια τους απέναντι μας τοίχους του Μετοχίου να πέφτουν. Κι ο μακαριστός Αρχιμανδρίτης Χριστόφορος, ο θείος του Αρχιεπισκόπου μονολογούσε με πόνο, «καταστρέφουν το Μοναστήρι μας». Μερικοί άνδρες ασφαλείας του Εφεδρικού, γύρω στους έξι που έκοψαν μαζί μας, έτρεχαν να κρυφτούν, έβγαλαν τα σήματα της αστυνομίας, άλλαζαν ρούχα να μην αναγνωρισθούν ως αστυνομικοί, πέταξαν τα όπλα τους στην πίσω μεριά του κτιρίου κι άρχισαν ρυθμικά να φωνάζουν προς τους πραξικοπηματίες, «αδέλφια είμαστε μαζί σας» και χωρίς να ντρέπονται γύρισαν σε μας και μας έλεγαν, « μόλις παντρευτήκαμε, έχουμε παιδιά, είμαστε αρραβωνιασμένοι, πρέπει να ζήσουμε».

Ανοίξαμε το ραδιόφωνο κι ακούσαμε την είδηση ότι «ο Μακάριος είναι νεκρός». Μέχρι τότε κι ο ηλικιωμένος Ηγούμενος και Γέροντας μου Χρυσόστομος, αυτός που ανέδειξε τον Μακάριο ως Μητροπολίτη Κιτίου, ως Αρχιεπίσκοπο, αλλά κι ως Πρόεδρο της Κύπρου, εκεί που τον έβλεπες φοβισμένο με μεγάλη αγωνία, μόλις άκουσε ότι ο Μακάριος είναι νεκρός, το πίστεψε, όπως το πιστέψαμε όλοι μας. Ο θάνατος τον αγρίεψε, άλλαξε θέση κι ήρθε προς το γραφείο του, εκεί που ήμουνα κρυμμένος ως το φοβισμένο ποντίκι που το κυνηγούσαν χίλιοι αγριόγατοι. Όπως άπλωσε τα πόδια του κάτω από το γραφείο κι άγγιξαν το μαζεμένο κορμί μου, ξέσπασε πάνω μου δίνοντας μου μια κλωτσιά, που τον εμπόδιζα ν’ απλώσει με άνεση τα πόδια του. Αφού ο Μακάριος είναι νεκρός όλα τα άλλα δεν είχαν νόημα γι’ αυτόν. Σαν να μου έλεγε, «βγες έξω τώρα, όλα τελείωσαν, ο Μακάριος είναι νεκρός, δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε». Ήταν η κρίσιμη ώρα που χωρίς να το καταλάβω κι εγώ αισθάνθηκα δυνατός, μου έφυγε ο φόβος και βγήκα έξω. Πριν προλάβω να ανασάνω από το τρέμουλο του φόβου, κάποιος απ’ όλους εκείνους που ήταν στο Ηγουμενείο, πρότεινε να βγω έξω μ’ ένα λευκό ρούχο για να μη μας σκοτώσουν. Ήμουν ο πιο μικρός, 13 χρονών. Όλοι συμφώνησαν, θα δουν τον μικρό, θα συγκινηθούν και θα σταματήσουν, θα γλιτώσουμε. Ο φόβος μου είχε φύγει. Μου άρεσε η ιδέα ότι θα βοηθούσα τη κατάσταση, ή μάλλον για να είμαι ειλικρινής προθυμοποιήθηκα να το κάνω γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω ότι κινδύνευε η ζωή μου. Άλλωστε όπως στο σινεμά, στα βιβλία του Μικρού Ήρωα, ποθούσα χωρίς να το καταλάβω να ζήσω μάχες. Κάποιος έβγαλε την άσπρη φανέλα του και μου την έδωσε. Ήταν ο νεαρός μαθητής Αντώνης από το Μιλικούρι που ήρθε να επισκεφθεί τον αδελφό του Ιεροδιάκονο Ιγνάτιο.

Όλοι με κοιτούσαν που προχωρούσα προς την βεράντα. Τότε τους είδα όλους φοβισμένους να απομακρύνονται πιο πίσω, να σκύβουν και να κρύβονται. Κατάλαβα ότι κινδύνευα, προχώρησα στα τυφλά με τα μάτια μου σε επιφυλακή να δω τι συμβαίνει μπροστά μου. Πριν προλάβω να βγω στη βεράντα, είδα τους στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ φορτωμένους με ταινίες από σφαίρες και με πολυβόλα και μπρεν, να κτυπούν αδιάκριτα στα τυφλά παντού. Ο φόβος μήπως σκοτωθούν τους έκανε να κτυπούν παντού με πάθος. Είδα την πρόθεση κάποιου να γυρίζει το πολυβόλο προς εμένα. Σε κλάσματα δευτερολέπτου έπεσα κάτω στα τέσσερα. Το μικρό μάρμαρο περίπου ενός ποδιού μπροστά στη βεράντα και το μικρό μου βάρος, που ήταν κάτω από 45 κιλά, με έσωσαν. Οι σφαίρες διέσχισαν τα μαλλιά μου και σφηνώθηκαν στον τοίχο του Ηγουμενείου. Ακίνητος και σιωπηλός, δεν κατάλαβα προς στιγμή αν ήμουνα ζωντανός ή νεκρός.

Πρέπει μέσα από την εμπειρία του θανάτου να έδωσα την εντύπωση σ’ αυτούς που έβλεπαν από πίσω ότι ήμουνα νεκρός, γιατί συνήλθα όταν άκουσα να λένε  στενοχωρημένους «σκότωσαν το Γιορκούϊ», κι η αγωνία τους κι ο φόβος τους μεγάλωναν   ότι σε λίγο θάρθει κι η σειρά τους. Εγώ δεν είχα σκοπό να γίνω ήρωας, είχα όνειρα και ήθελα να ζήσω. Κι όμως οι άνθρωποι το έχουν συνήθεια μετά όταν σκοτωθείς τόσο άδικα και χωρίς να το επιδιώξεις να σε λένε ήρωα. Βρίσκουμε πολλούς τρόπους να παρηγορούμε τους εαυτούς μας για τα θύματα απάνθρωπων εγκλημάτων. Οι άνδρες του Εφεδρικού, γύρω στους έξι, μας βοήθησαν με τις πιο δυνατές φωνές τους για να ακούσουν οι πραξικοπηματίες  «αδέλφια, είμαστε μαζί σας», να σταματήσουν οι ριπές. Όταν είδαν κι οι καλαμαράδες ότι μόνο αυτοί πυροβολούσαν, σταμάτησαν. Μας έδωσαν οδηγίες να βάλουμε τα χέρια στο κεφάλι και να βγούμε έξω. Τότε κύλησα και εγώ από τη βεράντα προς τα μέσα. Συνειδητοποιούσα ότι ήμουνα ζωντανός και το κυριότερο ούτε τραυματίας. Δεν το πίστευαν οι γύρω μου. Έλεγαν όλοι, «ο μικρός είναι ζωντανός». Η Παναγία του Κύκκου μας έσωσε. Ο αδελφός μου ήταν μέσα σ’ αυτούς που έκαναν την επίθεση με τους λοκατζήδες στο Προεδρικό, εγώ μέσα σ’ αυτούς που δέχονταν την επίθεση. Είχαμε να κάνουμε με εμφύλιο πόλεμο που αφήνει μόνο ηττημένους με νικητή τον εχθρό που θέλει να μας αφανίσει όλους, τους Τούρκους.

Και την πληρώσαμε ακριβά. Οι διακόσιες χιλιάδες πρόσφυγες, οι δέκα χιλιάδες νεκροί, οι αγνοούμενοι, τα σκλαβωμένα εδάφη μαρτυρούν ακόμη μετά τη παρέλευση τόσων ετών την μεγάλη τραγωδία μας. Αρκετοί  Χριστιανικοί ναοί μας μετατράπηκαν από τους εισβολείς σε μουσουλμανικά τζαμιά.
Απόφευγα να γράψω γι’ αυτές τις τραυματικές εμπειρίες. Όταν όμως άκουα σε Συνέδριο για την Παγκόσμια Ασφάλεια,  στην Ουάσιγκτον, τον Υποδιευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ στο τμήμα του ελέγχου των παράνομων όπλων, να τονίζει πως μπορεί να ενισχυθεί η  παγκόσμια ασφάλεια και να περιορισθεί η εγκληματικότητα, ιδιαίτερα στην Αφρική, έκανε αναφορά στην ευαισθησία της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών με τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας, που να απαγορεύεται αυστηρά η πώληση όπλων εκεί που απειλείται η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην ερώτηση μου, τι γίνεται σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται Αμερικάνικα όπλα για την καταπάτηση των Αρχών των Ηνωμένων Εθνών, όπως έγινε το 1974 με την υπόθεση της Κύπρου από τους Τούρκους, περιορίσθηκε να τονίσει ότι το θέμα είναι πολιτικό. Αυτή είναι η Αμερική.

Στο κάτω κάτω, εμείς μόνοι μας τα κάναμε θάλασσα με τον εθνικό διχασμό και το πραξικόπημα, γιατί να περιμένουμε από τους ξένους να μας σώσουν. Το μίσος των καλαμαράδων στρατιωτών της ΕΛΔΥΚ ήταν απερίγραπτο, έσπαζαν τις πόρτες των δωματίων των πατέρων της Μονής και πυροβολούσαν με μανία, μίσος και κακία τη φωτογραφία του Μακαρίου. Κι ο Ρίτσος, εκφράζοντας τη φωνή του Ελληνικού Λαού έγραφε για τον Εθνάρχη Μακάριο «και κείνη άμωμη μορφή που λειτουργούσε τ’ άγια». Μας  έβαλαν το πιστόλι στο κεφάλι τραβώντας τον δράκο πίσω και δύο άλλοι καλαμαράδες όπλισαν τα αυτόματα τους αγγίζοντας τα πάνω μας να τους πούμε που υπάρχουν όπλα.  (στον πατέρα Στέφανο Κυκκώτη, στο τότε Σάββα και σε μένα). Όταν καταλάβαμε ότι είχαμε να κάνουμε  με τρελούς και παρανοϊκούς για να τους ξεφύγουμε, τους οδηγήσαμε στην Αποθήκη με τα βιβλία της ιστορίας της Μονής κι όταν οι άφρονες έτρεξαν να ανοίξουν τις κάσες, εμείς γίναμε καπνός. Η κάθε στιγμή σημαδευόταν με τη παρουσία του θανάτου, για ένα τίποτα, κινδυνεύαμε συνέχεια.

Νεαροί φανατικοί καλαμαράδες που ήρθαν τάχα να μας προστατέψουν μας απειλούσαν να μας σκοτώσουν. Το βράδυ για λόγους ασφαλείας αποφασίσαμε όλοι να την βγάλουμε ξαπλωμένοι στο μεγάλο σαλόνι του Ηγουμενείου. Ο κίνδυνος του θανάτου δεν είχε περάσει. Το κατάλαβα όταν την επομένη πήγα στο δωμάτιο μου να πάρω κάτι το οποίο ήταν προς τα φώτα του Μετοχίου. Το βράδυ τους έριχναν μπαζούκες οι άνδρες του Λυσσαρίδη, όπως μας είπαν, κι οι πραξικοπηματίες, από φόβο πυροβολούσαν τα φώτα στους δρόμους για να μην είναι στόχος. Ανάμεσα στα πολλά πυρά, μερικές σφαίρες που κάνουν και έκρηξη, διέλυσαν κυριολεκτικά το μαξιλάρι μου και το κρεβάτι μου. Αν τη γλίτωσα παρά τρίχα κατά την πρωινή επίθεση, σίγουρα δεν θα γλίτωνα το βράδυ αν πήγαινα να κοιμηθώ στο κρεβάτι μου. Τόσο κοντά η ζωή και ο θάνατος. Και να άξιζε να πεθάνεις για κάποιο σκοπό, θα μπορούσε κάποιος να βρει κάποια δικαιολογία. Στην περίπτωση τη δική μας είχαμε να κάνουμε με τρελούς και παρανοϊκούς. Ο Θεός κι η Παναγία του Κύκκου μας έσωσαν. Τη δεύτερη ημέρα του πραξικοπήματος είχαν αρχίσει να φέρνουν με στρατιωτικά λαντρόβερς τους Μητροπολίτες με τα ρούχα που φορούσαν. Τελικά μας πληροφόρησαν ότι όλοι μας είμαστε υπό περιορισμό. Τους έξι-εφτά άνδρες του Εφεδρικού τους κλείδωσαν σ’ ένα δωμάτιο. Μέχρι να τους μεταφέρουν σε άγνωστο για μας μέρος. Πήγα κρυφά από το μέσα μέρος που δεν μπορούσαν να με δουν οι πραξικοπηματίες και τους έδωσα μέσα από τα σίδερα του παραθύρου καρπούζι, νερό και τσιγάρα. Λόγω της μικρής ηλικίας μου δεν με θεωρούσαν επικίνδυνο.

Έτσι όταν το κέρφιου της κυκλοφορίας τερματίστηκε μ’ άφησαν, μόνο εμένα, να βγω έξω από το Μετόχι για να πάω στο διπλανό σούπερμαρκετ του Χαραλαμπίδη, να αγοράσω για τους συλληφθέντες Μητροπολίτες ψωμί και νερό, μας έσπασαν και τις σωλήνες. Τα τηλέφωνα δεν δούλευαν, μας τα έκοψαν. Όταν βγήκα έξω κι είδα πως φαινόταν απ’ έξω το Μετόχι, όλοι οι τοίχοι μισοχαλασμένοι με μεγάλες τρύπες, κατάλαβα το χαλασμό που είχε γίνει. Όλοι νόμιζαν ότι σκοτωθήκαμε όλοι μας. Τελικά τραυματίστηκε μόνον ένας  στρατιώτης της ΕΛΔΥΚ από τα δικά τους πυρά από κάποια σύγχυση μεταξύ τους. Από μας ουδείς. Δυστυχώς την πρώτη ημέρα της εισβολής αυτός ο Λόχος της ΕΛΔΥΚ, όπως μας είπαν, στην πομπή τους προς την Κερύνεια, δέχθηκαν αεροπορική επίθεση από τους Τούρκους εισβολείς με πολυβόλα, όπου πολλοί σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Δεν ξέρω αν αυτό συνέβη γιατί ασέβησαν στο Μοναστήρι της Παναγίας, ξέρω όμως ότι κατέκλεψαν από τα δωμάτια των πατέρων της Μονής ό,τι μπορούσαν. Κι όταν έφυγαν οι καλαμαράδες κι ήρθαν νεαροί δεκαοκτάχρονοι στρατιώτες Κύπριοι, αυτοί ήταν χειρότεροι, λεηλατούσαν τα πάντα κι έκλεβαν τα πάντα, έσπαζαν ακόμη και τα προσωπικά αυτοκίνητα των ανδρών του Εφεδρικού που ήταν παρκαρισμένα στην αυλή του Μετοχίου, αφαιρώντας τα ραδιόφωνα και τα κασετόφωνα. Μια μεγάλη αποθήκη που ήταν γεμάτη με καρπούζια και χαλούμια και μπορούσαμε να τρώμε όλοι καθημερινά, ξαφνικά μόλις ήρθαν οι Κύπριοι στρατιώτες τα κατακλέψανε όλα. Δεν έμεινε τίποτα.

Και ξαφνικά, το Σάββατο, στις 20 Ιουλίου πολύ πρωί, μπήκε μέσα στο Ηγουμενείο αναστατωμένος ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α’, τότε ως Μητροπολίτης Πάφου, φωνάζοντας με τρόμο και φόβο και αγωνιά ότι «η Τουρκία έκανε απόβαση». Δυσκολεύθηκα να καταλάβω τη λέξη «απόβαση». Όταν είδα αεροπλάνα να πετούν πάνω από τη Λευκωσία και να ρίχνουν βόμβες, κατάλαβα ότι είχαμε πόλεμο, η Τουρκική εισβολή άρχισε. Μερικοί νεαροί μαθητές που έμεναν στο Μετόχι, πήγαν στο διπλανό σχολείο του Κύκκου και πήραν όπλα για να πάνε προς τον Πενταδάκτυλο να πολεμήσουν τους Τούρκους(οι μετέπειτα στρατιωτικοί Γιώργος Κυριάκου, Σπύρος Μουζούρης από Παναγιά και μερικοί άλλοι). Πριν να ξεκινήσουν όμως ήρθαν στο Μετόχι κι άρχισαν να ρίχνουν ριπές για να μας δείξουν ότι κρατούσαν όπλα. Παντού υπήρχε σύγχυση, κι ο οργανωμένος Τουρκικός στρατός μπορούσε χωρίς καμία ενόχληση να προχωρεί σε δολοφονίες, βιασμούς και εκδίωξη του πληθυσμού από τις περιοχές που ήθελε να ελέγχει. Οι Τούρκοι έκαναν ότι ήθελαν. Οι Αμερικάνοι, οι Βρετανοί και οι καλαμαράδες της Χούντα, κι η Διεθνής Κοινότητα παρακολουθούσαν το δράμα της Κύπρου χωρίς καμία δυναμική αντίδραση, λες κι αυτοί τα είχαν προγραμματίσει όλα να γίνουν έτσι και τώρα παρακολουθούσαν ως θεατές τα έργα των χειρών τους. Μας έκαψαν ζωντανούς. Μας καταδίκασαν να πεθάνουμε.

Απέφευγα να γράψω για το προδοτικό πραξικόπημα και την βάρβαρη τουρκική εισβολή, λες και φοβόμουνα ότι θα ξαναζήσω αυτές τις οδυνηρές εμπειρίες. Μετά από τόσα χρόνια, εδώ στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών, που ίσως αποφασίστηκε η καταστροφή μας, αισθάνθηκα την ανάγκη να καταγράψω πτυχές της τραγωδίας μας. Τελικά όμως η βάρβαρη τουρκική εισβολή έγινε και με τη σιωπηλή ανοχή της Πολιτικής Ηγεσίας και της Μ. Βρεττανίας και της τότε ισχυρής Σοβιετικής Ένωσης (βασικά της Ρωσίας), που και σήμερα ακόμη τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί την θεωρούν εσωτερική υπόθεση της Τουρκίας. Ξεχνούν ότι ο Παγκόσμιος Πολιτισμός ανήκει στην Ανθρωπότητα, όπως μας εγκατέλειψαν στα χέρια των τούρκων εισβολέων δολοφόνων, που σταδιακά δημιουργήθηκε το ηθικό κίνητρο για την εμφάνιση του σύγχρονου μουσουλμανικού κράτους με την τρομοκρατία και τη βία, ως ανεξέλεγκτη φωτιά, να κτυπάει και αθώους πληθυσμούς των χωρών που μπορούσαν να σταματήσουν την Τουρκία και δεν το έκαναν.

Μητροπολίτης Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτης

orthodoxia.online→

 

ΡΟΗ